Η προειδοποίηση προέρχεται από το International Institute for Strategic Studies, κορυφαίο ερευνητικό οργανισμό αμυντικών θεμάτων με έδρα το Λονδίνο
Μια μεγάλη νέα αμυντική αξιολόγηση προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας για την Ταϊβάν θα μπορούσε να κλιμακωθεί ταχύτατα σε πυρηνική κρίση, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη στρατηγική αστάθεια στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.
Η προειδοποίηση προέρχεται από το International Institute for Strategic Studies, κορυφαίο ερευνητικό οργανισμό αμυντικών θεμάτων με έδρα το Λονδίνο, ενόψει της συνόδου ασφαλείας Shangri-La Dialogue στη Σιγκαπούρη.
Η ετήσια σύνοδος συγκεντρώνει υπουργούς Άμυνας, στρατιωτικούς ηγέτες, αξιωματούχους πληροφοριών, διπλωμάτες και ειδικούς ασφαλείας από όλο τον κόσμο για συζητήσεις σχετικά με τις αναδυόμενες γεωπολιτικές απειλές.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο κόσμος πλησιάζει σε μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, με τις εντάσεις στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού να εξελίσσονται στο επίκεντρο του παγκόσμιου στρατηγικού ανταγωνισμού.
Η αξιολόγηση, σύμφωνα με το Reuters, επισημαίνει ότι η αυξανόμενη στρατιωτική ισχύς, η επέκταση των πυρηνικών οπλοστασίων και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών επικοινωνίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο ανάφλεξης
Η Ταϊβάν εξακολουθεί να αποτελεί το πιο ευαίσθητο ζήτημα στις σχέσεις Πεκίνου και Ουάσιγκτον.
Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της και έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι προτιμά την ειρηνική επανένωση, χωρίς όμως να αποκλείει τη χρήση βίας εάν το θεωρήσει αναγκαίο.
Η κυβέρνηση της Ταϊβάν απορρίπτει τους κινεζικούς ισχυρισμούς περί κυριαρχίας και συνεχίζει να ενισχύει τις αμυντικές της συνεργασίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και περιφερειακούς συμμάχους.
Η έκθεση αναφέρει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης, η Κίνα πιθανότατα θα επιχειρούσε να απομονώσει την Ταϊβάν και να κρατήσει τις αμερικανικές δυνάμεις μακριά από την περιοχή.
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα επικεντρώνονταν στην προστασία της Ταϊβάν και στη διατήρηση στρατιωτικής πρόσβασης στον Ειρηνικό.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια αντιπαράθεση θα μπορούσε γρήγορα να επεκταθεί σε πολλαπλά στρατιωτικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων ναυτικών επιχειρήσεων, κυβερνοπολέμου, δορυφορικών συστημάτων, υποδομών πληροφοριών και πυραυλικών επιθέσεων.
Ο πυρηνικός κίνδυνος προκαλεί παγκόσμιο συναγερμό
Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι η πιθανότητα επιθέσεων σε στρατιωτικά συστήματα επικοινωνίας και διοίκησης να οδηγήσουν ακούσια σε πυρηνική κλιμάκωση.
Η αξιολόγηση εξηγεί ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Κίνα πιθανότατα θα στοχοποιούσαν τα συστήματα διοίκησης, ελέγχου, πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης της άλλης πλευράς κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης.
Τα συστήματα αυτά θεωρούνται κρίσιμα για τον στρατιωτικό συντονισμό αλλά και για την πυρηνική αποτροπή.
Χωρίς σαφώς καθορισμένα κανάλια επικοινωνίας ή κανόνες εμπλοκής, στρατιωτικές κινήσεις θα μπορούσαν εύκολα να παρερμηνευθούν, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης πυρηνικής αντιπαράθεσης.
Η έκθεση τονίζει ότι υπάρχουν ελάχιστα δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν πως οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει αποτελεσματικές δικλίδες ασφαλείας για την αποτροπή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης σε μια μεγάλη κρίση.
Ανησυχία για την έλλειψη στρατηγικής επικοινωνίας
Οι ειδικοί που συμμετείχαν στη μελέτη υπογράμμισαν την απουσία ουσιαστικού πυρηνικού διαλόγου μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Ο Daniel Salisbury, επικεφαλής ερευνητής του ινστιτούτου, σημείωσε ότι, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Κίνα και οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν μακρά ιστορία διαπραγματεύσεων για τον έλεγχο εξοπλισμών ή συνομιλιών μείωσης κινδύνου.
Όπως εξήγησε, η έλλειψη εμπιστοσύνης και διαφάνειας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων καθιστά πολύ πιο δύσκολη την ουσιαστική επικοινωνία.
Το πυρηνικό πρόγραμμα της Κίνας παραμένει εξαιρετικά μυστικοπαθές, γεγονός που δυσκολεύει τις άλλες δυνάμεις να κατανοήσουν πλήρως τις δυνατότητες και τις προθέσεις του Πεκίνου.
Η απουσία καθιερωμένων μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων εξελίσσεται σε ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία για αναλυτές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Η Κίνα επεκτείνει ραγδαία το πυρηνικό της οπλοστάσιο

Η έκθεση εκφράζει επίσης ανησυχίες για την ταχεία ανάπτυξη του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας.
Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Πενταγώνου, η Κίνα θα μπορούσε να διαθέτει έως και χίλιες πυρηνικές κεφαλές μέχρι το 2030.
Παρότι το κινεζικό οπλοστάσιο παραμένει σημαντικά μικρότερο από εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο εκσυγχρονίζει τις δυνατότητές του ταχύτερα από κάθε άλλη πυρηνική δύναμη.
Οι τρέχουσες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η Ρωσία διαθέτει περίπου 4.400 ενεργές πυρηνικές κεφαλές, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες περίπου 3.700. Η Κίνα εκτιμάται ότι διαθέτει περισσότερες από 600 ενεργές κεφαλές.
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η ενίσχυση των στρατηγικών δυνάμεων της Κίνας αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας του Πεκίνου να αμφισβητήσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού.
Αυξανόμενη αβεβαιότητα στην Ασία

Η σύνοδος Shangri-La Dialogue πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας στην Ασία.
Οι ανησυχίες σχετικά με τη μακροπρόθεσμη δέσμευση της Ουάσιγκτον προς τους περιφερειακούς συμμάχους της έχουν ενισχυθεί μετά τις πρόσφατες διπλωματικές επαφές μεταξύ του Donald Trump και του Xi Jinping.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ορισμένοι αξιωματούχοι στην Ταϊβάν ανησυχούν ότι οι μεταβαλλόμενες πολιτικές ισορροπίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς το νησί σε μια μελλοντική κρίση.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα έχει αυξήσει τη στρατιωτική δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών και ναυτικών επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην άσκηση πίεσης προς την Ταϊπέι αλλά και στη δοκιμή των περιφερειακών αντιδράσεων.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν εντείνει τις ανησυχίες των γειτονικών χωρών για το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
www.bankingnews.gr
Η προειδοποίηση προέρχεται από το International Institute for Strategic Studies, κορυφαίο ερευνητικό οργανισμό αμυντικών θεμάτων με έδρα το Λονδίνο, ενόψει της συνόδου ασφαλείας Shangri-La Dialogue στη Σιγκαπούρη.
Η ετήσια σύνοδος συγκεντρώνει υπουργούς Άμυνας, στρατιωτικούς ηγέτες, αξιωματούχους πληροφοριών, διπλωμάτες και ειδικούς ασφαλείας από όλο τον κόσμο για συζητήσεις σχετικά με τις αναδυόμενες γεωπολιτικές απειλές.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο κόσμος πλησιάζει σε μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, με τις εντάσεις στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού να εξελίσσονται στο επίκεντρο του παγκόσμιου στρατηγικού ανταγωνισμού.
Η αξιολόγηση, σύμφωνα με το Reuters, επισημαίνει ότι η αυξανόμενη στρατιωτική ισχύς, η επέκταση των πυρηνικών οπλοστασίων και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών επικοινωνίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο ανάφλεξης
Η Ταϊβάν εξακολουθεί να αποτελεί το πιο ευαίσθητο ζήτημα στις σχέσεις Πεκίνου και Ουάσιγκτον.
Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της και έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι προτιμά την ειρηνική επανένωση, χωρίς όμως να αποκλείει τη χρήση βίας εάν το θεωρήσει αναγκαίο.
Η κυβέρνηση της Ταϊβάν απορρίπτει τους κινεζικούς ισχυρισμούς περί κυριαρχίας και συνεχίζει να ενισχύει τις αμυντικές της συνεργασίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και περιφερειακούς συμμάχους.
Η έκθεση αναφέρει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης, η Κίνα πιθανότατα θα επιχειρούσε να απομονώσει την Ταϊβάν και να κρατήσει τις αμερικανικές δυνάμεις μακριά από την περιοχή.
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα επικεντρώνονταν στην προστασία της Ταϊβάν και στη διατήρηση στρατιωτικής πρόσβασης στον Ειρηνικό.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια αντιπαράθεση θα μπορούσε γρήγορα να επεκταθεί σε πολλαπλά στρατιωτικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων ναυτικών επιχειρήσεων, κυβερνοπολέμου, δορυφορικών συστημάτων, υποδομών πληροφοριών και πυραυλικών επιθέσεων.
Ο πυρηνικός κίνδυνος προκαλεί παγκόσμιο συναγερμό
Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι η πιθανότητα επιθέσεων σε στρατιωτικά συστήματα επικοινωνίας και διοίκησης να οδηγήσουν ακούσια σε πυρηνική κλιμάκωση.
Η αξιολόγηση εξηγεί ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Κίνα πιθανότατα θα στοχοποιούσαν τα συστήματα διοίκησης, ελέγχου, πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης της άλλης πλευράς κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης.
Τα συστήματα αυτά θεωρούνται κρίσιμα για τον στρατιωτικό συντονισμό αλλά και για την πυρηνική αποτροπή.
Χωρίς σαφώς καθορισμένα κανάλια επικοινωνίας ή κανόνες εμπλοκής, στρατιωτικές κινήσεις θα μπορούσαν εύκολα να παρερμηνευθούν, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης πυρηνικής αντιπαράθεσης.
Η έκθεση τονίζει ότι υπάρχουν ελάχιστα δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν πως οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει αποτελεσματικές δικλίδες ασφαλείας για την αποτροπή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης σε μια μεγάλη κρίση.
Ανησυχία για την έλλειψη στρατηγικής επικοινωνίας
Οι ειδικοί που συμμετείχαν στη μελέτη υπογράμμισαν την απουσία ουσιαστικού πυρηνικού διαλόγου μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Ο Daniel Salisbury, επικεφαλής ερευνητής του ινστιτούτου, σημείωσε ότι, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Κίνα και οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν μακρά ιστορία διαπραγματεύσεων για τον έλεγχο εξοπλισμών ή συνομιλιών μείωσης κινδύνου.
Όπως εξήγησε, η έλλειψη εμπιστοσύνης και διαφάνειας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων καθιστά πολύ πιο δύσκολη την ουσιαστική επικοινωνία.
Το πυρηνικό πρόγραμμα της Κίνας παραμένει εξαιρετικά μυστικοπαθές, γεγονός που δυσκολεύει τις άλλες δυνάμεις να κατανοήσουν πλήρως τις δυνατότητες και τις προθέσεις του Πεκίνου.
Η απουσία καθιερωμένων μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων εξελίσσεται σε ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία για αναλυτές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Η Κίνα επεκτείνει ραγδαία το πυρηνικό της οπλοστάσιο

Η έκθεση εκφράζει επίσης ανησυχίες για την ταχεία ανάπτυξη του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας.
Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Πενταγώνου, η Κίνα θα μπορούσε να διαθέτει έως και χίλιες πυρηνικές κεφαλές μέχρι το 2030.
Παρότι το κινεζικό οπλοστάσιο παραμένει σημαντικά μικρότερο από εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο εκσυγχρονίζει τις δυνατότητές του ταχύτερα από κάθε άλλη πυρηνική δύναμη.
Οι τρέχουσες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η Ρωσία διαθέτει περίπου 4.400 ενεργές πυρηνικές κεφαλές, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες περίπου 3.700. Η Κίνα εκτιμάται ότι διαθέτει περισσότερες από 600 ενεργές κεφαλές.
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η ενίσχυση των στρατηγικών δυνάμεων της Κίνας αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας του Πεκίνου να αμφισβητήσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού.
Αυξανόμενη αβεβαιότητα στην Ασία

Η σύνοδος Shangri-La Dialogue πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας στην Ασία.
Οι ανησυχίες σχετικά με τη μακροπρόθεσμη δέσμευση της Ουάσιγκτον προς τους περιφερειακούς συμμάχους της έχουν ενισχυθεί μετά τις πρόσφατες διπλωματικές επαφές μεταξύ του Donald Trump και του Xi Jinping.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ορισμένοι αξιωματούχοι στην Ταϊβάν ανησυχούν ότι οι μεταβαλλόμενες πολιτικές ισορροπίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς το νησί σε μια μελλοντική κρίση.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα έχει αυξήσει τη στρατιωτική δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών και ναυτικών επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην άσκηση πίεσης προς την Ταϊπέι αλλά και στη δοκιμή των περιφερειακών αντιδράσεων.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν εντείνει τις ανησυχίες των γειτονικών χωρών για το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών