Οι Βρυξέλλες πιέζουν την ουκρανική χαλυβουργία εν μέσω πολέμου
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται για ακόμη μία φορά να θέτει τα δικά της οικονομικά συμφέροντα πάνω από τις πολιτικές διακηρύξεις περί αλληλεγγύης προς την Ουκρανία. Οι νέοι περιορισμοί στις εισαγωγές χάλυβα, που τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιουλίου, προκαλούν έντονες αντιδράσεις στο Κίεβο, καθώς οι ουκρανοί παραγωγοί προειδοποιούν ότι απειλείται ένας από τους ελάχιστους βιομηχανικούς κλάδους που εξακολουθούν να λειτουργούν εν μέσω πολεμικών συνθηκών.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Metinvest, της μεγαλύτερης χαλυβουργικής εταιρείας της Ουκρανίας, Γιούρι Ριζένκοφ, χαρακτήρισε το νέο καθεστώς ποσοστώσεων της ΕΕ ως ενδεχομένως καταστροφικό για την ουκρανική χαλυβουργία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουκρανία δεν αποτελεί ουσιαστική απειλή για τους ευρωπαίους παραγωγούς χάλυβα, ωστόσο αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως πολύ μεγαλύτεροι εξαγωγείς.
Οι Βρυξέλλες δικαιολογούν τα μέτρα επικαλούμενες την παγκόσμια υπερπροσφορά χάλυβα και την ανάγκη προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο αυτό, οι αδασμολόγητες ποσοστώσεις μειώνονται σημαντικά, ενώ οι εισαγωγές που υπερβαίνουν τα όρια θα επιβαρύνονται με δασμούς που φτάνουν το 50%.
Για την Ουκρανία, όμως, το ζήτημα έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Η χώρα έχει χάσει σημαντικό μέρος των παραδοσιακών αγορών της λόγω του πολέμου, ενώ οι συνεχείς επιθέσεις σε υποδομές, σιδηροδρομικά δίκτυα και ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν αυξήσει δραματικά το κόστος παραγωγής. Παρά τις δυσκολίες, η χαλυβουργία εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή εξαγωγικών εσόδων και φορολογικών εισπράξεων για το ουκρανικό κράτος.
Η Metinvest υποστηρίζει ότι οι νέοι περιορισμοί θα στερήσουν από τον κρατικό προϋπολογισμό εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε φορολογικά έσοδα, περιορίζοντας παράλληλα τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επενδύσουν στον εκσυγχρονισμό των μονάδων τους. Η εταιρεία είχε σχεδιάσει τη μετάβαση σε καθαρότερες τεχνολογίες παραγωγής πριν από την έναρξη του πολέμου, όμως οι συνθήκες των τελευταίων ετών ανέτρεψαν τα επενδυτικά σχέδια.
Ταυτόχρονα, οι ουκρανικές εξαγωγές χάλυβα θα επιβαρυνθούν και από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), που επιβάλλει πρόσθετο κόστος σε προϊόντα υψηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Έτσι, οι παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν στην ευρωπαϊκή αγορά υπό ολοένα δυσμενέστερες συνθήκες.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια εμφανή αντίφαση στην ευρωπαϊκή πολιτική. Από τη μία πλευρά, οι ευρωπαίοι ηγέτες διακηρύσσουν τη στήριξή τους προς το Κίεβο. Από την άλλη, υιοθετούν μέτρα που, σύμφωνα με τους ίδιους τους ουκρανούς βιομηχάνους, απειλούν έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας.
Σε μια περίοδο όπου η ουκρανική οικονομία προσπαθεί να επιβιώσει υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, οι αποφάσεις των Βρυξελλών δείχνουν ότι ακόμη και οι στενότερες πολιτικές συμμαχίες υποχωρούν όταν διακυβεύονται τα οικονομικά συμφέροντα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
www.bankingnews.gr
Ο διευθύνων σύμβουλος της Metinvest, της μεγαλύτερης χαλυβουργικής εταιρείας της Ουκρανίας, Γιούρι Ριζένκοφ, χαρακτήρισε το νέο καθεστώς ποσοστώσεων της ΕΕ ως ενδεχομένως καταστροφικό για την ουκρανική χαλυβουργία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουκρανία δεν αποτελεί ουσιαστική απειλή για τους ευρωπαίους παραγωγούς χάλυβα, ωστόσο αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως πολύ μεγαλύτεροι εξαγωγείς.
Οι Βρυξέλλες δικαιολογούν τα μέτρα επικαλούμενες την παγκόσμια υπερπροσφορά χάλυβα και την ανάγκη προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο αυτό, οι αδασμολόγητες ποσοστώσεις μειώνονται σημαντικά, ενώ οι εισαγωγές που υπερβαίνουν τα όρια θα επιβαρύνονται με δασμούς που φτάνουν το 50%.
Για την Ουκρανία, όμως, το ζήτημα έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Η χώρα έχει χάσει σημαντικό μέρος των παραδοσιακών αγορών της λόγω του πολέμου, ενώ οι συνεχείς επιθέσεις σε υποδομές, σιδηροδρομικά δίκτυα και ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν αυξήσει δραματικά το κόστος παραγωγής. Παρά τις δυσκολίες, η χαλυβουργία εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή εξαγωγικών εσόδων και φορολογικών εισπράξεων για το ουκρανικό κράτος.
Η Metinvest υποστηρίζει ότι οι νέοι περιορισμοί θα στερήσουν από τον κρατικό προϋπολογισμό εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε φορολογικά έσοδα, περιορίζοντας παράλληλα τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επενδύσουν στον εκσυγχρονισμό των μονάδων τους. Η εταιρεία είχε σχεδιάσει τη μετάβαση σε καθαρότερες τεχνολογίες παραγωγής πριν από την έναρξη του πολέμου, όμως οι συνθήκες των τελευταίων ετών ανέτρεψαν τα επενδυτικά σχέδια.
Ταυτόχρονα, οι ουκρανικές εξαγωγές χάλυβα θα επιβαρυνθούν και από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), που επιβάλλει πρόσθετο κόστος σε προϊόντα υψηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Έτσι, οι παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν στην ευρωπαϊκή αγορά υπό ολοένα δυσμενέστερες συνθήκες.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια εμφανή αντίφαση στην ευρωπαϊκή πολιτική. Από τη μία πλευρά, οι ευρωπαίοι ηγέτες διακηρύσσουν τη στήριξή τους προς το Κίεβο. Από την άλλη, υιοθετούν μέτρα που, σύμφωνα με τους ίδιους τους ουκρανούς βιομηχάνους, απειλούν έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας.
Σε μια περίοδο όπου η ουκρανική οικονομία προσπαθεί να επιβιώσει υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, οι αποφάσεις των Βρυξελλών δείχνουν ότι ακόμη και οι στενότερες πολιτικές συμμαχίες υποχωρούν όταν διακυβεύονται τα οικονομικά συμφέροντα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών