Η προσπάθεια της Συρίας να ξαναχτίσει τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου μπήκε σε νέα φάση τον Ιανουάριο του 2026, όταν οι δυνάμεις της κυβέρνησης al-Sharaa κατέλαβαν περιοχές που ελέγχονταν για χρόνια από τις υπό κουρδική ηγεσία Syrian Democratic Forces (SDF) και επέβαλαν νέα εκεχειρία.
Με τη συμφωνία της 18ης Ιανουαρίου, η Δαμασκός ανέλαβε διοικητικό και αστυνομικό έλεγχο σε όλες τις κρίσιμες υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου στη βορειοανατολική Συρία, συμπεριλαμβανομένων των πεδίων Al-Omar, Tanak και του εργοστασίου φυσικού αερίου Conoco.
Για πρώτη φορά από το 2011, η κυβέρνηση επανέκτησε τον έλεγχο της πλειονότητας των υδρογονανθράκων της χώρας — μια τεράστια οικονομική ανάσα, αλλά και μια πηγή νέων γεωπολιτικών ρίσκων.
Πριν και μετά την κατάρρευση
Σύμφωνα με το oilprice.com, πριν από τον πόλεμο, η Συρία παρήγαγε περίπου 380.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και 25,5 εκατ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου την ημέρα. Μετά το 2011, η παραγωγή πετρελαίου κατέρρευσε κατά περίπου 80%, φτάνοντας μόλις τα 30.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ το φυσικό αέριο μειώθηκε στο μισό.
Το φυσικό αέριο επλήγη λιγότερο, καθώς τα μεγάλα πεδία στη λεκάνη της Παλμύρας παρέμειναν υπό κρατικό έλεγχο. Αντίθετα, το πετρέλαιο — συγκεντρωμένο στη βορειοανατολική Συρία — βρέθηκε στο επίκεντρο των πιο σφοδρών συγκρούσεων.
Μετά την πτώση του Bashar al-Assad στα τέλη του 2024, ακολούθησε ένας χρόνος εύθραυστων διαπραγματεύσεων με τις SDF. Η στρατιωτική προέλαση του Ιανουαρίου 2026 άλλαξε ριζικά την ισορροπία.
Η Δύση επανέρχεται – αλλά με όρους
Η επενδυτική ανάκαμψη ξεκίνησε όταν οι δυτικές κυβερνήσεις άρχισαν να χαλαρώνουν τις κυρώσεις. Τον Ιούνιο του 2025, οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις στη Syrian Petroleum Company (SPC), με την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο να ακολουθούν.
Οι πρώτοι που κινήθηκαν δυναμικά ήταν εταίροι από τον Κόλπο. Η Σαουδική Αραβία υπέγραψε συμφωνίες για ανάπτυξη φυσικού αερίου, γεωτρήσεις και έργα ηλεκτροπαραγωγής, ενώ η Saudi Electricity Company μπήκε σε συνεργασία για το δίκτυο.
Η Dana Gas από τα ΗΑΕ υπέγραψε συμφωνία αξιολόγησης πεδίων φυσικού αερίου, ενώ κονσόρτσιουμ υπό το Κατάρ δεσμεύτηκε για επενδύσεις 7 δισ. δολαρίων σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς.
Το φυσικό αέριο έγινε η πρώτη προτεραιότητα: λιγότερο κατεστραμμένο, κρίσιμο για την ηλεκτροδότηση και πολιτικά πιο «ασφαλές».
Big Oil: Ποιος φεύγει, ποιος μπαίνει
Στα τέλη Ιανουαρίου 2026, η Shell ανακοίνωσε αποχώρηση από το μερίδιό της στο πεδίο Al-Omar, μεταβιβάζοντάς το στην SPC — εντασσόμενη στη στρατηγική εξόδου από περιοχές υψηλού ρίσκου.
Παρά τις δηλώσεις της SPC για πιθανή συνεργασία με TotalEnergies και Eni, οι ευρωπαϊκοί κολοσσοί παραμένουν επιφυλακτικοί.
Αντίθετα, αμερικανικές εταιρείες κινούνται πιο επιθετικά.
Η ConocoPhillips υπέγραψε προκαταρκτικές συμφωνίες για ανάπτυξη κοιτασμάτων φυσικού αερίου, ενώ στις 4 Φεβρουαρίου η Chevron και η καταριανή Power International Holding υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για υπεράκτιες έρευνες, με γεωτρήσεις ήδη από το καλοκαίρι του 2026.
Η Ρωσία δεν φεύγει
Η Μόσχα παραμένει ο πιο σταθερός εξωτερικός παίκτης.
Η Tatneft δραστηριοποιούνταν στη Συρία πριν από το 2011, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου ρωσικές εταιρείες ενίσχυσαν την παρουσία τους μέσω συμφωνιών ασφαλείας.
Μετά την πτώση του καθεστώτος Assad, η Ρωσία κάλυψε γρήγορα το κενό που άφησε το Ιράν ως βασικός προμηθευτής καυσίμων. Από το 2025, άρχισε να αποστέλλει μίγματα ARCO, Urals crude και προϊόντα διύλισης, κρατώντας τα συριακά διυλιστήρια σε λειτουργία. Τον Ιανουάριο του 2026, οι ρωσικές εξαγωγές έφτασαν περίπου τα 115.000 βαρέλια ημερησίως.
Το δύσκολο συριακό αργό – και η μεγάλη έκπτωση
Η SPC δοκίμασε εξαγωγές μετά τη χαλάρωση των κυρώσεων. Ένα φορτίο αναχώρησε από το Tartous τον Σεπτέμβριο του 2025 με τελικό προορισμό τη Σαρδηνία και το διυλιστήριο Saras της Vitol.
Το συριακό αργό είναι βαρύ (23° API), υψηλό σε θείο (περίπου 4%) και με υψηλή περιεκτικότητα σε νερό. Λίγα, σύνθετα διυλιστήρια μπορούν να το επεξεργαστούν.
Το πλεονέκτημα; Η τιμή. Προσφερόταν με έκπτωση περίπου 10 δολαρίων έναντι του Brent — το φθηνότερο «καθαρό» από κυρώσεις βαρέλι στη Μεσόγειο.
Η γεωπολιτική παρτίδα
Η άνιση επιστροφή ξένων κεφαλαίων αντικατοπτρίζει τη σύγκρουση ρωσικών και δυτικών συμφερόντων πάνω στα ίδια assets.
Η Ρωσία θέλει να διατηρήσει το προβάδισμα που έχτισε στον πόλεμο. Η Δύση βλέπει τον ενεργειακό τομέα ως εργαλείο σταθεροποίησης και πολιτικής επιρροής. Η απόφαση της Ουάσιγκτον να περιορίσει τη στήριξη προς τις SDF και να μεταφέρει το βάρος στη Δαμασκό επέτρεψε την επανακατάληψη των πεδίων.
Για τη Δαμασκό, η ισορροπία είναι λεπτή: Η Ρωσία προσφέρει άμεση σταθερότητα και καύσιμα, η Δύση φέρνει κεφάλαια, τεχνολογία και διεθνή νομιμοποίηση.
Σταθερότητα ή νέα εξάρτηση;
Η ηλεκτροπαραγωγή μέσω φυσικού αερίου αναμένεται να ανακάμψει πρώτη. Το πετρέλαιο θα ακολουθήσει πιο αργά, περιορισμένο από υποδομές, επενδυτικό φόβο και πολιτικό ρίσκο.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Συρία θα ξαναβγάλει πετρέλαιο.
Το ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει τον διακόπτη.
Η διαχείριση αυτής της γεωπολιτικής καταιγίδας θα καθορίσει αν η μετα-πολεμική Συρία θα πετύχει βιώσιμη ανάπτυξη — ή αν θα αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών