Oι κύριες συντάξεις λόγω θανάτου ανέρχονται σε 657.463 με μέση σύνταξη τα 617,09 ευρώ, οι επικουρικές λόγω θανάτου ανέρχονται σε 312.038 με μέση σύνταξη 128,83 ευρώ
Περισσότερες από 50.000 συντάξεις χηρείας, από τον Δημόσιο Τομέα και τους ΟΤΑ, καθώς και τον Ιδιωτικό τομέα, είναι λανθασμένες κατά παράβαση των νόμων 4387/2016 και 4611/2019, όπως αποφάνθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), ενώ στον αέρα βρίσκεται η καταβολή αναδρομικών για την τριετία 2016-19, που έκρινε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.
Οι απόστρατοι
Συγκεκριμένα, πρόκειται για συντάξεις αποστράτων που εκδόθηκαν μετά την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου 4387/2016, έκρινε ότι ο υπολογισμός των συντάξεων χηρείας στο 50% της νέας σύνταξης (που ήταν μειωμένη) ήταν εσφαλμένος και ότι η σύνταξη έπρεπε να υπολογιστεί στο 70% της αρχικής σύνταξης του θανόντος. Έτσι, οι νέοι δικαιούχοι (χήρες/χήροι) δικαιούνται αναδρομικές αυξήσεις για την τριετία 2016-2019, με ποσά που συχνά ξεπερνούν το ποσό των 5.000 ευρώ και μηνιαίες αυξήσεις έως 300 ευρώ.
Η απόφαση αφορά περίπου 15.000 συντάξεις χηρείας αποστράτων του Δημοσίου.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή και τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων, όπως επισημαίνει ο εργατολόγος Αλέξης Μητρόπουλος, όλες οι συντάξεις χηρείας που απονεμήθηκαν μεταξύ 2016 και 2019 πρέπει να επανυπολογιστούν και οι χήρες/χήροι να λάβουν το 50% της αρχικής σύνταξης του θανόντος/της θανούσης. Συνεπώς, οι 15.000 χήρες/χήροι του Δημοσίου και οι 30.000 και πλέον του Ιδιωτικού Τομέα δικαιούνται να λάβουν μηνιαία αύξηση 200-300 ευρώ και αναδρομικά για τα τρία (3) έτη από 5.000-7.000 ευρώ.
Το σφάλμα
Το βασικό σφάλμα που έχει γίνει στις 50.000 αυτές συντάξεις λόγω θανάτου είναι ότι το 50% της σύνταξης που έλαβαν αντιστοιχούσε στην επανυπολογισμένη-αναπροσαρμοσμένη σύνταξη του θανόντος χωρίς να έχει ληφθεί η προκύψασα από τον επανυπολογισμό προσωπική διαφορά. Αντ’ αυτού η χήρα/χήρος έπρεπε να λάβουν το 50% της σύνταξης του θανότνος πριν τον επανυπολογισμό και την αναπροσαρμογή τής σύνταξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4β του ν. 4387/2016, το συνολικό ποσό τής σύνταξης λόγω θανάτου τού επιζώντος ή και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται («κατώτατο όριο») του ποσού τής εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης (446,87 € για το 2026).
Αν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος ήταν μικρότερος των 20 ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται μέχρι την 20ετία. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των 15 ετών, το ποσό που δικαιούται ο επιζών ή και ο διαζευγμένος σύζυγος δεν μπορεί να υπολείπεται τού κατώτατου ορίου (των 15 ετών).
Από 1-1-2026, με την αύξηση της εθνικής σύνταξης κατά 2,4%, το συνολικό ποσό τής σύνταξης λόγω θανάτου τού επιζώντος ή και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται («κατώτατο όριο») του ποσού τής εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης, δηλαδή 446,87 € (μεικτά). Η κατώτατη σύνταξη χηρείας με 15 ή λιγότερα χρόνια ασφάλισης ορίζεται από 1-1-2026 στα 418,94 € (μεικτά).
Ειδικότερα όμως για τις συντάξεις λόγω θανάτου μετά την πρώτη τριετία καταβολής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016, στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται το 70% της σύνταξης για μία τριετία από την πρώτη τού επομένου τού θανάτου μήνα. Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, καταβάλλεται, αναλόγως της χρονικής διάρκειας της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, το 50% της σύνταξης, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται των κατώτατων ορίων. Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.
Οι αριθμοί
Σύμφωνα με την έκθεση «ΗΛΙΟΣ» του Υπουργείου Εργασίας και της ΗΔΙΚΑ ΑΕ, οι συντάξεις θανάτου ανήλθαν σε 383.409 και μέσο εισόδημα ύψους 755,15 ευρώ.
Oι κύριες συντάξεις λόγω θανάτου ανέρχονται σε 657.463 με μέση σύνταξη τα 617,09 ευρώ, οι επικουρικές λόγω θανάτου ανέρχονται σε 312.038 με μέση σύνταξη 128,83 ευρώ και τα μερίσματα λόγω θανάτου ανέρχονται σε 76.879 με μέσο ύψος 75,17 ευρώ.
Πίνακας: Αναπροσαρμογή των συντάξεων λόγω θανάτου

Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Οι απόστρατοι
Συγκεκριμένα, πρόκειται για συντάξεις αποστράτων που εκδόθηκαν μετά την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου 4387/2016, έκρινε ότι ο υπολογισμός των συντάξεων χηρείας στο 50% της νέας σύνταξης (που ήταν μειωμένη) ήταν εσφαλμένος και ότι η σύνταξη έπρεπε να υπολογιστεί στο 70% της αρχικής σύνταξης του θανόντος. Έτσι, οι νέοι δικαιούχοι (χήρες/χήροι) δικαιούνται αναδρομικές αυξήσεις για την τριετία 2016-2019, με ποσά που συχνά ξεπερνούν το ποσό των 5.000 ευρώ και μηνιαίες αυξήσεις έως 300 ευρώ.
Η απόφαση αφορά περίπου 15.000 συντάξεις χηρείας αποστράτων του Δημοσίου.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή και τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων, όπως επισημαίνει ο εργατολόγος Αλέξης Μητρόπουλος, όλες οι συντάξεις χηρείας που απονεμήθηκαν μεταξύ 2016 και 2019 πρέπει να επανυπολογιστούν και οι χήρες/χήροι να λάβουν το 50% της αρχικής σύνταξης του θανόντος/της θανούσης. Συνεπώς, οι 15.000 χήρες/χήροι του Δημοσίου και οι 30.000 και πλέον του Ιδιωτικού Τομέα δικαιούνται να λάβουν μηνιαία αύξηση 200-300 ευρώ και αναδρομικά για τα τρία (3) έτη από 5.000-7.000 ευρώ.
Το σφάλμα
Το βασικό σφάλμα που έχει γίνει στις 50.000 αυτές συντάξεις λόγω θανάτου είναι ότι το 50% της σύνταξης που έλαβαν αντιστοιχούσε στην επανυπολογισμένη-αναπροσαρμοσμένη σύνταξη του θανόντος χωρίς να έχει ληφθεί η προκύψασα από τον επανυπολογισμό προσωπική διαφορά. Αντ’ αυτού η χήρα/χήρος έπρεπε να λάβουν το 50% της σύνταξης του θανότνος πριν τον επανυπολογισμό και την αναπροσαρμογή τής σύνταξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4β του ν. 4387/2016, το συνολικό ποσό τής σύνταξης λόγω θανάτου τού επιζώντος ή και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται («κατώτατο όριο») του ποσού τής εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης (446,87 € για το 2026).
Αν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος ήταν μικρότερος των 20 ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται μέχρι την 20ετία. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των 15 ετών, το ποσό που δικαιούται ο επιζών ή και ο διαζευγμένος σύζυγος δεν μπορεί να υπολείπεται τού κατώτατου ορίου (των 15 ετών).
Από 1-1-2026, με την αύξηση της εθνικής σύνταξης κατά 2,4%, το συνολικό ποσό τής σύνταξης λόγω θανάτου τού επιζώντος ή και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται («κατώτατο όριο») του ποσού τής εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης, δηλαδή 446,87 € (μεικτά). Η κατώτατη σύνταξη χηρείας με 15 ή λιγότερα χρόνια ασφάλισης ορίζεται από 1-1-2026 στα 418,94 € (μεικτά).
Ειδικότερα όμως για τις συντάξεις λόγω θανάτου μετά την πρώτη τριετία καταβολής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016, στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται το 70% της σύνταξης για μία τριετία από την πρώτη τού επομένου τού θανάτου μήνα. Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, καταβάλλεται, αναλόγως της χρονικής διάρκειας της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, το 50% της σύνταξης, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται των κατώτατων ορίων. Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.
Οι αριθμοί
Σύμφωνα με την έκθεση «ΗΛΙΟΣ» του Υπουργείου Εργασίας και της ΗΔΙΚΑ ΑΕ, οι συντάξεις θανάτου ανήλθαν σε 383.409 και μέσο εισόδημα ύψους 755,15 ευρώ.
Oι κύριες συντάξεις λόγω θανάτου ανέρχονται σε 657.463 με μέση σύνταξη τα 617,09 ευρώ, οι επικουρικές λόγω θανάτου ανέρχονται σε 312.038 με μέση σύνταξη 128,83 ευρώ και τα μερίσματα λόγω θανάτου ανέρχονται σε 76.879 με μέσο ύψος 75,17 ευρώ.
Πίνακας: Αναπροσαρμογή των συντάξεων λόγω θανάτου

Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών