Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Πόλεμος στο Ιράν - Οι αυτοκρατορίες πέφτουν με πάταγο – Ο Trump σύμπτωμα της παρακμής των ΗΠΑ και ο δρόμος του Putin

Πόλεμος στο Ιράν - Οι αυτοκρατορίες πέφτουν με πάταγο – Ο Trump σύμπτωμα της παρακμής των ΗΠΑ και ο δρόμος του Putin
Το δίδαγμα της Σοβιετικής εμπειρίας δεν είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις καταρρέουν ξαφνικά, είναι ότι αποδυναμώνονται όταν τα συστήματά τους παύουν να ευθυγραμμίζονται με τις ίδιες τους τις κοινωνικές βάσεις
Το ερώτημα είναι λιγότερο ζήτημα προσωπικότητας και περισσότερο ιστορικής λειτουργίας: τι είδους ηγέτης αναδύεται όταν ένα σύστημα αρχίζει να χάνει την εσωτερική του ισορροπία.
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, ο κόσμος οριζόταν από μία ιδεολογική αντιπαράθεση δύο διαφορετικών συστημάτων κοινωνικής οργάνωσης.
Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν απλώς αντίπαλες δυνάμεις ενσάρκωναν ανταγωνιστικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: πώς πρέπει μια σύγχρονη χώρα να διαχειρίζεται την οικονομία και το σύστημα κοινωνική οργάνωσης;

Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο καπιταλισμός: αποκεντρωμένος, αγοραίο-καθοδηγούμενος και προσαρμοστικός.
Από την άλλη ο κομμουνισμός: συγκεντρωτικός, με οικονομικό σχεδιασμό και κρατικά κατευθυνόμενη οικονομία.

Καθένα από τα δύο συστήματα ισχυριζόταν ότι διορθώνει τις υπερβολές του άλλου, και τελικά το καθένα αποκάλυψε τις δικές του αντιφάσεις.
Η Σοβιετική Ενωση δεν κατέρρευσε επειδή της έλειπε η ισχύς.
Στην ακμή της διέθετε τεράστιους φυσικούς πόρους, ισχυρή βιομηχανική βάση και έναν από τους ισχυρότερους στρατούς στον κόσμο. Κατέρρευσε λόγω δομικών αδυναμιών ενσωματωμένων στον ίδιο της τον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης.
Απομακρύνοντας το εμπόριο (τον επιχειρηματικό μηχανισμό ανταλλαγής και καινοτομίας), το σοβιετικό σύστημα αφαίρεσε τα κίνητρα που διατηρούν τον οικονομικό δυναμισμό.
Η παραγωγή έγινε άκαμπτη, η κατανομή πολιτικοποιήθηκε και οι ελλείψεις συνυπήρχαν με τη σπατάλη.
Με τον χρόνο, η βαθύτερη αποτυχία ήταν ψυχολογική: οι πολίτες έπαψαν να πιστεύουν ότι το σύστημα λειτουργούσε για αυτούς. Όταν τελικά ήρθε η μεταρρύθμιση, ήταν ήδη αργά. Το σύστημα είχε γίνει υπερβολικά άκαμπτο για να προσαρμοστεί.

Μια αντεστραμμένη ανισορροπία

Οι ΗΠΑ σήμερα αντιμετωπίζουν μια διαφορετική —αλλά δομικά συγκρίσιμη— πρόκληση.
Εκεί όπου το σοβιετικό σύστημα περιθωριοποίησε τον έμπορο, το αμερικανικό σύστημα έχει σταδιακά περιθωριοποιήσει τον εργαζόμενο, τον μισθωτό που στηρίζει την υλική αναπαραγωγή και την οικονομική βάση.
Από τα τέλη του 20ού αιώνα, η παγκοσμιοποίηση, η μεταφορά παραγωγής και η άνοδος του μεριδίου του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν αναδιαμορφώσει την οικονομία. Το κεφάλαιο έχει γίνει εξαιρετικά κινητικό, η εργασία όχι.
Η βιομηχανία έχει μεταφερθεί στο εξωτερικό, ενώ ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει επεκταθεί σε μέγεθος και επιρροή.
Το αποτέλεσμα δεν είναι οικονομική κατάρρευση, αλλά δομική ανισορροπία. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να παράγουν τεράστιο πλούτο, αλλά αυτός ο πλούτος είναι ολοένα και πιο συγκεντρωμένος.
Η σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και μισθών έχει αποδυναμωθεί.
Για πολλούς Αμερικανούς, η οικονομική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται πλέον σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου - υπό αυτή την έννοια το περίφημο Αμερικανικό Όνειρο είναι νεκρό.

Η εκτίναξη των ανισοτήτων

Τα δεδομένα της Federal Reserve επιβεβαιώνουν αυτή τη μετατόπιση: Το ανώτερο 1% των νοικοκυριών ελέγχει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού πλούτου των ΗΠΑ, επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες.
Υπό τον Donald Trump, η ανισότητα πλούτου συνέχισε να αυξάνεται, με το ανώτερο 1% να κατέχει το 31,7% του συνολικού πλούτου των νοικοκυριών — το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία.
Την ίδια στιγμή, η αύξηση των μισθών για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού έχει σταματήσει, ενώ η οικονομική ανασφάλεια παραμένει εκτεταμένη.
Αυτό δεν είναι απλώς οικονομική ανισορροπία.
Είναι πρόβλημα νομιμοποίησης.
Όπως και στην ύστερη σοβιετική περίοδο, το ζήτημα δεν είναι μόνο υλικό αλλά και ψυχολογικό.
Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν αυτή τη διάβρωση εμπιστοσύνης: περίπου 60% των Αμερικανών πιστεύουν ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, ενώ στη Ρωσία —παρά τον πόλεμο και τις κυρώσεις— περίπου 61% πιστεύουν ότι η χώρα τους βρίσκεται στη σωστή πορεία.
Όλο και περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν ότι το σύστημα δεν λειτουργεί προς όφελός τους.

Οι ηγέτες ως συμπτώματα, όχι αιτίες

Οι πολιτικοί ηγέτες συχνά δεν εμφανίζονται ως αρχιτέκτονες αλλαγής, αλλά ως εκφράσεις υποκείμενης πίεσης.
Στη Σοβιετική Ένωση, ο Boris Yeltsin αναδείχθηκε τη στιγμή που το σύστημα είχε ήδη χάσει τη συνοχή του.
Δεν δημιούργησε την κρίση• την ενσάρκωσε.
Η θητεία του επιτάχυνε την κατάρρευση της παλαιάς τάξης, αλλά ταυτόχρονα απελευθέρωσε μια χαοτική μετάβαση.
Τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία ιδιωτικοποιήθηκαν με τεράστια ταχύτητα, συχνά σε τιμές πολύ χαμηλότερες της αξίας τους, δημιουργώντας μια ολιγαρχική τάξη.
Για πολλούς Ρώσους, η δεκαετία του 1990 δεν σήμανε την απελευθέρωση αλλά αποσταθεροποίηση.
Η άνοδος του Vladimir Putin σηματοδότησε μια διαφορετική φάση.
Αποκατέστησε το κύρος της κρατικής εξουσίας, συγκέντρωσε ξανά την ισχύ και αποκατέστησε έναν βαθμό σταθερότητας.
Η οικονομία της Ρωσίας ανέκαμψε, η ανεργία μειώθηκε και το κράτος επανέκτησε τον έλεγχο στρατηγικών τομέων.
Όποιες κι αν είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτού του μοντέλου, αντιμετώπισε την άμεση κρίση της συστημικής κατάρρευσης.
Η πολιτική πορεία του Trump αντικατοπτρίζει ένα διαφορετικό πλαίσιο αλλά μια συγκρίσιμη δομική στιγμή.
Η υποστήριξή του προέρχεται δυσανάλογα από κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται οικονομικά και πολιτισμικά εκτοπισμένες.
Η ρητορική του αμφισβητεί εμπορικά πλαίσια, συμμαχίες και εγχώριες δομές διακυβέρνησης που πολλοί θεωρούν απομακρυσμένες ή μη ανταποκρινόμενες.
Η σύγκριση δεν αφορά ισοδυναμία αλλά ακολουθία.
Ο Trump μοιάζει λιγότερο με σταθερό τελικό σημείο και περισσότερο με μεταβατική φιγούρα, πιο κοντά στον Yeltsin παρά στον Putin.
Είναι το είδος ηγέτη που αναδύεται όταν ένα σύστημα αρχίζει να παραβιάζει τους ίδιους του τους κανόνες.

Το «μαξιλάρι» του πετροδολαρίου

Επί δεκαετίες, οι ΗΠΑ έχουν προστατευθεί από τις πλήρεις συνέπειες των εσωτερικών ανισορροπιών τους μέσω ενός μοναδικού παγκόσμιου πλεονεκτήματος: του ρόλου του δολαρίου και της ισχύος του δολαριακού συστήματος.
Από τη δεκαετία του 1970, το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου τιμολογείται κυρίως σε δολάρια, δημιουργώντας διαρκή ζήτηση για δολαριακά περιουσιακά στοιχεία.
Σήμερα, το δολάριο εξακολουθεί να αντιστοιχεί περίπου στο 60% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων και οι αγορές των ΗΠΑ παραμένουν οι πιο βαθιές και ρευστοποιήσιμες στον κόσμο.
Αυτό το σύστημα επέτρεψε στις ΗΠΑ να διατηρούν μόνιμα δημοσιονομικά ελλείμματα με σχετικά χαμηλό κόστος δανεισμού.
Λειτούργησε ως χρηματοοικονομικό «μαξιλάρι» που απορροφά πιέσεις οι οποίες αλλιώς θα απαιτούσαν προσαρμογή εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα.
Όμως τα «μαξιλάρια», όπως και οι αυτοκρατορίες, δεν είναι αιώνια.
Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει μια σταδιακή μετατόπιση.
Η Κίνα έχει επεκτείνει τη χρήση του γιουάν στις ενεργειακές συναλλαγές.
Η Ρωσία έχει μειώσει την εξάρτησή της από το δολάριο μετά τις κυρώσεις.
Άλλες χώρες εξετάζουν εναλλακτικούς μηχανισμούς διακανονισμού.
Οι εξελίξεις αυτές είναι ακόμη σταδιακές, αλλά δείχνουν προς ένα πιο διαφοροποιημένο παγκόσμιο νομισματικό περιβάλλον.

Η ελλιπής απάντηση στα φαινόμενα κατάρρευσης 

Σε αντίθεση με τον Putin, που μείωσε το δημόσιο χρέος της Ρωσίας στο 20% του ΑΕΠ και αποκατέστησε τη δημοσιονομική πειθαρχία, ο Trump δεν έχει προτείνει σοβαρό σχέδιο μείωσης του ονομαστικού εθνικού χρέους των ΗΠΑ, το οποίο πλέον πλησιάζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι πληρωμές τόκων αυξάνονται ως ποσοστό των ομοσπονδιακών δαπανών.
Αντί να αντιμετωπίσει αυτό το βάρος, ο Trump έχει προωθήσει την αύξηση των αμυντικών δαπανών — προσθέτοντας δημοσιονομική πίεση τη στιγμή που το «μαξιλάρι» του πετροδολαρίου εξασθενεί.
Ο συνδυασμός αυξανόμενου χρέους, υψηλότερων στρατιωτικών δαπανών και έλλειψης δομικής προσαρμογής καθιστά τις ΗΠΑ πιο ευάλωτες σε χρηματοπιστωτικό σοκ περισσότερο από οποιαδήποτε στιγμή μετά την κρίση του 2008.
Ο πολιτικός διχασμός επιπλέον δυσκολεύει κάθε μακροπρόθεσμο συντονισμό πολιτικής, αφήνοντας τη χώρα εκτεθειμένη σε περίπτωση που η παγκόσμια ζήτηση για δολάρια μειωθεί ταχύτερα από το αναμενόμενο.

Το μάθημα της Σοβιετικής εμπειρίας δεν είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις καταρρέουν ξαφνικά.
Είναι ότι αποδυναμώνονται όταν τα συστήματά τους παύουν να ευθυγραμμίζονται με τις ίδιες τους τις βάσεις.
Η αναλογία με τον Yeltsin, αν ισχύει, οδηγεί σε ένα ανησυχητικό συμπέρασμα: οι μεταβατικές φιγούρες δεν επιλύουν τις κρίσεις που εκφράζουν.
Απλώς καθαρίζουν το έδαφος: Αυτό που ακολουθεί εξαρτάται από το αν το επόμενο στάδιο θα φέρει πραγματική αναπροσαρμογή — μια σοβαρή επανεξέταση της απόκλισης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ ανάπτυξης και κοινής ευημερίας — ή απλώς μια πιο σκληρή επαναβεβαίωση του υπάρχοντος συστήματος.
Το σοβιετικό προηγούμενο δείχνει ότι τα συστήματα σπάνια μεταρρυθμίζονται από μέσα, μέχρι το κόστος της μη μεταρρύθμισης να γίνει αδιαμφισβήτητο.
Για τις ΗΠΑ, αυτό το όριο δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί.
Αλλά η απόσταση προς αυτό είναι μικρότερη από ό,τι παλαιότερα φαινόταν.
Η αναμέτρηση αυτή θα απαιτούσε επαναρρύθμιση της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας, αποκατάσταση της μισθολογικά συνδεδεμένης ευημερίας και σταθεροποίηση μιας πορείας χρέους που κανένα κόμμα δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει σοβαρά.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Αμερική θα αντιμετωπίσει τη δική της αναμέτρηση με την κατάρρευση – αυτό είναι δεδομένο
Είναι αν θα τη αναγνωρίσει εγκαίρως ώστε να ορίσει τους δικούς της όρους.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης