Ο δείκτης αποτίμησης CAPE πλησιάζει τα επίπεδα της φούσκας του 2000 – Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια νέα μεγάλη διόρθωση ίσως είναι πλέον θέμα χρόνου
Παρά τη σύντομη διόρθωση του Μαρτίου, οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές συνεχίζουν να κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Στις αρχές Ιουνίου, οι δείκτες Dow Jones, S&P 500 και Nasdaq Composite κατέγραψαν νέα ιστορικά ρεκόρ κλεισίματος, με βασικό μοχλό την αδιάκοπη αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Ωστόσο, πίσω από την ανοδική εικόνα διαμορφώνεται μια προειδοποίηση που αρκετοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα ανησυχητική.
Ένας από τους ιστορικότερους δείκτες αποτίμησης της Wall Street πλησιάζει επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και 155 χρόνια, εξέλιξη που στο παρελθόν προηγήθηκε όλων σχεδόν των μεγάλων χρηματιστηριακών κραχ.
Ο δείκτης Shiller CAPE αγγίζει τα επίπεδα της «dot-com» φούσκας
Το επίκεντρο της ανησυχίας αποτελεί ο δείκτης Shiller P/E ή CAPE (Cyclically Adjusted Price-to-Earnings Ratio), ο οποίος θεωρείται από τους πιο αξιόπιστους δείκτες αποτίμησης της αγοράς.
Σε αντίθεση με τον κλασικό δείκτη P/E, ο CAPE βασίζεται στα προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό κέρδη της τελευταίας δεκαετίας, περιορίζοντας έτσι τις στρεβλώσεις που προκαλούν οι οικονομικοί κύκλοι.
Αν και ο δείκτης καθιερώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι ιστορικές του μετρήσεις έχουν αναχθεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1871, προσφέροντας περισσότερα από 155 χρόνια στοιχείων.
Ο ιστορικός μέσος όρος του CAPE βρίσκεται περίπου στις 17,4 μονάδες.
Μόλις μία φορά στην ιστορία η αγορά ήταν ακριβότερη
Κατά τη διάρκεια της φούσκας του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο δείκτης είχε εκτιναχθεί στις 44,19 μονάδες, επίπεδο που θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο να επαναληφθεί.
Σήμερα όμως η εικόνα αλλάζει.
Με το νέο ράλι του Ιουνίου, ο CAPE του S&P 500 έφθασε στις 42,84 μονάδες, το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία των αμερικανικών αγορών και μόλις μια ανάσα από το απόλυτο ιστορικό ρεκόρ της εποχής της «dot-com».
Η ιστορία δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας
Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι κάθε φορά που ο δείκτης CAPE ξεπερνούσε τις 30 μονάδες, ακολουθούσε αργά ή γρήγορα μία σημαντική πτώση στις αγορές.
Από το 1871 μέχρι σήμερα αυτό συνέβη συνολικά έξι φορές.
Στις πέντε προηγούμενες περιπτώσεις, οι δείκτες Dow Jones, S&P 500 ή Nasdaq κατέγραψαν στη συνέχεια απώλειες από 20% έως και 89%.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι δύο φορές που ο CAPE ξεπέρασε τις 40 μονάδες.
Η πρώτη ήταν το 2000, όταν ακολούθησε η κατάρρευση της φούσκας του διαδικτύου, με τον Nasdaq να χάνει περίπου το 78% της αξίας του και τον S&P 500 σχεδόν το 49%.
Η δεύτερη ήταν πριν από τη μεγάλη πτώση του 2022, όταν ο S&P 500 έχασε περίπου το ένα τέταρτο της αξίας του και ο Nasdaq περισσότερο από το ένα τρίτο.
Η τεχνητή νοημοσύνη εκτόξευσε τις αποτιμήσεις
Σύμφωνα με την ανάλυση, η επενδυτική φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή διεύρυνση των αποτιμήσεων.
Οι επενδυτές προεξοφλούν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα οι τιμές των μετοχών να απομακρύνονται σημαντικά από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η σημερινή ανοδική αγορά ενδέχεται να λειτουργεί πλέον με ιδιαίτερα περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας.
Οι διορθώσεις είναι μέρος του παιχνιδιού
Παρά τις προειδοποιήσεις, οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι οι μεγάλες διορθώσεις αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο της λειτουργίας των χρηματιστηρίων.
Κανένα ανοδικό κύμα στην ιστορία δεν διήρκεσε για πάντα, ενώ ούτε η νομισματική ούτε η δημοσιονομική πολιτική μπορούν να αποτρέψουν πλήρως τις περιοδικές πτώσεις.
Τα στατιστικά εξακολουθούν να ευνοούν τους υπομονετικούς επενδυτές
Παράλληλα, τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι ο χρόνος παραμένει ο σημαντικότερος σύμμαχος των μακροπρόθεσμων επενδυτών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Bespoke Investment Group, από το 1929 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 27 bear markets στον S&P 500.
Καμία δεν διήρκεσε περισσότερο από 630 ημέρες, ενώ η μέση διάρκειά τους ήταν μόλις 286 ημέρες, δηλαδή περίπου εννέα μήνες.
Αντίθετα, οι ανοδικοί κύκλοι είχαν μέση διάρκεια 1.023 ημερών, με περισσότερους από τους μισούς να διαρκούν περισσότερο ακόμη και από τη μεγαλύτερη πτωτική αγορά.
Κανένας επενδυτής 20ετίας δεν έχασε χρήματα
Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία της Crestmont Research, η οποία ανέλυσε όλες τις κυλιόμενες εικοσαετίες του S&P 500 από το 1900.
Και στις 107 διαφορετικές περιόδους που εξετάστηκαν, ένας επενδυτής που διατηρούσε την τοποθέτησή του για 20 χρόνια κατέγραφε θετική συνολική απόδοση, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων.
Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από τις κρίσεις, τους πολέμους, τις υφέσεις ή τα χρηματιστηριακά κραχ, η υπομονή δικαιώθηκε σε όλες τις περιπτώσεις.
Προειδοποίηση αλλά όχι πανικός
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Wall Street βρίσκεται πλέον σε μία από τις ακριβότερες αποτιμήσεις της ιστορίας της.
Εάν ο δείκτης CAPE ξεπεράσει το ιστορικό υψηλό του 2000, θα πρόκειται για ένα γεγονός με έντονο συμβολισμό και πιθανόν σοβαρές συνέπειες για τις αγορές.
Ωστόσο, ακόμη και αν επαναληφθεί το ιστορικό μοτίβο και ακολουθήσει μια ισχυρή διόρθωση, οι αναλυτές υπενθυμίζουν ότι κάθε μεγάλη πτώση αποτέλεσε διαχρονικά ευκαιρία για τους επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
www.bankingnews.gr
Στις αρχές Ιουνίου, οι δείκτες Dow Jones, S&P 500 και Nasdaq Composite κατέγραψαν νέα ιστορικά ρεκόρ κλεισίματος, με βασικό μοχλό την αδιάκοπη αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Ωστόσο, πίσω από την ανοδική εικόνα διαμορφώνεται μια προειδοποίηση που αρκετοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα ανησυχητική.
Ένας από τους ιστορικότερους δείκτες αποτίμησης της Wall Street πλησιάζει επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και 155 χρόνια, εξέλιξη που στο παρελθόν προηγήθηκε όλων σχεδόν των μεγάλων χρηματιστηριακών κραχ.
Ο δείκτης Shiller CAPE αγγίζει τα επίπεδα της «dot-com» φούσκας
Το επίκεντρο της ανησυχίας αποτελεί ο δείκτης Shiller P/E ή CAPE (Cyclically Adjusted Price-to-Earnings Ratio), ο οποίος θεωρείται από τους πιο αξιόπιστους δείκτες αποτίμησης της αγοράς.
Σε αντίθεση με τον κλασικό δείκτη P/E, ο CAPE βασίζεται στα προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό κέρδη της τελευταίας δεκαετίας, περιορίζοντας έτσι τις στρεβλώσεις που προκαλούν οι οικονομικοί κύκλοι.
Αν και ο δείκτης καθιερώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι ιστορικές του μετρήσεις έχουν αναχθεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1871, προσφέροντας περισσότερα από 155 χρόνια στοιχείων.
Ο ιστορικός μέσος όρος του CAPE βρίσκεται περίπου στις 17,4 μονάδες.
Μόλις μία φορά στην ιστορία η αγορά ήταν ακριβότερη
Κατά τη διάρκεια της φούσκας του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο δείκτης είχε εκτιναχθεί στις 44,19 μονάδες, επίπεδο που θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο να επαναληφθεί.
Σήμερα όμως η εικόνα αλλάζει.
Με το νέο ράλι του Ιουνίου, ο CAPE του S&P 500 έφθασε στις 42,84 μονάδες, το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία των αμερικανικών αγορών και μόλις μια ανάσα από το απόλυτο ιστορικό ρεκόρ της εποχής της «dot-com».
Η ιστορία δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας
Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι κάθε φορά που ο δείκτης CAPE ξεπερνούσε τις 30 μονάδες, ακολουθούσε αργά ή γρήγορα μία σημαντική πτώση στις αγορές.
Από το 1871 μέχρι σήμερα αυτό συνέβη συνολικά έξι φορές.
Στις πέντε προηγούμενες περιπτώσεις, οι δείκτες Dow Jones, S&P 500 ή Nasdaq κατέγραψαν στη συνέχεια απώλειες από 20% έως και 89%.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι δύο φορές που ο CAPE ξεπέρασε τις 40 μονάδες.
Η πρώτη ήταν το 2000, όταν ακολούθησε η κατάρρευση της φούσκας του διαδικτύου, με τον Nasdaq να χάνει περίπου το 78% της αξίας του και τον S&P 500 σχεδόν το 49%.
Η δεύτερη ήταν πριν από τη μεγάλη πτώση του 2022, όταν ο S&P 500 έχασε περίπου το ένα τέταρτο της αξίας του και ο Nasdaq περισσότερο από το ένα τρίτο.
Η τεχνητή νοημοσύνη εκτόξευσε τις αποτιμήσεις
Σύμφωνα με την ανάλυση, η επενδυτική φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή διεύρυνση των αποτιμήσεων.
Οι επενδυτές προεξοφλούν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα οι τιμές των μετοχών να απομακρύνονται σημαντικά από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η σημερινή ανοδική αγορά ενδέχεται να λειτουργεί πλέον με ιδιαίτερα περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας.
Οι διορθώσεις είναι μέρος του παιχνιδιού
Παρά τις προειδοποιήσεις, οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι οι μεγάλες διορθώσεις αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο της λειτουργίας των χρηματιστηρίων.
Κανένα ανοδικό κύμα στην ιστορία δεν διήρκεσε για πάντα, ενώ ούτε η νομισματική ούτε η δημοσιονομική πολιτική μπορούν να αποτρέψουν πλήρως τις περιοδικές πτώσεις.
Τα στατιστικά εξακολουθούν να ευνοούν τους υπομονετικούς επενδυτές
Παράλληλα, τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι ο χρόνος παραμένει ο σημαντικότερος σύμμαχος των μακροπρόθεσμων επενδυτών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Bespoke Investment Group, από το 1929 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 27 bear markets στον S&P 500.
Καμία δεν διήρκεσε περισσότερο από 630 ημέρες, ενώ η μέση διάρκειά τους ήταν μόλις 286 ημέρες, δηλαδή περίπου εννέα μήνες.
Αντίθετα, οι ανοδικοί κύκλοι είχαν μέση διάρκεια 1.023 ημερών, με περισσότερους από τους μισούς να διαρκούν περισσότερο ακόμη και από τη μεγαλύτερη πτωτική αγορά.
Κανένας επενδυτής 20ετίας δεν έχασε χρήματα
Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία της Crestmont Research, η οποία ανέλυσε όλες τις κυλιόμενες εικοσαετίες του S&P 500 από το 1900.
Και στις 107 διαφορετικές περιόδους που εξετάστηκαν, ένας επενδυτής που διατηρούσε την τοποθέτησή του για 20 χρόνια κατέγραφε θετική συνολική απόδοση, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων.
Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από τις κρίσεις, τους πολέμους, τις υφέσεις ή τα χρηματιστηριακά κραχ, η υπομονή δικαιώθηκε σε όλες τις περιπτώσεις.
Προειδοποίηση αλλά όχι πανικός
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Wall Street βρίσκεται πλέον σε μία από τις ακριβότερες αποτιμήσεις της ιστορίας της.
Εάν ο δείκτης CAPE ξεπεράσει το ιστορικό υψηλό του 2000, θα πρόκειται για ένα γεγονός με έντονο συμβολισμό και πιθανόν σοβαρές συνέπειες για τις αγορές.
Ωστόσο, ακόμη και αν επαναληφθεί το ιστορικό μοτίβο και ακολουθήσει μια ισχυρή διόρθωση, οι αναλυτές υπενθυμίζουν ότι κάθε μεγάλη πτώση αποτέλεσε διαχρονικά ευκαιρία για τους επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών