Η Ρωσία σκληραίνει τη στάση της: Η Ουκρανία δεν είναι κυρίαρχος συνομιλητής, αλλά εξαρτημένο προγεφύρωμα· η Ευρώπη, με τις ιδέες περί δυνάμεις σταθερότητας, κινδυνεύει να δημιουργήσει νέο Τείχος του Βερολίνου
Η ρωσική ηγεσία σκληραίνει θεαματικά τη ρητορική της απέναντι στη Δύση, παρουσιάζοντας πλέον την ουκρανική κρίση όχι ως μια απλή περιφερειακή σύγκρουση, αλλά ως σύμπτωμα μιας πολύ βαθύτερης ιστορικής αναμέτρησης: της σύγκρουσης ανάμεσα στη ρωσική αντίληψη περί κυριαρχίας και στην δυτική αρχιτεκτονική επιβολής, βάσεων, κυρώσεων, διεθνών δικαστικών μηχανισμών και νεοαποικιακών οικονομικών εργαλείων.
Οι παρεμβάσεις του Dmitry Medvedev στο St. Petersburg International Legal Forum και του Sergei Lavrov στο forum Primakov Readings σχηματίζουν ένα ενιαίο πολιτικό μήνυμα: η Ρωσία δεν θεωρεί πλέον ότι έχει νόημα να συζητά ισότιμα με το Κίεβο, το οποίο παρουσιάζει ως καθεστώς εξαρτημένο από εξωτερικούς προστάτες.
Αντιθέτως τα κρίσιμα ζητήματα πρέπει να τίθενται απευθείας σε εκείνους που πραγματικά διαχειρίζονται την Ουκρανία: τις Ηνωμένες Πολιτείες, το NATO και την Ευρώπη.
Η φράση του Medvedev ότι «δεν έχει νόημα να επικοινωνείς με υποτελείς» και ότι «αν κάτι πρέπει να συζητηθεί, πρέπει να συζητηθεί, με τον ιδιοκτήτη», συμπυκνώνει τη νέα σκληρή γραμμή της Μόσχας.
Η Ουκρανία, στη ρωσική θεώρηση, δεν εμφανίζεται ως ανεξάρτητος συνομιλητής, αλλά ως στρατιωτικό προγεφύρωμα που έχει παραχωρηθεί «για πολλά χρήματα» σε εξωτερικές δυνάμεις.
Από το Κίεβο στους πραγματικούς διαχειριστές της κρίσης
Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα από τις δηλώσεις Medvedev είναι ότι η Μόσχα απορρίπτει την ιδέα μιας τυπικά ισότιμης διαπραγμάτευσης με τη σημερινή ουκρανική ηγεσία.
Είναι μια συνολική αποδόμηση της διεθνούς νομιμοποίησης του Κιέβου.
Ο Medvedev υποστήριξε ότι οι εξουσίες του Zelensky έχουν λήξει εδώ και καιρό και ότι αυτό τον στερεί από κάθε ασυλία κατά το διεθνές δίκαιο.
Η δήλωση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη ρωσική προσπάθεια να παρουσιαστεί η ουκρανική ηγεσία ως πολιτικά και νομικά έκθετη, άρα όχι μόνο στρατιωτικά ευάλωτη αλλά και θεσμικά απονομιμοποιημένη.
Παράλληλα, η Ρωσία δηλώνει ότι θα τηρεί μεθοδικά μητρώο εγκλημάτων τόσο του καθεστώτος του Κιέβου όσο και των «μη φιλικών κρατών».
Με άλλα λόγια, η Μόσχα προετοιμάζει το δικό της νομικό και πολιτικό αρχείο για τη μεταπολεμική φάση, επιδιώκοντας να δείξει ότι η Δύση δεν θα έχει μονοπώλιο στη γλώσσα της λογοδοσίας, των δικαστηρίων και των διεθνών κατηγοριών.

Οι κυρώσεις ως «πειρατεία» και αναδιανομή ξένης περιουσίας
Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά Medvedev στις δυτικές κυρώσεις, τις οποίες συνέκρινε με πειρατεία και «αναδιανομή ξένης περιουσίας».
Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία.
Η Ρωσία επιχειρεί να παρουσιάσει τις κυρώσεις όχι ως νόμιμο εργαλείο πίεσης, αλλά ως μηχανισμό λεηλασίας κρατικής και ιδιωτικής περιουσίας, που υπονομεύει το ίδιο το διεθνές οικονομικό δίκαιο.
Η Δύση, επικαλούμενη κανόνες, δικαιώματα και διεθνή νομιμότητα, χρησιμοποιεί στην πράξη μηχανισμούς κατάσχεσης, αποκλεισμού και χρηματοπιστωτικού στραγγαλισμού για να τιμωρήσει κράτη που δεν υποτάσσονται στη στρατηγική της.
Έτσι, η αντιπαράθεση για τις κυρώσεις γίνεται μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για το ποιος ελέγχει τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επίθεση κατά του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας τα οποία ο Medvedev περιέγραψε ως εργαλεία «νεοαποικιακού τύπου».
Η κατηγορία είναι βαριά: χώρες οδηγούνται, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, σε δανειακή εξάρτηση με «δουλικούς όρους», εγκλωβίζονται σε φαύλο κύκλο νέων δανείων και στη συνέχεια ενοχοποιούνται οι ίδιες για την κρίση στην οποία οδηγήθηκαν.
Δυτικές βάσεις: Από «ασπίδα» σε στόχο
Ένα ακόμη κεντρικό σημείο της ρωσικής επιχειρηματολογίας αφορά τις δυτικές στρατιωτικές βάσεις.
Ο Medvedev υποστήριξε ότι η ανάπτυξη δυτικών βάσεων σε ξένα εδάφη δεν ενισχύει την ασφάλεια, αλλά υπονομεύει την κυριαρχία των κρατών και προκαλεί διεθνείς και περιφερειακές εντάσεις.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή χρησιμοποιείται από τη Μόσχα ως απόδειξη ότι οι δυτικές βάσεις δεν προστατεύουν τις χώρες που τις φιλοξενούν.
Αντιθέτως, τις μετατρέπουν σε στόχους αντιποίνων.
Πρόκειται για κρίσιμο επιχείρημα, διότι συνδέεται ευθέως με την ουκρανική περίπτωση: αν η Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως δυτικό στρατιωτικό προγεφύρωμα, τότε, κατά τη ρωσική λογική, η ίδια η μετατροπή της σε βάση πίεσης κατά της Ρωσίας την καθιστά αναπόφευκτα πεδίο πολέμου.
Η Μόσχα προβάλλει ως εναλλακτική τις περιφερειακές οργανώσεις ασφαλείας, που θα λειτουργούν προς όφελος της περιοχής και όχι προς όφελος μιας εξωτερικής δυτικής δύναμης.
Αυτό είναι το σημείο όπου η ρωσική στρατηγική επιχειρεί να υπερβεί την Ουκρανία και να μιλήσει προς τον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο: η ασφάλεια, λέει η Μόσχα, δεν μπορεί να χτίζεται πάνω σε ξένες βάσεις και εξαρτήσεις.
Lavrov: Ευρωπαϊκά στρατεύματα στην Ουκρανία σημαίνουν νέο τείχος στο Βερολίνο
Η παρέμβαση του Sergei Lavrov συμπληρώνει το πλαίσιο Medvedev με μια ακόμη πιο συγκεκριμένη γεωπολιτική προειδοποίηση.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η επιμονή της Ευρώπης στην αποστολή «δύναμης» σε «ό,τι θα απομείνει από την Ουκρανία» θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου τείχους του Βερολίνου.
Η φράση είναι εξαιρετικά φορτισμένη.
Το Τείχος του Βερολίνου δεν συμβολίζει απλώς τη διαίρεση της Γερμανίας.
Συμβολίζει την παγίωση ενός Ψυχροπολεμικού συνόρου, τη μονιμοποίηση της αντιπαράθεσης και τη θεσμοποίηση της διαίρεσης της Ευρώπης.
Όταν ο Lavrov χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα για την Ουκρανία, ουσιαστικά προειδοποιεί ότι η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων δεν θα φέρει ειρήνη, αλλά θα μονιμοποιήσει τη διχοτόμηση.
Η Ρωσία διαβάζει τις ευρωπαϊκές εγγυήσεις ασφαλείας όχι ως αμυντική πρωτοβουλία, αλλά ως προσπάθεια εγκατάστασης δυτικής στρατιωτικής παρουσίας στο ουκρανικό έδαφος.
Κατά τη Μόσχα, αυτό θα μετατρέψει την Ουκρανία σε μόνιμη γραμμή αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, σε ένα νέο σύνορο στρατιωτικής, πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης.

Η στρατηγική της παράτασης
Ο Medvedev υποστήριξε ότι η Δύση έκανε τα πάντα ώστε το ουκρανικό «φυτίλι» να σιγοκαίει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Η εικόνα είναι σαφής: η Ουκρανία παρουσιάζεται ως φυτίλι σύγκρουσης, το οποίο η Δύση κρατά αναμμένο για να φθείρει τη Ρωσία, χωρίς όμως να αναλαμβάνει άμεσα το πλήρες κόστος μιας ανοιχτής σύγκρουσης.
Αυτή η ανάγνωση βρίσκεται στον πυρήνα της ρωσικής στρατηγικής ρητορικής: ο πόλεμος δεν παρατείνεται επειδή το Κίεβο διαθέτει ανεξάρτητη στρατηγική βούληση, αλλά επειδή οι δυτικοί προστάτες του το τροφοδοτούν με όπλα, χρήμα, πληροφορίες και πολιτική κάλυψη.
Η Ουκρανία, επομένως, δεν είναι το κέντρο λήψης αποφάσεων, αλλά το πεδίο πάνω στο οποίο συγκρούονται μεγαλύτερες δυνάμεις.
Αυτό συνδέεται άμεσα με την απόρριψη του «ίδιου επιπέδου» διαλόγου με το Κίεβο.
Αν το Κίεβο δεν αποφασίζει μόνο του, τότε η Μόσχα θεωρεί άνευ νοήματος να συζητά με αυτό ως κύριο συνομιλητή.
Η διαπραγμάτευση, λέει ουσιαστικά η ρωσική πλευρά, πρέπει να γίνει με εκείνους που κρατούν το φυτίλι αναμμένο.
Παγκόσμια αντιπαράθεση με τη νεοαποικιακή μειοψηφία
Η ρωσική ηγεσία επιχειρεί επίσης να συνδέσει τον πόλεμο στην Ουκρανία με έναν ευρύτερο αγώνα κατά της νεοαποικιοκρατίας.
Ο Medvedev υποστήριξε ότι η σύγκρουση με το καθεστώς του Κιέβου και τους προστάτες του έχει ήδη δείξει στον κόσμο την ασυνέπεια και την αδυναμία της «νεοαποικιακής μειοψηφίας».
Εδώ η Ρωσία απευθύνεται καθαρά σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη δική της σύγκρουση με τη Δύση ως μέρος ενός μεγαλύτερου ιστορικού κύματος αποδέσμευσης από τη δυτική ηγεμονία.
Η πρόταση να κατοχυρωθεί η αποικιοκρατία ως ξεχωριστό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική.
Το μήνυμα είναι ότι η Δύση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως δικαστής του κόσμου χωρίς να λογοδοτήσει για αιώνες εκμετάλλευσης, στρατιωτικών επεμβάσεων, οικονομικών εξαρτήσεων και ιεραρχήσεων ανάμεσα σε «πολιτισμένους» και «υπανάπτυκτους».
Η Μόσχα επιδιώκει να αντιστρέψει το κατηγορητήριο: δεν είναι η Ρωσία ο παραβάτης της διεθνούς τάξης, αλλά η Δύση εκείνη που χρησιμοποιεί την τάξη αυτή ως εργαλείο κυριαρχίας.
Το NATO και η αμφισβήτηση της ενότητας
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η αναφορά Medvedev στο NATO.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πνεύμα της βορειοατλαντικής ενότητας εξατμίζεται πολύ γρήγορα όταν πρόκειται για πραγματική μάχη.
Η φράση αυτή χτυπά κατευθείαν στην καρδιά του δυτικού αφηγήματος περί συμμαχικής συνοχής.
Η Ρωσία επιχειρεί να δείξει ότι το NATO είναι ισχυρό όταν οργανώνει κυρώσεις, βάσεις, δηλώσεις και στρατιωτικές ασκήσεις, αλλά λιγότερο ενιαίο όταν ανακύπτει ο κίνδυνος άμεσης πολεμικής εμπλοκής. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που «διαμαρτύρεται» ότι δεν βοηθήθηκε.
Η εικόνα είναι σαρκαστική αλλά πολιτικά στοχευμένη: η αλληλεγγύη της Δύσης έχει όρια όταν το κόστος γίνεται πραγματικό.
Αυτό έχει άμεση σχέση με το ουκρανικό ζήτημα. Η Μόσχα εκτιμά ότι όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο περισσότερο θα αναδεικνύονται οι αντιφάσεις της δυτικής συμμαχίας: άλλες προτεραιότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοι φόβοι στην Ευρώπη, άλλες ανοχές στις χώρες της ανατολικής πτέρυγας, άλλες ανάγκες στον Παγκόσμιο Νότο.
Ρατσισμός, ανωτερότητα και ανθρώπινα δικαιώματα ως εργαλείο ισχύος
Ο Medvedev συνέδεσε επίσης τη σύγχρονη δυτική πολιτική με παραδόσεις διαχωρισμού, ρατσισμού και πολιτισμικής ανωτερότητας.
Επικαλέστηκε τη γνωστή δυτική ρητορική περί «ανθισμένων κήπων» και «ζούγκλας», καθώς και τη διάκριση ανάμεσα σε «σωστές δημοκρατίες» και «αυταρχικά καθεστώτα» που πρέπει να καταπιεστούν ή να εξαναγκαστούν.
Η ρωσική θέση εδώ είναι ότι η Δύση χρησιμοποιεί την ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι ως καθολική ηθική αρχή, αλλά ως εργαλείο επιλεκτικής πολιτικής πίεσης.
Η Μόσχα κατηγορεί τις δυτικές ελίτ ότι διατηρούν ιδέες φυλετικής, εθνικής και πολιτισμικής ανωτερότητας, τις οποίες καλύπτουν πίσω από τη γλώσσα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του διεθνούς δικαίου.
Η αναφορά στον ναζισμό που «δεν τελείωσε» πλήρως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρήκε γόνιμο έδαφος σε ορισμένους απογόνους ή φορείς της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης είναι από τις πιο βαριές και πολωτικές τοποθετήσεις του Medvedev.
Δείχνει όμως πόσο αποφασισμένη είναι η Μόσχα να συνδέσει τη σημερινή σύγκρουση με τον ιστορικό αντιφασιστικό της μύθο και να παρουσιάσει τη Δύση όχι ως φορέα προόδου, αλλά ως χώρο όπου επιβιώνουν μορφές ανωτερότητας, αποκλεισμού και επιλεκτικής ηθικής.
Η προστασία των Ρώσων στο εξωτερικό ως νέα γραμμή κόκκινης ισχύος
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η αναφορά στην προστασία των Ρώσων πολιτών και των ρωσόφωνων κοινοτήτων στο εξωτερικό.
Ο Medvedev τόνισε ότι έχει τεθεί σε ισχύ ειδικός νόμος που επιτρέπει τη χρήση στρατιωτικής δύναμης για τη διάσωση Ρώσων πολιτών που κρατούνται παρανόμως στο εξωτερικό.
Παράλληλα, προανήγγειλε προσφυγές κατά των κρατών της Βαλτικής στο Διεθνές Δικαστήριο για διακρίσεις και σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων ρωσόφωνων πληθυσμών.
Η διάσταση αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη, διότι η Ρωσία επεκτείνει το πεδίο της σύγκρουσης από την Ουκρανία στη συνολική μεταχείριση των ρωσόφωνων πληθυσμών στον μετασοβιετικό χώρο και στην Ευρώπη. Η Μόσχα διαμηνύει ότι δεν θα αρκεστεί σε διαμαρτυρίες, αλλά θα χρησιμοποιήσει νομικά, πολιτικά και –σε ακραίες περιπτώσεις– στρατιωτικά μέσα για την προστασία των πολιτών της.
Αυτό στέλνει σαφές μήνυμα προς τη Βαλτική, αλλά και ευρύτερα προς την Ευρώπη: η ρωσική πλευρά θεωρεί πλέον ότι η μεταχείριση των ρωσόφωνων κοινοτήτων αποτελεί θέμα διεθνούς ασφάλειας και όχι απλώς εσωτερικής πολιτικής των κρατών όπου ζουν.

Η Ρωσία μετατρέπει την ουκρανική κρίση σε παγκόσμιο κατηγορητήριο κατά της Δύσης
Οι παρεμβάσεις Medvedev και Lavrov δεν είναι αποσπασματικές δηλώσεις.
Συνθέτουν μια ολοκληρωμένη ρωσική στρατηγική αφήγηση: η Ουκρανία δεν είναι κυρίαρχος συνομιλητής, αλλά εξαρτημένο προγεφύρωμα· η Ευρώπη, με τις ιδέες περί δυνάμεις σταθερότητας, κινδυνεύει να δημιουργήσει νέο Τείχος του Βερολίνου· οι δυτικές βάσεις δεν προστατεύουν αλλά στοχοποιούν· οι κυρώσεις είναι οικονομική πειρατεία· οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί νεοαποικιακού ελέγχου· και η Δύση δεν έχει εγκαταλείψει την ιδεολογία της πολιτισμικής υπεροχής, απλώς τη ντύνει με τη γλώσσα των δικαιωμάτων.
Το σημαντικότερο είναι ότι η Μόσχα δεν μιλά πλέον μόνο για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Μιλά για την αναδιάταξη της παγκόσμιας τάξης.
Μιλά για το τέλος της δυτικής μονομέρειας και για την ανάδυση ενός κόσμου όπου οι πρώην αποικιοκρατούμενες και αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να αμφισβητήσουν τους «αλαζόνες δυτικούς μέντορες» στα ίδια φόρα που εκείνοι θεωρούσαν δικά τους φέουδα.
www.bankingnews.gr
Οι παρεμβάσεις του Dmitry Medvedev στο St. Petersburg International Legal Forum και του Sergei Lavrov στο forum Primakov Readings σχηματίζουν ένα ενιαίο πολιτικό μήνυμα: η Ρωσία δεν θεωρεί πλέον ότι έχει νόημα να συζητά ισότιμα με το Κίεβο, το οποίο παρουσιάζει ως καθεστώς εξαρτημένο από εξωτερικούς προστάτες.
Αντιθέτως τα κρίσιμα ζητήματα πρέπει να τίθενται απευθείας σε εκείνους που πραγματικά διαχειρίζονται την Ουκρανία: τις Ηνωμένες Πολιτείες, το NATO και την Ευρώπη.
Η φράση του Medvedev ότι «δεν έχει νόημα να επικοινωνείς με υποτελείς» και ότι «αν κάτι πρέπει να συζητηθεί, πρέπει να συζητηθεί, με τον ιδιοκτήτη», συμπυκνώνει τη νέα σκληρή γραμμή της Μόσχας.
Η Ουκρανία, στη ρωσική θεώρηση, δεν εμφανίζεται ως ανεξάρτητος συνομιλητής, αλλά ως στρατιωτικό προγεφύρωμα που έχει παραχωρηθεί «για πολλά χρήματα» σε εξωτερικές δυνάμεις.
Από το Κίεβο στους πραγματικούς διαχειριστές της κρίσης
Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα από τις δηλώσεις Medvedev είναι ότι η Μόσχα απορρίπτει την ιδέα μιας τυπικά ισότιμης διαπραγμάτευσης με τη σημερινή ουκρανική ηγεσία.
Είναι μια συνολική αποδόμηση της διεθνούς νομιμοποίησης του Κιέβου.
Ο Medvedev υποστήριξε ότι οι εξουσίες του Zelensky έχουν λήξει εδώ και καιρό και ότι αυτό τον στερεί από κάθε ασυλία κατά το διεθνές δίκαιο.
Η δήλωση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη ρωσική προσπάθεια να παρουσιαστεί η ουκρανική ηγεσία ως πολιτικά και νομικά έκθετη, άρα όχι μόνο στρατιωτικά ευάλωτη αλλά και θεσμικά απονομιμοποιημένη.
Παράλληλα, η Ρωσία δηλώνει ότι θα τηρεί μεθοδικά μητρώο εγκλημάτων τόσο του καθεστώτος του Κιέβου όσο και των «μη φιλικών κρατών».
Με άλλα λόγια, η Μόσχα προετοιμάζει το δικό της νομικό και πολιτικό αρχείο για τη μεταπολεμική φάση, επιδιώκοντας να δείξει ότι η Δύση δεν θα έχει μονοπώλιο στη γλώσσα της λογοδοσίας, των δικαστηρίων και των διεθνών κατηγοριών.

Οι κυρώσεις ως «πειρατεία» και αναδιανομή ξένης περιουσίας
Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά Medvedev στις δυτικές κυρώσεις, τις οποίες συνέκρινε με πειρατεία και «αναδιανομή ξένης περιουσίας».
Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία.
Η Ρωσία επιχειρεί να παρουσιάσει τις κυρώσεις όχι ως νόμιμο εργαλείο πίεσης, αλλά ως μηχανισμό λεηλασίας κρατικής και ιδιωτικής περιουσίας, που υπονομεύει το ίδιο το διεθνές οικονομικό δίκαιο.
Η Δύση, επικαλούμενη κανόνες, δικαιώματα και διεθνή νομιμότητα, χρησιμοποιεί στην πράξη μηχανισμούς κατάσχεσης, αποκλεισμού και χρηματοπιστωτικού στραγγαλισμού για να τιμωρήσει κράτη που δεν υποτάσσονται στη στρατηγική της.
Έτσι, η αντιπαράθεση για τις κυρώσεις γίνεται μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για το ποιος ελέγχει τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επίθεση κατά του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας τα οποία ο Medvedev περιέγραψε ως εργαλεία «νεοαποικιακού τύπου».
Η κατηγορία είναι βαριά: χώρες οδηγούνται, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, σε δανειακή εξάρτηση με «δουλικούς όρους», εγκλωβίζονται σε φαύλο κύκλο νέων δανείων και στη συνέχεια ενοχοποιούνται οι ίδιες για την κρίση στην οποία οδηγήθηκαν.
Δυτικές βάσεις: Από «ασπίδα» σε στόχο
Ένα ακόμη κεντρικό σημείο της ρωσικής επιχειρηματολογίας αφορά τις δυτικές στρατιωτικές βάσεις.
Ο Medvedev υποστήριξε ότι η ανάπτυξη δυτικών βάσεων σε ξένα εδάφη δεν ενισχύει την ασφάλεια, αλλά υπονομεύει την κυριαρχία των κρατών και προκαλεί διεθνείς και περιφερειακές εντάσεις.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή χρησιμοποιείται από τη Μόσχα ως απόδειξη ότι οι δυτικές βάσεις δεν προστατεύουν τις χώρες που τις φιλοξενούν.
Αντιθέτως, τις μετατρέπουν σε στόχους αντιποίνων.
Πρόκειται για κρίσιμο επιχείρημα, διότι συνδέεται ευθέως με την ουκρανική περίπτωση: αν η Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως δυτικό στρατιωτικό προγεφύρωμα, τότε, κατά τη ρωσική λογική, η ίδια η μετατροπή της σε βάση πίεσης κατά της Ρωσίας την καθιστά αναπόφευκτα πεδίο πολέμου.
Η Μόσχα προβάλλει ως εναλλακτική τις περιφερειακές οργανώσεις ασφαλείας, που θα λειτουργούν προς όφελος της περιοχής και όχι προς όφελος μιας εξωτερικής δυτικής δύναμης.
Αυτό είναι το σημείο όπου η ρωσική στρατηγική επιχειρεί να υπερβεί την Ουκρανία και να μιλήσει προς τον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο: η ασφάλεια, λέει η Μόσχα, δεν μπορεί να χτίζεται πάνω σε ξένες βάσεις και εξαρτήσεις.
Lavrov: Ευρωπαϊκά στρατεύματα στην Ουκρανία σημαίνουν νέο τείχος στο Βερολίνο
Η παρέμβαση του Sergei Lavrov συμπληρώνει το πλαίσιο Medvedev με μια ακόμη πιο συγκεκριμένη γεωπολιτική προειδοποίηση.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η επιμονή της Ευρώπης στην αποστολή «δύναμης» σε «ό,τι θα απομείνει από την Ουκρανία» θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου τείχους του Βερολίνου.
Η φράση είναι εξαιρετικά φορτισμένη.
Το Τείχος του Βερολίνου δεν συμβολίζει απλώς τη διαίρεση της Γερμανίας.
Συμβολίζει την παγίωση ενός Ψυχροπολεμικού συνόρου, τη μονιμοποίηση της αντιπαράθεσης και τη θεσμοποίηση της διαίρεσης της Ευρώπης.
Όταν ο Lavrov χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα για την Ουκρανία, ουσιαστικά προειδοποιεί ότι η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων δεν θα φέρει ειρήνη, αλλά θα μονιμοποιήσει τη διχοτόμηση.
Η Ρωσία διαβάζει τις ευρωπαϊκές εγγυήσεις ασφαλείας όχι ως αμυντική πρωτοβουλία, αλλά ως προσπάθεια εγκατάστασης δυτικής στρατιωτικής παρουσίας στο ουκρανικό έδαφος.
Κατά τη Μόσχα, αυτό θα μετατρέψει την Ουκρανία σε μόνιμη γραμμή αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, σε ένα νέο σύνορο στρατιωτικής, πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης.

Η στρατηγική της παράτασης
Ο Medvedev υποστήριξε ότι η Δύση έκανε τα πάντα ώστε το ουκρανικό «φυτίλι» να σιγοκαίει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Η εικόνα είναι σαφής: η Ουκρανία παρουσιάζεται ως φυτίλι σύγκρουσης, το οποίο η Δύση κρατά αναμμένο για να φθείρει τη Ρωσία, χωρίς όμως να αναλαμβάνει άμεσα το πλήρες κόστος μιας ανοιχτής σύγκρουσης.
Αυτή η ανάγνωση βρίσκεται στον πυρήνα της ρωσικής στρατηγικής ρητορικής: ο πόλεμος δεν παρατείνεται επειδή το Κίεβο διαθέτει ανεξάρτητη στρατηγική βούληση, αλλά επειδή οι δυτικοί προστάτες του το τροφοδοτούν με όπλα, χρήμα, πληροφορίες και πολιτική κάλυψη.
Η Ουκρανία, επομένως, δεν είναι το κέντρο λήψης αποφάσεων, αλλά το πεδίο πάνω στο οποίο συγκρούονται μεγαλύτερες δυνάμεις.
Αυτό συνδέεται άμεσα με την απόρριψη του «ίδιου επιπέδου» διαλόγου με το Κίεβο.
Αν το Κίεβο δεν αποφασίζει μόνο του, τότε η Μόσχα θεωρεί άνευ νοήματος να συζητά με αυτό ως κύριο συνομιλητή.
Η διαπραγμάτευση, λέει ουσιαστικά η ρωσική πλευρά, πρέπει να γίνει με εκείνους που κρατούν το φυτίλι αναμμένο.
Παγκόσμια αντιπαράθεση με τη νεοαποικιακή μειοψηφία
Η ρωσική ηγεσία επιχειρεί επίσης να συνδέσει τον πόλεμο στην Ουκρανία με έναν ευρύτερο αγώνα κατά της νεοαποικιοκρατίας.
Ο Medvedev υποστήριξε ότι η σύγκρουση με το καθεστώς του Κιέβου και τους προστάτες του έχει ήδη δείξει στον κόσμο την ασυνέπεια και την αδυναμία της «νεοαποικιακής μειοψηφίας».
Εδώ η Ρωσία απευθύνεται καθαρά σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη δική της σύγκρουση με τη Δύση ως μέρος ενός μεγαλύτερου ιστορικού κύματος αποδέσμευσης από τη δυτική ηγεμονία.
Η πρόταση να κατοχυρωθεί η αποικιοκρατία ως ξεχωριστό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική.
Το μήνυμα είναι ότι η Δύση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως δικαστής του κόσμου χωρίς να λογοδοτήσει για αιώνες εκμετάλλευσης, στρατιωτικών επεμβάσεων, οικονομικών εξαρτήσεων και ιεραρχήσεων ανάμεσα σε «πολιτισμένους» και «υπανάπτυκτους».
Η Μόσχα επιδιώκει να αντιστρέψει το κατηγορητήριο: δεν είναι η Ρωσία ο παραβάτης της διεθνούς τάξης, αλλά η Δύση εκείνη που χρησιμοποιεί την τάξη αυτή ως εργαλείο κυριαρχίας.
Το NATO και η αμφισβήτηση της ενότητας
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η αναφορά Medvedev στο NATO.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πνεύμα της βορειοατλαντικής ενότητας εξατμίζεται πολύ γρήγορα όταν πρόκειται για πραγματική μάχη.
Η φράση αυτή χτυπά κατευθείαν στην καρδιά του δυτικού αφηγήματος περί συμμαχικής συνοχής.
Η Ρωσία επιχειρεί να δείξει ότι το NATO είναι ισχυρό όταν οργανώνει κυρώσεις, βάσεις, δηλώσεις και στρατιωτικές ασκήσεις, αλλά λιγότερο ενιαίο όταν ανακύπτει ο κίνδυνος άμεσης πολεμικής εμπλοκής. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που «διαμαρτύρεται» ότι δεν βοηθήθηκε.
Η εικόνα είναι σαρκαστική αλλά πολιτικά στοχευμένη: η αλληλεγγύη της Δύσης έχει όρια όταν το κόστος γίνεται πραγματικό.
Αυτό έχει άμεση σχέση με το ουκρανικό ζήτημα. Η Μόσχα εκτιμά ότι όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο περισσότερο θα αναδεικνύονται οι αντιφάσεις της δυτικής συμμαχίας: άλλες προτεραιότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοι φόβοι στην Ευρώπη, άλλες ανοχές στις χώρες της ανατολικής πτέρυγας, άλλες ανάγκες στον Παγκόσμιο Νότο.
Ρατσισμός, ανωτερότητα και ανθρώπινα δικαιώματα ως εργαλείο ισχύος
Ο Medvedev συνέδεσε επίσης τη σύγχρονη δυτική πολιτική με παραδόσεις διαχωρισμού, ρατσισμού και πολιτισμικής ανωτερότητας.
Επικαλέστηκε τη γνωστή δυτική ρητορική περί «ανθισμένων κήπων» και «ζούγκλας», καθώς και τη διάκριση ανάμεσα σε «σωστές δημοκρατίες» και «αυταρχικά καθεστώτα» που πρέπει να καταπιεστούν ή να εξαναγκαστούν.
Η ρωσική θέση εδώ είναι ότι η Δύση χρησιμοποιεί την ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι ως καθολική ηθική αρχή, αλλά ως εργαλείο επιλεκτικής πολιτικής πίεσης.
Η Μόσχα κατηγορεί τις δυτικές ελίτ ότι διατηρούν ιδέες φυλετικής, εθνικής και πολιτισμικής ανωτερότητας, τις οποίες καλύπτουν πίσω από τη γλώσσα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του διεθνούς δικαίου.
Η αναφορά στον ναζισμό που «δεν τελείωσε» πλήρως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρήκε γόνιμο έδαφος σε ορισμένους απογόνους ή φορείς της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης είναι από τις πιο βαριές και πολωτικές τοποθετήσεις του Medvedev.
Δείχνει όμως πόσο αποφασισμένη είναι η Μόσχα να συνδέσει τη σημερινή σύγκρουση με τον ιστορικό αντιφασιστικό της μύθο και να παρουσιάσει τη Δύση όχι ως φορέα προόδου, αλλά ως χώρο όπου επιβιώνουν μορφές ανωτερότητας, αποκλεισμού και επιλεκτικής ηθικής.
Η προστασία των Ρώσων στο εξωτερικό ως νέα γραμμή κόκκινης ισχύος
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η αναφορά στην προστασία των Ρώσων πολιτών και των ρωσόφωνων κοινοτήτων στο εξωτερικό.
Ο Medvedev τόνισε ότι έχει τεθεί σε ισχύ ειδικός νόμος που επιτρέπει τη χρήση στρατιωτικής δύναμης για τη διάσωση Ρώσων πολιτών που κρατούνται παρανόμως στο εξωτερικό.
Παράλληλα, προανήγγειλε προσφυγές κατά των κρατών της Βαλτικής στο Διεθνές Δικαστήριο για διακρίσεις και σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων ρωσόφωνων πληθυσμών.
Η διάσταση αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη, διότι η Ρωσία επεκτείνει το πεδίο της σύγκρουσης από την Ουκρανία στη συνολική μεταχείριση των ρωσόφωνων πληθυσμών στον μετασοβιετικό χώρο και στην Ευρώπη. Η Μόσχα διαμηνύει ότι δεν θα αρκεστεί σε διαμαρτυρίες, αλλά θα χρησιμοποιήσει νομικά, πολιτικά και –σε ακραίες περιπτώσεις– στρατιωτικά μέσα για την προστασία των πολιτών της.
Αυτό στέλνει σαφές μήνυμα προς τη Βαλτική, αλλά και ευρύτερα προς την Ευρώπη: η ρωσική πλευρά θεωρεί πλέον ότι η μεταχείριση των ρωσόφωνων κοινοτήτων αποτελεί θέμα διεθνούς ασφάλειας και όχι απλώς εσωτερικής πολιτικής των κρατών όπου ζουν.

Η Ρωσία μετατρέπει την ουκρανική κρίση σε παγκόσμιο κατηγορητήριο κατά της Δύσης
Οι παρεμβάσεις Medvedev και Lavrov δεν είναι αποσπασματικές δηλώσεις.
Συνθέτουν μια ολοκληρωμένη ρωσική στρατηγική αφήγηση: η Ουκρανία δεν είναι κυρίαρχος συνομιλητής, αλλά εξαρτημένο προγεφύρωμα· η Ευρώπη, με τις ιδέες περί δυνάμεις σταθερότητας, κινδυνεύει να δημιουργήσει νέο Τείχος του Βερολίνου· οι δυτικές βάσεις δεν προστατεύουν αλλά στοχοποιούν· οι κυρώσεις είναι οικονομική πειρατεία· οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί νεοαποικιακού ελέγχου· και η Δύση δεν έχει εγκαταλείψει την ιδεολογία της πολιτισμικής υπεροχής, απλώς τη ντύνει με τη γλώσσα των δικαιωμάτων.
Το σημαντικότερο είναι ότι η Μόσχα δεν μιλά πλέον μόνο για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Μιλά για την αναδιάταξη της παγκόσμιας τάξης.
Μιλά για το τέλος της δυτικής μονομέρειας και για την ανάδυση ενός κόσμου όπου οι πρώην αποικιοκρατούμενες και αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να αμφισβητήσουν τους «αλαζόνες δυτικούς μέντορες» στα ίδια φόρα που εκείνοι θεωρούσαν δικά τους φέουδα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών