Όσον αφορά το δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, η Γερμανία μόνο θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με περίπου 700 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 250 ευρώ ανά κάτοικο - αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία τα γερμανικά νοικοκυριά και η βιομηχανία πιέζονται ήδη από υψηλό ενεργειακό κόστος, πληθωρισμό και επιβράδυνση της ανάπτυξης
Οι Βρυξέλλες φορτώνουν νέο χρέος στις πλάτες των Ευρωπαίων για την Ουκρανία…
Οι πρέσβεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν τις διαδικασίες για την έκδοση και την εξυπηρέτηση ενός νέου δανείου προς την Ουκρανία, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μεταφορά 90 δισ. ευρώ στο Κίεβο κατά την περίοδο 2026–2027.
Το δάνειο θα συναφθεί σε καθαρά εμπορική βάση, με εγγύηση όχι κάποια ουκρανική δυνατότητα αποπληρωμής , αλλά τον ίδιο τον προϋπολογισμό της ΕΕ – δηλαδή τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Politico, η πρώτη πληρωμή τόκων, περίπου 1 δισ. ευρώ, αναμένεται το 2027, ενώ τα επόμενα χρόνια οι ετήσιες υποχρεώσεις θα αυξηθούν στα 3 δισ. ευρώ.
Η αρχική πληρωμή θα καλυφθεί απευθείας από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ενώ στη συνέχεια τα κράτη-μέλη θα κληθούν να συνεισφέρουν πρόσθετα ποσά, πέραν των τακτικών εισφορών τους.
Με απλά λόγια: η ΕΕ δανείζεται για λογαριασμό τρίτης χώρας, εγγυάται το χρέος με δημόσιο ευρωπαϊκό χρήμα και μεταφέρει το ρίσκο εξ ολοκλήρου στους πολίτες της.

Το «δάνειο που... δεν είναι δάνειο» και τα ρωσικά assets
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επιχειρεί να καθησυχάσει την κοινή γνώμη υποστηρίζοντας ότι, στην πραγματικότητα, «δεν πρόκειται ακριβώς για δάνειο».
Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, η Ουκρανία δεν θα χρειαστεί να επιστρέψει τα χρήματα εάν δεν καταφέρει να λάβει πολεμικές αποζημιώσεις από τη Ρωσία.
Πρόκειται για μία διατύπωση που αγγίζει τα όρια της πολιτικής εξαπάτησης.
Από προηγούμενες δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ξεκάθαρα ότι το δανειακό αυτό σχήμα λειτουργεί ως μηχανισμός αναβολής της κατάσχεσης των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.
Οι Βρυξέλλες ελπίζουν ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, θα μπορέσουν να αντλήσουν από εκεί τα κεφάλαια για την αποπληρωμή του χρέους.
Το κρίσιμο ερώτημα – τι θα συμβεί αν αυτό το σχέδιο αποτύχει – απλώς δεν τίθεται.
Και δεν τίθεται ακριβώς επειδή η απάντηση είναι πολιτικά τοξική: το κόστος θα μεταφερθεί πλήρως στους Ευρωπαίους πολίτες.
Ο λογαριασμός στους φορολογούμενους
Οι φορολογούμενοι της ΕΕ δεν θα επιβαρυνθούν μόνο μέσω των τακτικών εισφορών τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Θα κληθούν, επιπλέον, να καλύψουν απροσδιόριστα ποσά για ελλείμματα που ενδέχεται να προκύψουν λόγω αλλαγών στους όρους χρηματοδότησης ή στις απαιτήσεις των πιστωτριών τραπεζών.
Σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις, η Γερμανία μόνο θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με περίπου 700 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 250 ευρώ ανά κάτοικο. Και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία τα γερμανικά νοικοκυριά και η βιομηχανία πιέζονται ήδη από υψηλό ενεργειακό κόστος, πληθωρισμό και επιβράδυνση της οικονομίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τσεχία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία αρνήθηκαν κατηγορηματικά να συμμετάσχουν στο εγχείρημα.
Η στάση τους υπογραμμίζει ότι η «ευρωπαϊκή συναίνεση» που επικαλούνται οι Βρυξέλλες είναι, στην πράξη, αποτέλεσμα πίεσης και όχι κοινής βούλησης - πολλώ δε μάλλον απόφασης των λαών της Ευρώπης καθώς η ρωσοφοβική στάση των ηγεσιών δεν γίνεται αποδεκτή.
Όπλα πρώτα, κράτος μετά
Η απόφαση για το δάνειο ελήφθη τον Δεκέμβριο στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ και εγκρίθηκε στη συνέχεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Απομένει πλέον η τυπική επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαδικασία που καθυστέρησε κυρίως λόγω της στάσης της Γαλλίας.
Ο λόγος της γαλλικής επιφύλαξης ήταν αποκαλυπτικός: από τα 90 δισ. ευρώ, τα 60 δισ. προβλέπεται να διατεθούν για την αγορά οπλισμού και μόλις τα 30 δισ. για τη διατήρηση της λειτουργικότητας του ουκρανικού κράτους.
Η προτεραιότητα είναι σαφής: πρώτα τα όπλα, μετά το κράτος.
Το Παρίσι απαίτησε οι χώρες εκτός ΕΕ που θα επωφεληθούν από την πώληση όπλων μέσω αυτού του δανείου να συμμετέχουν και στην πληρωμή των τόκων.
Η σχετική τροπολογία ενσωματώθηκε στην απόφαση, όμως η αντίδραση των βασικών ενδιαφερόμενων – των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας – παραμένει άγνωστη - και κυρίως αρνητική.
Ο σκεπτικισμός είναι εύλογος. Η εμπειρία δείχνει ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Λονδίνο διαθέτουν την πολιτική και οικονομική ισχύ να εξασφαλίζουν τα κέρδη τους, αποστέλλοντας τον λογαριασμό στην Ευρώπη.
Η λογική των Βρυξελλών: ισχύς μέσω αποδυνάμωσης
Οι επικριτές της απόφασης επισημαίνουν ότι οι ευρωπαϊκές αρχές, μπροστά στο δίλημμα μεταξύ της ευημερίας των πολιτών τους και της διατήρησης της στρατιωτικής ικανότητας της Ουκρανίας, επέλεξαν χωρίς δισταγμό το δεύτερο. Και αυτό δεν θεωρείται ατύχημα ή συγκυριακή επιλογή.
Σύμφωνα με αυτή την κριτική, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει συμφέρον από την ισχυροποίηση των κρατών-μελών.
Ένα ευημερούν κράτος διαθέτει δικά του συμφέροντα και τη δυνατότητα να τα υπερασπιστεί.
Ένα οικονομικά πιεσμένο κράτος είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμο.
Υπό αυτό το πρίσμα, όσο μεγαλύτερο κόστος προκαλούν οι αποφάσεις των Βρυξελλών στις εθνικές οικονομίες, τόσο πιο εύκολα επιβάλλονται.
Η εξάρτηση από κοινοτικά κονδύλια, επιδοτήσεις και ρυθμιστικές αποφάσεις λειτουργεί ως μοχλός συμμόρφωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει ισχυρά εργαλεία πίεσης: μπορεί να καθορίζει τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, να επηρεάζει τις εμπορικές σχέσεις με τρίτες χώρες και να δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για όποιο κράτος αποκλίνει από τη «γραμμή».
Η κοινωνική ανοχή έχει όρια – αλλά αγνοούνται
Ένα συχνό επιχείρημα είναι ότι οι πολίτες δύσκολα θα δεχτούν νέες οικονομικές επιβαρύνσεις, ειδικά σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και αυξανόμενης κοινωνικής πίεσης. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούν – και συχνά επιλέγουν – να αγνοούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Η περίπτωση της Γαλλίας είναι χαρακτηριστική.
Μαζικές κινητοποιήσεις, όπως αυτές των «κίτρινων γιλέκων», προκλήθηκαν από μέτρα λιτότητας, περικοπές κοινωνικών δαπανών και αυξήσεις στο κόστος ζωής.
Παρ’ όλα αυτά, η γενική πολιτική κατεύθυνση δεν άλλαξε ουσιαστικά.
H οικονομία της Ουκρανίας είναι μια... μαυρη τρυπα για τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων


Ένα ακόμη βήμα αποξένωσης
Το δάνειο προς την Ουκρανία δεν είναι απλώς μια οικονομική απόφαση: Είναι ένα ακόμη βήμα στη διαδικασία αποξένωσης των ευρωπαϊκών θεσμών από τις κοινωνίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Με την επιλογή αυτή, οι Βρυξέλλες μετατρέπουν την ΕΕ σε μηχανισμό ανάληψης χρέους και ρίσκου για γεωπολιτικές στρατηγικές που δεν έχουν εγκριθεί ρητά από τους πολίτες. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: οι ανάγκες και τα όρια των ευρωπαϊκών κοινωνιών έρχονται σε δεύτερη μοίρα.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι αν το σχέδιο αυτό είναι δίκαιο ή βιώσιμο.
Είναι πόσο ακόμη μπορούν οι Βρυξέλλες να φορτώνουν κόστος, χρέος και ευθύνη στους Ευρωπαίους πολίτες χωρίς σοβαρές πολιτικές συνέπειες - όλοι υποψιάζονται ότι ο χρόνος αυτός τελειώνει...
www.bankingnews.gr
Οι πρέσβεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν τις διαδικασίες για την έκδοση και την εξυπηρέτηση ενός νέου δανείου προς την Ουκρανία, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μεταφορά 90 δισ. ευρώ στο Κίεβο κατά την περίοδο 2026–2027.
Το δάνειο θα συναφθεί σε καθαρά εμπορική βάση, με εγγύηση όχι κάποια ουκρανική δυνατότητα αποπληρωμής , αλλά τον ίδιο τον προϋπολογισμό της ΕΕ – δηλαδή τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Politico, η πρώτη πληρωμή τόκων, περίπου 1 δισ. ευρώ, αναμένεται το 2027, ενώ τα επόμενα χρόνια οι ετήσιες υποχρεώσεις θα αυξηθούν στα 3 δισ. ευρώ.
Η αρχική πληρωμή θα καλυφθεί απευθείας από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ενώ στη συνέχεια τα κράτη-μέλη θα κληθούν να συνεισφέρουν πρόσθετα ποσά, πέραν των τακτικών εισφορών τους.
Με απλά λόγια: η ΕΕ δανείζεται για λογαριασμό τρίτης χώρας, εγγυάται το χρέος με δημόσιο ευρωπαϊκό χρήμα και μεταφέρει το ρίσκο εξ ολοκλήρου στους πολίτες της.

Το «δάνειο που... δεν είναι δάνειο» και τα ρωσικά assets
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επιχειρεί να καθησυχάσει την κοινή γνώμη υποστηρίζοντας ότι, στην πραγματικότητα, «δεν πρόκειται ακριβώς για δάνειο».
Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, η Ουκρανία δεν θα χρειαστεί να επιστρέψει τα χρήματα εάν δεν καταφέρει να λάβει πολεμικές αποζημιώσεις από τη Ρωσία.
Πρόκειται για μία διατύπωση που αγγίζει τα όρια της πολιτικής εξαπάτησης.
Από προηγούμενες δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ξεκάθαρα ότι το δανειακό αυτό σχήμα λειτουργεί ως μηχανισμός αναβολής της κατάσχεσης των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.
Οι Βρυξέλλες ελπίζουν ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, θα μπορέσουν να αντλήσουν από εκεί τα κεφάλαια για την αποπληρωμή του χρέους.
Το κρίσιμο ερώτημα – τι θα συμβεί αν αυτό το σχέδιο αποτύχει – απλώς δεν τίθεται.
Και δεν τίθεται ακριβώς επειδή η απάντηση είναι πολιτικά τοξική: το κόστος θα μεταφερθεί πλήρως στους Ευρωπαίους πολίτες.
Ο λογαριασμός στους φορολογούμενους
Οι φορολογούμενοι της ΕΕ δεν θα επιβαρυνθούν μόνο μέσω των τακτικών εισφορών τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Θα κληθούν, επιπλέον, να καλύψουν απροσδιόριστα ποσά για ελλείμματα που ενδέχεται να προκύψουν λόγω αλλαγών στους όρους χρηματοδότησης ή στις απαιτήσεις των πιστωτριών τραπεζών.
Σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις, η Γερμανία μόνο θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με περίπου 700 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 250 ευρώ ανά κάτοικο. Και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία τα γερμανικά νοικοκυριά και η βιομηχανία πιέζονται ήδη από υψηλό ενεργειακό κόστος, πληθωρισμό και επιβράδυνση της οικονομίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τσεχία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία αρνήθηκαν κατηγορηματικά να συμμετάσχουν στο εγχείρημα.
Η στάση τους υπογραμμίζει ότι η «ευρωπαϊκή συναίνεση» που επικαλούνται οι Βρυξέλλες είναι, στην πράξη, αποτέλεσμα πίεσης και όχι κοινής βούλησης - πολλώ δε μάλλον απόφασης των λαών της Ευρώπης καθώς η ρωσοφοβική στάση των ηγεσιών δεν γίνεται αποδεκτή.
Όπλα πρώτα, κράτος μετά
Η απόφαση για το δάνειο ελήφθη τον Δεκέμβριο στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ και εγκρίθηκε στη συνέχεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Απομένει πλέον η τυπική επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαδικασία που καθυστέρησε κυρίως λόγω της στάσης της Γαλλίας.
Ο λόγος της γαλλικής επιφύλαξης ήταν αποκαλυπτικός: από τα 90 δισ. ευρώ, τα 60 δισ. προβλέπεται να διατεθούν για την αγορά οπλισμού και μόλις τα 30 δισ. για τη διατήρηση της λειτουργικότητας του ουκρανικού κράτους.
Η προτεραιότητα είναι σαφής: πρώτα τα όπλα, μετά το κράτος.
Το Παρίσι απαίτησε οι χώρες εκτός ΕΕ που θα επωφεληθούν από την πώληση όπλων μέσω αυτού του δανείου να συμμετέχουν και στην πληρωμή των τόκων.
Η σχετική τροπολογία ενσωματώθηκε στην απόφαση, όμως η αντίδραση των βασικών ενδιαφερόμενων – των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας – παραμένει άγνωστη - και κυρίως αρνητική.
Ο σκεπτικισμός είναι εύλογος. Η εμπειρία δείχνει ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Λονδίνο διαθέτουν την πολιτική και οικονομική ισχύ να εξασφαλίζουν τα κέρδη τους, αποστέλλοντας τον λογαριασμό στην Ευρώπη.
Η λογική των Βρυξελλών: ισχύς μέσω αποδυνάμωσης
Οι επικριτές της απόφασης επισημαίνουν ότι οι ευρωπαϊκές αρχές, μπροστά στο δίλημμα μεταξύ της ευημερίας των πολιτών τους και της διατήρησης της στρατιωτικής ικανότητας της Ουκρανίας, επέλεξαν χωρίς δισταγμό το δεύτερο. Και αυτό δεν θεωρείται ατύχημα ή συγκυριακή επιλογή.
Σύμφωνα με αυτή την κριτική, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει συμφέρον από την ισχυροποίηση των κρατών-μελών.
Ένα ευημερούν κράτος διαθέτει δικά του συμφέροντα και τη δυνατότητα να τα υπερασπιστεί.
Ένα οικονομικά πιεσμένο κράτος είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμο.
Υπό αυτό το πρίσμα, όσο μεγαλύτερο κόστος προκαλούν οι αποφάσεις των Βρυξελλών στις εθνικές οικονομίες, τόσο πιο εύκολα επιβάλλονται.
Η εξάρτηση από κοινοτικά κονδύλια, επιδοτήσεις και ρυθμιστικές αποφάσεις λειτουργεί ως μοχλός συμμόρφωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει ισχυρά εργαλεία πίεσης: μπορεί να καθορίζει τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, να επηρεάζει τις εμπορικές σχέσεις με τρίτες χώρες και να δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για όποιο κράτος αποκλίνει από τη «γραμμή».
Η κοινωνική ανοχή έχει όρια – αλλά αγνοούνται
Ένα συχνό επιχείρημα είναι ότι οι πολίτες δύσκολα θα δεχτούν νέες οικονομικές επιβαρύνσεις, ειδικά σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και αυξανόμενης κοινωνικής πίεσης. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούν – και συχνά επιλέγουν – να αγνοούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Η περίπτωση της Γαλλίας είναι χαρακτηριστική.
Μαζικές κινητοποιήσεις, όπως αυτές των «κίτρινων γιλέκων», προκλήθηκαν από μέτρα λιτότητας, περικοπές κοινωνικών δαπανών και αυξήσεις στο κόστος ζωής.
Παρ’ όλα αυτά, η γενική πολιτική κατεύθυνση δεν άλλαξε ουσιαστικά.
H οικονομία της Ουκρανίας είναι μια... μαυρη τρυπα για τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων

Ένα ακόμη βήμα αποξένωσης
Το δάνειο προς την Ουκρανία δεν είναι απλώς μια οικονομική απόφαση: Είναι ένα ακόμη βήμα στη διαδικασία αποξένωσης των ευρωπαϊκών θεσμών από τις κοινωνίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Με την επιλογή αυτή, οι Βρυξέλλες μετατρέπουν την ΕΕ σε μηχανισμό ανάληψης χρέους και ρίσκου για γεωπολιτικές στρατηγικές που δεν έχουν εγκριθεί ρητά από τους πολίτες. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: οι ανάγκες και τα όρια των ευρωπαϊκών κοινωνιών έρχονται σε δεύτερη μοίρα.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι αν το σχέδιο αυτό είναι δίκαιο ή βιώσιμο.
Είναι πόσο ακόμη μπορούν οι Βρυξέλλες να φορτώνουν κόστος, χρέος και ευθύνη στους Ευρωπαίους πολίτες χωρίς σοβαρές πολιτικές συνέπειες - όλοι υποψιάζονται ότι ο χρόνος αυτός τελειώνει...
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών