Στην Ουάσιγκτον εξετάζονται ακόμη και ακραία σενάρια, όπως η εξουδετέρωση του ανώτατου ηγέτη Ali Khamenei
Ο πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το ενδεχόμενο αμερικανικής επίθεσης στο Ιράν, καθώς στην περιοχή έχει συγκεντρωθεί μια άνευ προηγουμένου στρατιωτική ισχύς.
Δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων έχουν μεταφερθεί στη Μέση Ανατολή, ανάμεσά τους και το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ, το USS Gerald R. Ford.
Μαχητικά αεροσκάφη, δεκάδες ιπτάμενα τάνκερ και μεταγωγικά μετασταθμεύουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ευρωπαϊκές βάσεις, με στόχο την υποστήριξη των δυνάμεων στην περιοχή.
Το Πεντάγωνο έχει ενισχύσει επίσης την αεράμυνα με συστήματα Patriot και THAAD, για την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων από ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα με πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς.
Στην περιοχή βρίσκονται ήδη 30.000 έως 40.000 Αμερικανοί στρατιώτες.
Θεωρητικά, το μόνο που απομένει είναι η πολιτική απόφαση.
Ωστόσο, έγκυρα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης προειδοποιούν ότι οι στόχοι μιας τέτοιας επιχείρησης παραμένουν ασαφείς και ότι οι συνέπειες μπορεί να είναι οδυνηρές για την Ουάσιγκτον.
Οι προειδοποιήσεις
Η The New York Times σε ανάλυσή της με τίτλο «Γιατί μια επίθεση στο Ιράν μπορεί να είναι πιο ριψοκίνδυνη από τη σύλληψη του Maduro» επισημαίνει ότι οι εκτεταμένες στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης και το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων της θα μπορούσαν να εμπλέξουν τις ΗΠΑ σε μια μακρόχρονη σύγκρουση.
Όπως σημειώνει η εφημερίδα, ο Donald Trump είχε συγκρίνει την αποστολή αμερικανικής «αρμάδας» προς το Ιράν με την πρόσφατη ταχεία επιχείρηση στη Βενεζουέλα, υποστηρίζοντας ότι μια ανάλογη δράση θα μπορούσε να είναι «γρήγορη και σκληρή».
Αναλυτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι το ιρανικό οπλοστάσιο —που περιλαμβάνει βαλλιστικούς πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς ικανούς να πλήξουν αμερικανικές βάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, drones και αντιαποβατικά όπλα— καθιστά οποιαδήποτε στρατιωτική επιλογή εξαιρετικά περίπλοκη.
«Δεν υπάρχει φθηνή, απλή και καθαρή στρατιωτική λύση στο Ιράν», δηλώνει ο Ali Vaez από τη International Crisis Group, προειδοποιώντας για «πραγματικό κίνδυνο απωλειών Αμερικανών», ιδίως σε εκλογική χρονιά.
Η δύναμη των «γειτόνων»
Πέραν της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν, προβληματισμό προκαλεί και η στάση των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ.
Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να μην επιθυμούν τη χρήση του εναέριου χώρου τους για επιθέσεις.
Μοναδικός σταθερός σύμμαχος εμφανίζεται το Ισραήλ. Σύμφωνα με τη βρετανική The Times, ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Keir Starmer φέρεται να αρνήθηκε τη χρήση βρετανικών βάσεων για επιχειρήσεις κατά του Ιράν — πληροφορία που δεν επιβεβαιώθηκε επισήμως.
Το Ιράν, κατά τους αναλυτές, διατηρεί επίσης την αποκαλούμενη «άξονα αντίστασης», υποστηρίζοντας οργανώσεις όπως η Ηezbollah στον Λίβανο και τους Houthis στην Υεμένη, οι οποίοι θα μπορούσαν να ανοίξουν πολλαπλά μέτωπα εναντίον αμερικανικών συμφερόντων.
Ο οικονομικός αντίκτυπος
Οι οικονομικές επιπτώσεις μιας σύρραξης εκτιμώνται ως δυνητικά εκρηκτικές.
Η Τεχεράνη έχει απειλήσει με κλείσιμο των Στενών του Hormuz, απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οποιαδήποτε διαταραχή θα προκαλούσε άλμα στις τιμές ενέργειας.
Το Bloomberg επισημαίνει ότι, παρά τις σκέψεις για «περιορισμένα πλήγματα» με στόχο την άσκηση πίεσης για νέα πυρηνική συμφωνία, μια επίθεση ενδέχεται να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Δημοσκόπηση του Quinnipiac University δείχνει ότι το 70% των Αμερικανών δεν επιθυμεί πόλεμο με το Ιράν.
Το σενάριο της «εξουδετέρωσης» Khamenei
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το Axios, στην Ουάσιγκτον εξετάζονται ακόμη και ακραία σενάρια, όπως η εξουδετέρωση του ανώτατου ηγέτη Ali Khamenei.
Παράλληλα, η The Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Trump δεν αποκλείει ένα αρχικό περιορισμένο χτύπημα, το οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρείας κλίμακας εκστρατεία αν η Τεχεράνη δεν εγκαταλείψει τον εμπλουτισμό ουρανίου.
Παρά την πολεμική ρητορική, οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.
Το Reuters μετέδωσε ότι νέος γύρος συνομιλιών ενδέχεται να πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο, ενώ επαφές έχουν ήδη γίνει σε Ομάν και Γενεύη.
Κόπωση στις ένοπλες δυνάμεις
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, καταγράφεται κόπωση ακόμη και στο εσωτερικό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Όπως έγραψε η The Wall Street Journal, η παρατεταμένη ανάπτυξη του USS Gerald R. Ford έχει επηρεάσει το ηθικό του πληρώματος.
Μακρές αποστολές, φθορές στον εξοπλισμό και τεχνικά προβλήματα —ακόμη και στο υδραυλικό σύστημα— δημιουργούν επιπλέον προκλήσεις.
Έτσι, ενώ η στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα, ο Donald Trump εμφανίζεται να σταθμίζει το πολιτικό και στρατηγικό κόστος.
Και όπως σχολιάζουν σκωπτικά ορισμένοι αναλυτές, την έκβαση μιας πιθανής σύγκρουσης μπορεί να επηρεάσουν όχι μόνο οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί, αλλά και τα πιο… πεζά προβλήματα ενός αεροπλανοφόρου.
www.bankingnews.gr
Δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων έχουν μεταφερθεί στη Μέση Ανατολή, ανάμεσά τους και το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ, το USS Gerald R. Ford.
Μαχητικά αεροσκάφη, δεκάδες ιπτάμενα τάνκερ και μεταγωγικά μετασταθμεύουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ευρωπαϊκές βάσεις, με στόχο την υποστήριξη των δυνάμεων στην περιοχή.
Το Πεντάγωνο έχει ενισχύσει επίσης την αεράμυνα με συστήματα Patriot και THAAD, για την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων από ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα με πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς.
Στην περιοχή βρίσκονται ήδη 30.000 έως 40.000 Αμερικανοί στρατιώτες.
Θεωρητικά, το μόνο που απομένει είναι η πολιτική απόφαση.
Ωστόσο, έγκυρα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης προειδοποιούν ότι οι στόχοι μιας τέτοιας επιχείρησης παραμένουν ασαφείς και ότι οι συνέπειες μπορεί να είναι οδυνηρές για την Ουάσιγκτον.
Οι προειδοποιήσεις
Η The New York Times σε ανάλυσή της με τίτλο «Γιατί μια επίθεση στο Ιράν μπορεί να είναι πιο ριψοκίνδυνη από τη σύλληψη του Maduro» επισημαίνει ότι οι εκτεταμένες στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης και το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων της θα μπορούσαν να εμπλέξουν τις ΗΠΑ σε μια μακρόχρονη σύγκρουση.
Όπως σημειώνει η εφημερίδα, ο Donald Trump είχε συγκρίνει την αποστολή αμερικανικής «αρμάδας» προς το Ιράν με την πρόσφατη ταχεία επιχείρηση στη Βενεζουέλα, υποστηρίζοντας ότι μια ανάλογη δράση θα μπορούσε να είναι «γρήγορη και σκληρή».
Αναλυτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι το ιρανικό οπλοστάσιο —που περιλαμβάνει βαλλιστικούς πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς ικανούς να πλήξουν αμερικανικές βάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, drones και αντιαποβατικά όπλα— καθιστά οποιαδήποτε στρατιωτική επιλογή εξαιρετικά περίπλοκη.
«Δεν υπάρχει φθηνή, απλή και καθαρή στρατιωτική λύση στο Ιράν», δηλώνει ο Ali Vaez από τη International Crisis Group, προειδοποιώντας για «πραγματικό κίνδυνο απωλειών Αμερικανών», ιδίως σε εκλογική χρονιά.
Η δύναμη των «γειτόνων»
Πέραν της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν, προβληματισμό προκαλεί και η στάση των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ.
Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέρονται να μην επιθυμούν τη χρήση του εναέριου χώρου τους για επιθέσεις.
Μοναδικός σταθερός σύμμαχος εμφανίζεται το Ισραήλ. Σύμφωνα με τη βρετανική The Times, ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Keir Starmer φέρεται να αρνήθηκε τη χρήση βρετανικών βάσεων για επιχειρήσεις κατά του Ιράν — πληροφορία που δεν επιβεβαιώθηκε επισήμως.
Το Ιράν, κατά τους αναλυτές, διατηρεί επίσης την αποκαλούμενη «άξονα αντίστασης», υποστηρίζοντας οργανώσεις όπως η Ηezbollah στον Λίβανο και τους Houthis στην Υεμένη, οι οποίοι θα μπορούσαν να ανοίξουν πολλαπλά μέτωπα εναντίον αμερικανικών συμφερόντων.
Ο οικονομικός αντίκτυπος
Οι οικονομικές επιπτώσεις μιας σύρραξης εκτιμώνται ως δυνητικά εκρηκτικές.
Η Τεχεράνη έχει απειλήσει με κλείσιμο των Στενών του Hormuz, απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οποιαδήποτε διαταραχή θα προκαλούσε άλμα στις τιμές ενέργειας.
Το Bloomberg επισημαίνει ότι, παρά τις σκέψεις για «περιορισμένα πλήγματα» με στόχο την άσκηση πίεσης για νέα πυρηνική συμφωνία, μια επίθεση ενδέχεται να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Δημοσκόπηση του Quinnipiac University δείχνει ότι το 70% των Αμερικανών δεν επιθυμεί πόλεμο με το Ιράν.
Το σενάριο της «εξουδετέρωσης» Khamenei
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το Axios, στην Ουάσιγκτον εξετάζονται ακόμη και ακραία σενάρια, όπως η εξουδετέρωση του ανώτατου ηγέτη Ali Khamenei.
Παράλληλα, η The Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Trump δεν αποκλείει ένα αρχικό περιορισμένο χτύπημα, το οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρείας κλίμακας εκστρατεία αν η Τεχεράνη δεν εγκαταλείψει τον εμπλουτισμό ουρανίου.
Παρά την πολεμική ρητορική, οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.
Το Reuters μετέδωσε ότι νέος γύρος συνομιλιών ενδέχεται να πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο, ενώ επαφές έχουν ήδη γίνει σε Ομάν και Γενεύη.
Κόπωση στις ένοπλες δυνάμεις
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, καταγράφεται κόπωση ακόμη και στο εσωτερικό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Όπως έγραψε η The Wall Street Journal, η παρατεταμένη ανάπτυξη του USS Gerald R. Ford έχει επηρεάσει το ηθικό του πληρώματος.
Μακρές αποστολές, φθορές στον εξοπλισμό και τεχνικά προβλήματα —ακόμη και στο υδραυλικό σύστημα— δημιουργούν επιπλέον προκλήσεις.
Έτσι, ενώ η στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα, ο Donald Trump εμφανίζεται να σταθμίζει το πολιτικό και στρατηγικό κόστος.
Και όπως σχολιάζουν σκωπτικά ορισμένοι αναλυτές, την έκβαση μιας πιθανής σύγκρουσης μπορεί να επηρεάσουν όχι μόνο οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί, αλλά και τα πιο… πεζά προβλήματα ενός αεροπλανοφόρου.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών