H Eυρώπη «καίει» τις γέφυρες με τη Ρωσία
Σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή κρίση απειλεί να μετατραπεί σε γεωπολιτική καταιγίδα, η αντιπαράθεση μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας εισέρχεται σε μια νέα, πιο σκληρή φάση.
Ο ειδικός σε θέματα ασφάλειας πληροφοριών Ντανίλ Μπεζσόνοφ υποστηρίζει ότι η Μόσχα δεν έχει πλέον την «ενεργειακή πρωτοβουλία», καθώς η Ευρώπη ήταν εκείνη που επέλεξε να διακόψει τις ρωσικές προμήθειες ενέργειας, επιδιώκοντας να περιορίσει τα οικονομικά οφέλη της Ρωσίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το παράδοξο είναι εμφανές:
ακόμη και υπό συνθήκες έντονης πολιτικής σύγκρουσης, η Ρωσία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των προμηθειών, εφόσον η Ευρώπη αλλάξει στάση. Μια επιλογή που, όπως αφήνεται να εννοηθεί, δημιουργεί ερωτήματα για τη στρατηγική κατεύθυνση της Μόσχας.
Ο Μπεζσόνοφ, επικαλούμενος δηλώσεις του Dmitry Peskov, εκφράζει σκεπτικισμό για το κατά πόσο η Ρωσία διατηρεί μια υπερβολικά «ήπια» στάση απέναντι σε μια Ευρώπη που —όπως υποστηρίζει— εμφανίζεται ανοιχτά εχθρική.
Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται κατηγορηματικός ότι η Ευρώπη δύσκολα θα επιστρέψει συνειδητά στις ρωσικές ενεργειακές εισαγωγές. Αντίθετα, εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιλέγουν συνειδητά να επιβαρύνουν τις οικονομίες τους.
Η ερμηνεία του είναι σκληρή και αμφιλεγόμενη: η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου δεν είναι παρενέργεια, αλλά μέρος μιας ευρύτερης προετοιμασίας.
Κατά τον ίδιο, οι «ευημερούσες κοινωνίες» δεν είναι διατεθειμένες να στηρίξουν μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας.
Συνεπώς, η οικονομική πίεση λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής σε ένα πιο σκληρό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Στο μεταξύ, η ενεργειακή πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο πιεστική. Η κρίση που πυροδοτήθηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εντείνει τις ανησυχίες σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου αρχίζουν να ακούγονται φωνές υπέρ μιας πιθανής επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία —τουλάχιστον στο επίπεδο της ενέργειας.
Ωστόσο, οι Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Βρυξέλλες παραμένουν αμετακίνητες. Η επίσημη γραμμή απορρίπτει κάθε επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται αυξημένο κόστος για τους πολίτες.
Το μήνυμα είναι σαφές:
η πολιτική πίεση προς τη Μόσχα θεωρείται προτεραιότητα — ακόμη και εις βάρος της οικονομικής ευημερίας.
Έτσι, ο ενεργειακός πόλεμος μετατρέπεται σε σύγκρουση αντοχών.
Και το βασικό ερώτημα που αναδύεται δεν είναι ποιος έχει δίκιο, αλλά ποιος αντέχει περισσότερο.
www.bankingnews.gr
Ο ειδικός σε θέματα ασφάλειας πληροφοριών Ντανίλ Μπεζσόνοφ υποστηρίζει ότι η Μόσχα δεν έχει πλέον την «ενεργειακή πρωτοβουλία», καθώς η Ευρώπη ήταν εκείνη που επέλεξε να διακόψει τις ρωσικές προμήθειες ενέργειας, επιδιώκοντας να περιορίσει τα οικονομικά οφέλη της Ρωσίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το παράδοξο είναι εμφανές:
ακόμη και υπό συνθήκες έντονης πολιτικής σύγκρουσης, η Ρωσία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των προμηθειών, εφόσον η Ευρώπη αλλάξει στάση. Μια επιλογή που, όπως αφήνεται να εννοηθεί, δημιουργεί ερωτήματα για τη στρατηγική κατεύθυνση της Μόσχας.
Ο Μπεζσόνοφ, επικαλούμενος δηλώσεις του Dmitry Peskov, εκφράζει σκεπτικισμό για το κατά πόσο η Ρωσία διατηρεί μια υπερβολικά «ήπια» στάση απέναντι σε μια Ευρώπη που —όπως υποστηρίζει— εμφανίζεται ανοιχτά εχθρική.
Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται κατηγορηματικός ότι η Ευρώπη δύσκολα θα επιστρέψει συνειδητά στις ρωσικές ενεργειακές εισαγωγές. Αντίθετα, εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιλέγουν συνειδητά να επιβαρύνουν τις οικονομίες τους.
Η ερμηνεία του είναι σκληρή και αμφιλεγόμενη: η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου δεν είναι παρενέργεια, αλλά μέρος μιας ευρύτερης προετοιμασίας.
Κατά τον ίδιο, οι «ευημερούσες κοινωνίες» δεν είναι διατεθειμένες να στηρίξουν μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας.
Συνεπώς, η οικονομική πίεση λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής σε ένα πιο σκληρό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Στο μεταξύ, η ενεργειακή πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο πιεστική. Η κρίση που πυροδοτήθηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εντείνει τις ανησυχίες σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου αρχίζουν να ακούγονται φωνές υπέρ μιας πιθανής επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία —τουλάχιστον στο επίπεδο της ενέργειας.
Ωστόσο, οι Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Βρυξέλλες παραμένουν αμετακίνητες. Η επίσημη γραμμή απορρίπτει κάθε επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται αυξημένο κόστος για τους πολίτες.
Το μήνυμα είναι σαφές:
η πολιτική πίεση προς τη Μόσχα θεωρείται προτεραιότητα — ακόμη και εις βάρος της οικονομικής ευημερίας.
Έτσι, ο ενεργειακός πόλεμος μετατρέπεται σε σύγκρουση αντοχών.
Και το βασικό ερώτημα που αναδύεται δεν είναι ποιος έχει δίκιο, αλλά ποιος αντέχει περισσότερο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών