Προστασία καταναλωτών: Υπόθεση για γερά νεύρα

Προστασία καταναλωτών: Υπόθεση για γερά νεύρα
Τα ανεξάρτητα ασφαλιστήρια νομικής προστασίας αποτελούν ένα επιπρόσθετο όπλο στη φαρέτρα των καταναλωτών, όταν βρεθούν σε δύσκολη θέση απέναντι σε κάποια ασφαλιστική εταιρία.
Αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις πήρα από την ταλαιπωρία, που υπέστη ένας ασφαλισμένος, όταν ύστερα από μία διαφωνία του -ως προς το ύψος αποζημίωσής του- με κάποια ασφαλιστική εταιρία, προσέφυγε σε διάφορες ανεξάρτητες αρχές, προκειμένου να βρει το δίκιο του.
Όμως αντί της δίκαιης αποζημίωσης που έπρεπε να του καταβληθεί, μετά από τις καταγγελίες που έκανε, σε δύο απ’ αυτές, παρέλαβε μόνον πολυσέλιδες κοινοποιήσεις και παραινέσεις περί των καταναλωτικών δικαιωμάτων του. Δε θα σταθώ στις καταγγελίες του ασφαλισμένου και στο μηδενικό τους αποτέλεσμα, αφού στη συνέχεια η συγκεκριμένη διένεξη οδηγήθηκε στα δικαστήρια, υποχρεώνοντας τον ασφαλισμένο σε πρόσθετα έξοδα και ταλαιπωρία.
Η περίπτωση αυτή με έκανε να ερευνήσω τη χρησιμότητα των ανεξάρτητων αρχών, που δημιουργήθηκαν από την πολιτεία, προκειμένου να προστατευθούν οι πολίτες από τις άδικες ή καταχρηστικές αποφάσεις των δημόσιων ή των ιδιωτικών φορέων. Στην Ελλάδα λοιπόν λειτουργούν ανεξάρτητες αρχές, που δηλώνουν ότι είναι αρωγοί προς τους πολίτες για αποφάσεις εις βάρος τους και παρεμβαίνουν στις διαφορές τους με το ελληνικό δημόσιο ή τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, δεχόμενες τις καταγγελίες όσων δεν ικανοποιούνται τα δίκαια αιτήματά τους. Μετά την αποστολή της ενυπόγραφης καταγγελίας, οι αρχές αυτές διαμεσολαβούν μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, ώστε να βρεθεί μία λύση, πριν οι πολίτες καταφύγουν στα διοικητικά ή τα αστικά δικαστήρια, που κι εκείνα με τη σειρά τους θα ψάξουν την αλήθεια και θα απονείμουν δικαιοσύνη, αποδεχόμενα ή απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων μερών.
Ας εξετάσουμε ποιες ανεξάρτητες αρχές λειτουργούν σήμερα στην υπηρεσία του Έλληνα πολίτη και με ποιο τρόπο αυτός μπορεί να προσφύγει και τι να προσδοκά από αυτές σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές του με τον δημόσιο τομέα ή τις ιδιωτικές συμβάσεις του και εν προκειμένω τα ασφαλιστήριά του. Δύο σημαντικές ανεξάρτητες αρχές λοιπόν στην υπηρεσία όλων των πολιτών είναι ο «Συνήγορος του Πολίτη» και ο «Συνήγορος του Καταναλωτή». Η πρώτη ανεξάρτητη αρχή αντιμετωπίζει τις διαφορές των πολιτών με τους Ο.Τ.Α, τα νομικά τους πρόσωπα και τις επιχειρήσεις τους, τα Ν.Π.Δ.Δ., δηλαδή Ασφαλιστικά Ταμεία, Νοσοκομεία, Πανεπιστήμια, ΟΑΕΔ κ.τ.λ., Κρατικά Ν.Π.Ι.Δ., όπως ΟΚΑΝΑ, ΕΛΟΤ, ΙΓΜΕ κ.τ.λ. και τις Δημόσιες επιχειρήσεις και ΔΕΚΟ όπως ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ, ΕΛΤΑ κ.τ.λ. Η δεύτερη ανεξάρτητη αρχή, δηλαδή ο «Συνήγορος του Καταναλωτή», παρεμβαίνει στις διαφορές μεταξύ των καταναλωτών και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, άρα και σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις των πολιτών με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τόσο στην πρώτη περίπτωση όσο και στη δεύτερη, αρκεί να γίνει μία ενυπόγραφη καταγγελία -με την επισύναψη των σχετικών εγγράφων- στην εκάστοτε ιστοσελίδα της αρχής, ώστε να παρέμβει η αρχή, πάντα πριν καταφύγουμε στα διοικητικά ή αστικά δικαστήρια. Στην περίπτωση του «Συνηγόρου του Καταναλωτή» μπορούν να γίνουν αποδεκτές οι αιτιάσεις των ασφαλισμένων, ενώ δύο ακόμα φορείς λειτουργούν για τον ίδιο σκοπό, η «Γραμματεία του Καταναλωτή» και η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι δύο πρώτοι φορείς αντιμετωπίζουν παράπονα καταναλωτών από ιδιωτικές συμβάσεις, αλλά και ασφαλισμένων από ασφαλιστικές συμβάσεις, όμως ειδικότερα η «Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος» εποπτεύει μόνον τις ασφαλιστικές εταιρίες, καθώς και τις διαφορές τους με τους καταναλωτές, συμπεριλαμβάνοντας και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές. Και βέβαια μην ξεχνάμε ότι σε περίπτωση που κάποιος καταναλωτής θεωρεί ότι χρησιμοποιούνται τα προσωπικά του δεδομένα, χωρίς εξουσιοδότηση, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το γεγονός σε μία άλλη ανεξάρτητη αρχή, την «Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων», διότι όπως όλοι πρέπει να γνωρίζουμε, από τον Μάιο του 2018, όποιος επαγγελματίας, φυσικό ή νομικό πρόσωπο χρησιμοποιεί χωρίς εξουσιοδότηση οποιαδήποτε δεδομένα ταυτοποίησης, οποιουδήποτε πολίτη της ΕΕ για οποιονδήποτε σκοπό, χωρίς ενυπόγραφη εξουσιοδότηση, κινδυνεύει με πολύ υψηλά πρόστιμα, σε περίπτωση καταγγελίας. Σημειώνω ότι με βάση την IDD, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, αλλά και οι ασφαλιστικές εταιρίες, είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν γραπτά τους πελάτες τους -εκτός των άλλων- για τα δικαιώματά τους, που αφορούν την καταγραφή των προσωπικών τους δεδομένων.
Όμως, πώς τελικά διευκολύνουν οι ανεξάρτητες αρχές τους καταναλωτές, προκειμένου αυτοί να βρουν το δίκιο τους, όταν έχουν κάποια εμπορική διαφορά; Σε γενικές γραμμές όλες οι ανεξάρτητες αρχές ενεργοποιούνται μόνον εάν κάποιος καταναλωτής προσφύγει σ’ αυτές με γραπτή τεκμηριωμένη καταγγελία, αλλά στη συνέχεια τα πράγματα περιπλέκονται. Αν υποθέσουμε δηλαδή ότι κάποιος ασφαλισμένος διαφωνεί ως προς το ύψος μιας αποζημίωσης με μια ασφαλιστική εταιρία και καταφύγει σε μία ανεξάρτητη αρχή, το λιγότερο που θα καταφέρει είναι να πάρει μια κοινοποίηση από την ανεξάρτητη αρχή αποδοχής της καταγγελίας του, μαζί με μία επιστολή-ερώτημα, που θα απευθύνεται προς την καταγγελλόμενη ασφαλιστική εταιρία, η οποία στη συνέχεια θα απαντηθεί από την καταγγελλόμενη ασφαλιστική εταιρία με μία αόριστη επιστολή, όπου θα εμμένει στις απόψεις της. Εάν το ζήτημα είναι σοβαρότερο και καλά τεκμηριωμένο, ενδεχομένως να επιβληθεί στην ασφαλιστική εταιρία κάποιο χρηματικό πρόστιμο και αυτή να προστεθεί στη λίστα των ασφαλιστικών εταιριών της αγοράς που έχουν δεχθεί τις περισσότερες καταγγελίες από τους ασφαλισμένους. Οι ιστοσελίδες των ανεξάρτητων αυτών αρχών δίνουν πλήθος πληροφοριών, αλλά τονίζουν ταυτόχρονα, ότι σε καμία περίπτωση δεν εξετάζουν ιδιωτικές διαφορές που έχουν οδηγηθεί στη δικαιοσύνη, καλώντας έμμεσα τους καταγγέλλοντες ή αιτιώμενους να προσφύγουν σε αυτήν. Επί της ουσίας δηλαδή όλες αυτές οι ανεξάρτητες αρχές, που υποτίθεται ότι ενδιαφέρονται για τους καταναλωτές, εάν λειτουργούν σωστά -διότι κι αυτό είναι αμφίβολο- απλά «τραβάνε λίγο το αυτί» σε όσες ιδιωτικές επιχειρήσεις καταγγέλλονται από τους καταναλωτές ως κακόπιστες. Ουσιαστικά όμως δε λύνουν το πρόβλημα, υποχρεώνοντας τους καταναλωτές να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και να υποστούν τα σχετικά δικαστικά έξοδα, για να δικαιωθούν συνήθως σε πρώτο βαθμό και μετά από κάποια χρόνια.
Επομένως πώς μπορεί να προστατευθεί κάποιος καταναλωτής από τις αυθαιρεσίες ή τα λάθη μιας ασφαλιστικής εταιρίας είτε τα λάθη ή τις παραλείψεις ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, όταν θεωρεί ότι δεν έχει αποζημιωθεί σωστά κατά την επέλευση ενός ασφαλιστικού κινδύνου; Πρωτίστως ο καταναλωτής πρέπει να διαλέξει έναν επαγγελματία ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και να του ζητήσει να διαπιστώσει τον βαθμό της πιστοποίησης που έχει, βλέποντας με τα μάτια του ότι είναι εγγεγραμμένος και στο σχετικό Επαγγελματικό Επιμελητήριο της περιοχής όπου δραστηριοποιείται. Θα πρέπει επίσης να ζητήσει από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή να τον ενημερώσει εγγράφως, για τις εταιρίες με τις οποίες συνεργάζεται και για τα δικαιώματα που έχει ως καταναλωτής κι αφού εξετάσει λεπτομερώς τις ασφαλιστικές του ανάγκες μαζί με τον διαμεσολαβητή, να ζητήσει από αυτόν να του προτείνει -πάντα εγγράφως- πολλές και διαφορετικές λύσεις, σε τρεις τουλάχιστον αξιόπιστες ασφαλιστικές εταιρίες. Στη συνέχεια ο καταναλωτής οφείλει να διαβάσει όρους και εξαιρέσεις των σχετικών συμβολαίων που θα του προταθούν, ειδικά εάν πρόκειται να ασφαλίσει τη ζωή του ή και την οικογένειά του. Ακολούθως θα πρέπει να κάνει ανεπηρέαστος την επιλογή που του ταιριάζει, συμπληρώνοντας καλόπιστα και με προσοχή τις σχετικές φόρμες των πληροφοριών, που θα του ζητηθούν, ώστε αυτές να καταγραφούν σωστά στην ασφαλιστική εταιρία της επιλογής του. Με βάση αυτές τις πληροφορίες θα εκδοθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τις καλύψεις που επέλεξε, αλλά και τις τυχόν παρεκκλίσεις που, αν υπάρχουν, θα αναφέρονται υποχρεωτικά στο ασφαλιστήριο.
Στη συνέχεια, εάν θέλει να εξασφαλιστεί περαιτέρω, ακόμα και για τις τυχόν διαφορές που στο μέλλον μπορεί να προκύψουν με την ασφαλιστική του εταιρία και προκειμένου να αποφύγει τα υψηλότατα δικαστικά έξοδα, εφόσον προσφύγει στο δικαστήριο, καλό θα είναι να κάνει και ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο Νομικής Προστασίας -Ατομικό ή Οικογενειακό. Συνιστώ ανεπιφύλακτα αυτό το συμβόλαιο να είναι ανεξάρτητο, να πραγματοποιηθεί σε εταιρία Νομικής Προστασίας και να μην περιορίζεται στο ασφαλιστήριο του αυτοκινήτου του, αλλά να αφορά το σύνολο των ασφαλιστηρίων του. Το κόστος είναι ελάχιστο και δεν ξεπερνά τα 100 ευρώ ετησίως, όμως αξίζει τον κόπο, γιατί τα ανεξάρτητα συμβόλαια νομικής προστασίας είναι τα μόνα που μπορούν να προστατεύσουν τους καταναλωτές - ασφαλισμένους. Σημαντικό είναι ότι με τα συμβόλαια Νομικής Προστασίας η υπόθεση των ασφαλισμένων καλύπτεται ανέξοδα, έως ότου δικαιωθεί στον ανώτερο βαθμό της δικαιοσύνης. Βέβαια, εάν το νομικό τμήμα της ασφαλιστικής εταιρίας διαπιστώσει ότι ο ασφαλισμένος έχει πλήρες κι ανεξάρτητο συμβόλαιο νομικής προστασίας, το 90% των υποθέσεων των διαφορών των καταναλωτών με τις ασφαλιστικές εταιρίες λύνεται εξωδικαστικά και μόνον.
Επομένως τα ανεξάρτητα ασφαλιστήρια νομικής προστασίας είναι από τις λίγες και πολύ οικονομικές θα έλεγα περιπτώσεις, που αξίζουν τα λεφτά τους, αφού αποτελούν ένα επιπρόσθετο όπλο στη φαρέτρα των καταναλωτών, όταν βρεθούν σε δύσκολη θέση απέναντι σε κάποια ασφαλιστική εταιρία.

Γιώργος Νικολάκος
Πηγή: περιοδικό ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS