Αντισυνταγματικό το διάταγμα Trump για την κατάργηση του δικαιώματος ιθαγένειας λόγω γέννησης
Σημαντική ήττα υπέστη ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ακύρωσε το εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο επιχειρούσε να περιορίσει την αυτόματη απόκτηση αμερικανικής υπηκοότητας από παιδιά που γεννιούνται στις ΗΠΑ.
Με οριακή πλειοψηφία 5-4 και σε απόφαση 194 σελίδων, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε προηγούμενη απόφαση ομοσπονδιακού δικαστηρίου, κρίνοντας ότι το Executive Order 14160 παραβιάζει τη Ρήτρα Ιθαγένειας (Citizenship Clause) της 14ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος.
Τη γνώμη της πλειοψηφίας συνέταξε ο επικεφαλής δικαστής John Roberts, με τη στήριξη των Sonia Sotomayor, Elena Kagan, Amy Coney Barrett και Ketanji Brown Jackson.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η στάση του Brett Kavanaugh, ο οποίος έδωσε την έκτη ψήφο κατά του διατάγματος, χωρίς όμως να υιοθετήσει το συνταγματικό σκεπτικό της πλειοψηφίας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το διάταγμα είναι άκυρο επειδή συγκρούεται με τη μεταναστευτική νομοθεσία της δεκαετίας του 1940 και όχι επειδή παραβιάζει το Σύνταγμα, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο το Κογκρέσο να επανεξετάσει το ζήτημα με νέα νομοθετική παρέμβαση.
Η αντίδραση του Donald Trump
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, ο Donald Trump χαρακτήρισε την εξέλιξη «πολύ κακή για τη χώρα», υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι μπορούν να ανατρέψουν την κατάσταση μέσω νομοθετικής πρωτοβουλίας στο Κογκρέσο.
Τι προβλέπει το δικαίωμα ιθαγένειας λόγω γέννησης
Η αρχή της αυτόματης απόκτησης αμερικανικής υπηκοότητας από όσους γεννιούνται στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί θεμέλιο του αμερικανικού συνταγματικού δικαίου εδώ και περισσότερο από 150 χρόνια.
Η συνταγματική της βάση βρίσκεται στη 14η Τροπολογία, η οποία επικυρώθηκε το 1868, μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο και προβλέπει ότι:
«Όλα τα πρόσωπα που γεννιούνται ή πολιτογραφούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες και υπάγονται στη δικαιοδοσία τους είναι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Πολιτείας στην οποία κατοικούν».
Η συγκεκριμένη διάταξη θεσπίστηκε κυρίως για να ανατρέψει την απόφαση Dred Scott v. Sandford του 1857, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αρνηθεί την αμερικανική υπηκοότητα στους Αφροαμερικανούς.
Παράλληλα, καθιέρωσε την αρχή του jus soli, δηλαδή της ιθαγένειας λόγω γέννησης στο έδαφος της χώρας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τα παιδιά ξένων διπλωματών ή στρατιωτών δύναμης κατοχής.
Η ιστορική απόφαση του 1898
Καθοριστικό προηγούμενο αποτέλεσε η απόφαση United States v. Wong Kim Ark το 1898.
Ο Wong Kim Ark, γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο από Κινέζους γονείς που διέμεναν νόμιμα στις ΗΠΑ, αλλά δεν μπορούσαν να πολιτογραφηθούν λόγω της τότε νομοθεσίας, αναγνωρίστηκε ως Αμερικανός πολίτης.
Η απόφαση του δικαστή Horace Gray επιβεβαίωσε ότι η 14η Τροπολογία κατοχυρώνει την παραδοσιακή αρχή της απόκτησης ιθαγένειας με τη γέννηση εντός της επικράτειας των Ηνωμένων Πολιτειών, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το μεταναστευτικό καθεστώς των γονέων, με εξαίρεση τις ιστορικά αναγνωρισμένες ειδικές περιπτώσεις.
Έκτοτε, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται σταθερά από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια, τις κρατικές υπηρεσίες και όλες τις αμερικανικές κυβερνήσεις.
Η προσπάθεια Trump να αλλάξει το καθεστώς
Τα τελευταία χρόνια, συντηρητικοί κύκλοι και οργανώσεις υπέρ του περιορισμού της μετανάστευσης, με επικεφαλής τον Donald Trump, υποστήριξαν μια διαφορετική ερμηνεία της 14ης Τροπολογίας.
Σύμφωνα με τη θέση τους, η φράση «υπόκεινται στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Πολιτειών» αφορά μόνο πρόσωπα που διαθέτουν πλήρη πολιτική νομιμοφροσύνη προς τις ΗΠΑ και συνεπώς η αυτόματη υπηκοότητα θα πρέπει να περιορίζεται στα παιδιά Αμερικανών πολιτών ή μονίμων κατοίκων.
Οι ίδιοι θεωρούν ότι η ισχύουσα πρακτική ενθαρρύνει την παράνομη μετανάστευση και το λεγόμενο birth tourism, δηλαδή τη γέννηση παιδιών στις ΗΠΑ αποκλειστικά για την απόκτηση αμερικανικής υπηκοότητας.
Το Executive Order 14160
Στις 20 Ιανουαρίου 2025, κατά την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, ο Donald Trump υπέγραψε το Executive Order 14160, με τίτλο «Protecting the Meaning and Value of American Citizenship».
Το διάταγμα προέβλεπε ότι η αμερικανική υπηκοότητα δεν θα αναγνωρίζεται πλέον αυτομάτως σε παιδιά που γεννιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τις 20 Φεβρουαρίου 2025, όταν:
η μητέρα βρίσκεται παράνομα στη χώρα και ο πατέρας δεν είναι ούτε Αμερικανός πολίτης ούτε νόμιμος μόνιμος κάτοικος (κάτοχος Green Card),
η μητέρα διαμένει προσωρινά στις ΗΠΑ με φοιτητική, εργασιακή ή τουριστική βίζα και ο πατέρας επίσης δεν διαθέτει αμερικανική υπηκοότητα ή καθεστώς μόνιμης διαμονής.
Η κυβέρνηση Trump υποστήριξε ότι το διάταγμα ήταν απολύτως συμβατό τόσο με την αρχική πρόθεση της 14ης Τροπολογίας όσο και με την ομοσπονδιακή μεταναστευτική νομοθεσία.
Οι δικαστικές προσφυγές
Το διάταγμα δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη.
Ομοσπονδιακά δικαστήρια σε πολλές Πολιτείες το ανέστειλαν άμεσα, χαρακτηρίζοντάς το αντισυνταγματικό, ενώ ένας δικαστής έκανε λόγο για «κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος».
Τον Ιούνιο του 2025 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εξετάσει μόνο διαδικαστικά ζητήματα στην υπόθεση Trump v. CASA, αποφασίζοντας ότι τα κατώτερα δικαστήρια δεν μπορούν γενικά να εκδίδουν πανεθνικές αναστολές εφαρμογής κυβερνητικών αποφάσεων.
Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα της συνταγματικότητας παρέμενε ανοικτό μέχρι τη νέα απόφαση.
Η υπόθεση Trump v. Barbara
Η τελική κρίση προήλθε από την υπόθεση Trump v. Barbara (No. 25-365), η οποία ξεκίνησε από ομαδική αγωγή στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Πολιτείας του New Hampshire.
Μεταξύ των προσφευγόντων περιλαμβάνονταν:
η Barbara, αιτούσα άσυλο από την Ονδούρα, η οποία επρόκειτο να γεννήσει στα τέλη του 2025,
φοιτήτρια από την Ταϊβάν, της οποίας η κόρη γεννήθηκε τον Απρίλιο του 2025,
υπήκοος Βραζιλίας που είχε υποβάλει αίτηση για μόνιμη διαμονή και απέκτησε γιο τον Μάρτιο του 2025.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες είχαν σοβαρές πιθανότητες να δικαιωθούν και εξέδωσε προσωρινή διαταγή αναστολής εφαρμογής του μέτρου για ολόκληρη τη χώρα.
Οι αγορεύσεις ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 1ης Απριλίου 2026, ο Γενικός Νομικός Εκπρόσωπος της κυβέρνησης, D. John Sauer, υπερασπίστηκε το διάταγμα, επικαλούμενος ιστορικές πηγές, την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης (domicile) στην υπόθεση Wong Kim Ark και ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, η δικηγόρος των προσφευγόντων Cecillia Wang κάλεσε το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει την πάγια νομολογία, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση Wong Kim Ark καθιέρωσε έναν σαφή και αδιαμφισβήτητο συνταγματικό κανόνα.
Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων, αρκετοί δικαστές εξέφρασαν έντονο σκεπτικισμό απέναντι στα επιχειρήματα της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι η νομολογία του 1898 καλύπτει ευθέως το συγκεκριμένο ζήτημα και δύσκολα μπορεί να περιοριστεί με βάση το μεταναστευτικό καθεστώς των γονέων.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θεωρείται μία από τις σημαντικότερες συνταγματικές αποφάσεις των τελευταίων ετών, καθώς διατηρεί σε ισχύ την πάγια ερμηνεία της 14ης Τροπολογίας και ακυρώνει μία από τις πλέον εμβληματικές μεταναστευτικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Donald Trump.
www.bankingnews.gr
Με οριακή πλειοψηφία 5-4 και σε απόφαση 194 σελίδων, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε προηγούμενη απόφαση ομοσπονδιακού δικαστηρίου, κρίνοντας ότι το Executive Order 14160 παραβιάζει τη Ρήτρα Ιθαγένειας (Citizenship Clause) της 14ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος.
Τη γνώμη της πλειοψηφίας συνέταξε ο επικεφαλής δικαστής John Roberts, με τη στήριξη των Sonia Sotomayor, Elena Kagan, Amy Coney Barrett και Ketanji Brown Jackson.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η στάση του Brett Kavanaugh, ο οποίος έδωσε την έκτη ψήφο κατά του διατάγματος, χωρίς όμως να υιοθετήσει το συνταγματικό σκεπτικό της πλειοψηφίας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το διάταγμα είναι άκυρο επειδή συγκρούεται με τη μεταναστευτική νομοθεσία της δεκαετίας του 1940 και όχι επειδή παραβιάζει το Σύνταγμα, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο το Κογκρέσο να επανεξετάσει το ζήτημα με νέα νομοθετική παρέμβαση.
Η αντίδραση του Donald Trump
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, ο Donald Trump χαρακτήρισε την εξέλιξη «πολύ κακή για τη χώρα», υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι μπορούν να ανατρέψουν την κατάσταση μέσω νομοθετικής πρωτοβουλίας στο Κογκρέσο.
Τι προβλέπει το δικαίωμα ιθαγένειας λόγω γέννησης
Η αρχή της αυτόματης απόκτησης αμερικανικής υπηκοότητας από όσους γεννιούνται στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί θεμέλιο του αμερικανικού συνταγματικού δικαίου εδώ και περισσότερο από 150 χρόνια.
Η συνταγματική της βάση βρίσκεται στη 14η Τροπολογία, η οποία επικυρώθηκε το 1868, μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο και προβλέπει ότι:
«Όλα τα πρόσωπα που γεννιούνται ή πολιτογραφούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες και υπάγονται στη δικαιοδοσία τους είναι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Πολιτείας στην οποία κατοικούν».
Η συγκεκριμένη διάταξη θεσπίστηκε κυρίως για να ανατρέψει την απόφαση Dred Scott v. Sandford του 1857, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αρνηθεί την αμερικανική υπηκοότητα στους Αφροαμερικανούς.
Παράλληλα, καθιέρωσε την αρχή του jus soli, δηλαδή της ιθαγένειας λόγω γέννησης στο έδαφος της χώρας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τα παιδιά ξένων διπλωματών ή στρατιωτών δύναμης κατοχής.
Η ιστορική απόφαση του 1898
Καθοριστικό προηγούμενο αποτέλεσε η απόφαση United States v. Wong Kim Ark το 1898.
Ο Wong Kim Ark, γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο από Κινέζους γονείς που διέμεναν νόμιμα στις ΗΠΑ, αλλά δεν μπορούσαν να πολιτογραφηθούν λόγω της τότε νομοθεσίας, αναγνωρίστηκε ως Αμερικανός πολίτης.
Η απόφαση του δικαστή Horace Gray επιβεβαίωσε ότι η 14η Τροπολογία κατοχυρώνει την παραδοσιακή αρχή της απόκτησης ιθαγένειας με τη γέννηση εντός της επικράτειας των Ηνωμένων Πολιτειών, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το μεταναστευτικό καθεστώς των γονέων, με εξαίρεση τις ιστορικά αναγνωρισμένες ειδικές περιπτώσεις.
Έκτοτε, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται σταθερά από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια, τις κρατικές υπηρεσίες και όλες τις αμερικανικές κυβερνήσεις.
Η προσπάθεια Trump να αλλάξει το καθεστώς
Τα τελευταία χρόνια, συντηρητικοί κύκλοι και οργανώσεις υπέρ του περιορισμού της μετανάστευσης, με επικεφαλής τον Donald Trump, υποστήριξαν μια διαφορετική ερμηνεία της 14ης Τροπολογίας.
Σύμφωνα με τη θέση τους, η φράση «υπόκεινται στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Πολιτειών» αφορά μόνο πρόσωπα που διαθέτουν πλήρη πολιτική νομιμοφροσύνη προς τις ΗΠΑ και συνεπώς η αυτόματη υπηκοότητα θα πρέπει να περιορίζεται στα παιδιά Αμερικανών πολιτών ή μονίμων κατοίκων.
Οι ίδιοι θεωρούν ότι η ισχύουσα πρακτική ενθαρρύνει την παράνομη μετανάστευση και το λεγόμενο birth tourism, δηλαδή τη γέννηση παιδιών στις ΗΠΑ αποκλειστικά για την απόκτηση αμερικανικής υπηκοότητας.
Το Executive Order 14160
Στις 20 Ιανουαρίου 2025, κατά την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, ο Donald Trump υπέγραψε το Executive Order 14160, με τίτλο «Protecting the Meaning and Value of American Citizenship».
Το διάταγμα προέβλεπε ότι η αμερικανική υπηκοότητα δεν θα αναγνωρίζεται πλέον αυτομάτως σε παιδιά που γεννιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τις 20 Φεβρουαρίου 2025, όταν:
η μητέρα βρίσκεται παράνομα στη χώρα και ο πατέρας δεν είναι ούτε Αμερικανός πολίτης ούτε νόμιμος μόνιμος κάτοικος (κάτοχος Green Card),
η μητέρα διαμένει προσωρινά στις ΗΠΑ με φοιτητική, εργασιακή ή τουριστική βίζα και ο πατέρας επίσης δεν διαθέτει αμερικανική υπηκοότητα ή καθεστώς μόνιμης διαμονής.
Η κυβέρνηση Trump υποστήριξε ότι το διάταγμα ήταν απολύτως συμβατό τόσο με την αρχική πρόθεση της 14ης Τροπολογίας όσο και με την ομοσπονδιακή μεταναστευτική νομοθεσία.
Οι δικαστικές προσφυγές
Το διάταγμα δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη.
Ομοσπονδιακά δικαστήρια σε πολλές Πολιτείες το ανέστειλαν άμεσα, χαρακτηρίζοντάς το αντισυνταγματικό, ενώ ένας δικαστής έκανε λόγο για «κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος».
Τον Ιούνιο του 2025 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εξετάσει μόνο διαδικαστικά ζητήματα στην υπόθεση Trump v. CASA, αποφασίζοντας ότι τα κατώτερα δικαστήρια δεν μπορούν γενικά να εκδίδουν πανεθνικές αναστολές εφαρμογής κυβερνητικών αποφάσεων.
Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα της συνταγματικότητας παρέμενε ανοικτό μέχρι τη νέα απόφαση.
Η υπόθεση Trump v. Barbara
Η τελική κρίση προήλθε από την υπόθεση Trump v. Barbara (No. 25-365), η οποία ξεκίνησε από ομαδική αγωγή στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Πολιτείας του New Hampshire.
Μεταξύ των προσφευγόντων περιλαμβάνονταν:
η Barbara, αιτούσα άσυλο από την Ονδούρα, η οποία επρόκειτο να γεννήσει στα τέλη του 2025,
φοιτήτρια από την Ταϊβάν, της οποίας η κόρη γεννήθηκε τον Απρίλιο του 2025,
υπήκοος Βραζιλίας που είχε υποβάλει αίτηση για μόνιμη διαμονή και απέκτησε γιο τον Μάρτιο του 2025.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες είχαν σοβαρές πιθανότητες να δικαιωθούν και εξέδωσε προσωρινή διαταγή αναστολής εφαρμογής του μέτρου για ολόκληρη τη χώρα.
Οι αγορεύσεις ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 1ης Απριλίου 2026, ο Γενικός Νομικός Εκπρόσωπος της κυβέρνησης, D. John Sauer, υπερασπίστηκε το διάταγμα, επικαλούμενος ιστορικές πηγές, την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης (domicile) στην υπόθεση Wong Kim Ark και ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, η δικηγόρος των προσφευγόντων Cecillia Wang κάλεσε το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει την πάγια νομολογία, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση Wong Kim Ark καθιέρωσε έναν σαφή και αδιαμφισβήτητο συνταγματικό κανόνα.
Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων, αρκετοί δικαστές εξέφρασαν έντονο σκεπτικισμό απέναντι στα επιχειρήματα της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι η νομολογία του 1898 καλύπτει ευθέως το συγκεκριμένο ζήτημα και δύσκολα μπορεί να περιοριστεί με βάση το μεταναστευτικό καθεστώς των γονέων.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θεωρείται μία από τις σημαντικότερες συνταγματικές αποφάσεις των τελευταίων ετών, καθώς διατηρεί σε ισχύ την πάγια ερμηνεία της 14ης Τροπολογίας και ακυρώνει μία από τις πλέον εμβληματικές μεταναστευτικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Donald Trump.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών