Το βασικό ερώτημα του πολέμου είναι το εξής: Θα παραμείνουν τα Στενά του Hormuz διεθνής θαλάσσιος διάδρομος ή θα αποκτήσει το Ιράν τη δυνατότητα να αποφασίζει ποιος θα διέρχεται από αυτά και υπό ποιες προϋποθέσεις;
(upd6) Το πραγματικό πεδίο μάχης στον Περσικό κόλπο και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής δεν αφορά πλέον τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Αφορά τα Στενά του Hormuz.
Και πλέον γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτόν τον πόλεμο δεν κρίνεται μόνο η τύχη του Ιράν, αλλά το ποιος – και πώς – θα έχει τον έλεγχο του διακόπτη της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο πόλεμος των Αμερικανών ξέσπασε με στόχο την αποδυνάμωση της Τεχεράνης, κυρίως στρατιωτική και πολιτική…
Πλέον όμως εξελίσσεται σε μια σύγκρουση με πολύ μεγαλύτερο διακύβευμα: τον έλεγχο των Στενών του Hormuz, της θαλάσσιας αρτηρίας από την οποία περνά σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Και καθώς οι τιμές της ενέργειας, οι διεθνείς αγορές και η γεωπολιτική ισορροπία μπαίνουν σε τροχιά αβεβαιότητας, η κρίση απειλεί να μετατραπεί σε πολιτικό εφιάλτη για τον Donald Trump, λίγους μόλις μήνες πριν από τις κρισιμότερες ενδιάμεσες εκλογές της προεδρίας του.
Αλλιώς ξεκίνησε…
Οι πόλεμοι συχνά καταλήγουν σε διαφορετικό σημείο από εκείνο στο οποίο ξεκινούν
Η σημερινή σύγκρουση με το Ιράν χαρακτηρίζεται από ασαφείς και διαρκώς μεταβαλλόμενους στόχους, που κυμαίνονται από φιλοδοξίες για αλλαγή καθεστώτος έως πιο περιορισμένες επιδιώξεις, όπως η αποδυνάμωση των πυρηνικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας.
Στο επίκεντρο το Hormuz
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξή της, η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό: σε μια αντιπαράθεση για τον έλεγχο των Στενών του Hormuz και, κατ’ επέκταση, ενός από τους σημαντικότερους διαδρόμους μεταφοράς ενέργειας στον κόσμο.
Το Ιράν έχει αποδείξει τόσο την ικανότητα όσο και την πρόθεσή του να στοχοποιεί εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά, εκτός εάν η διέλευσή τους πραγματοποιείται υπό τους όρους που επιβάλλει η Τεχεράνη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες – και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων όλων των κρατών του Κόλπου που γειτνιάζουν με τα Στενά – θεωρούν εύλογα αυτή την κατάσταση απαράδεκτη.

Το βασικό ερώτημα
Έτσι, ο στρατηγικός στόχος επικεντρώνεται πλέον ολοένα και περισσότερο σε ένα βασικό ερώτημα: θα παραμείνουν τα Στενά του Hormuz διεθνής θαλάσσιος διάδρομος ή θα αποκτήσει το Ιράν τη δυνατότητα να αποφασίζει ποιος θα διέρχεται από αυτά και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Η παραχώρηση αυτού του ελέγχου στην Τεχεράνη θα της απέφερε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από τέλη διέλευσης και θα της έδινε τη δυνατότητα να ρυθμίζει τις παγκόσμιες ροές ενέργειας.
Ουσιαστικά, το Ιράν θα αποκτούσε τον έλεγχο του «θερμοστάτη» της παγκόσμιας οικονομίας.
Βραχυπρόθεσμα: Πλεονέκτημα για το Ιράν
Το Ιράν δεν αποκλείει φυσικά τα Στενά.
Αντίθετα, χρησιμοποιεί drones και πυραύλους cruise για να πλήττει εμπορικά πλοία.
Αυτό και μόνο αρκεί για να παραλύσει το εμπόριο και να ανατρέψει μια μακροχρόνια παραδοχή: ότι τα Στενά του Hormuz θα παρέμεναν διεθνής θαλάσσιος διάδρομος ακόμη και σε περιόδους πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου του Ιουνίου του 2025, για παράδειγμα, ακόμη και μετά τα αμερικανικά πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, η ναυσιπλοΐα στα Στενά δεν είχε διαταραχθεί.
Αυτή η παραδοχή έχει πλέον καταρρεύσει, δημιουργώντας μια τεράστια πρόκληση τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για τη διεθνή κοινότητα.

Το παράδειγμα των Houthis
Σε ανάλυση του CNN αναφέρεται ότι όταν οι αντάρτες Houthis, με τη χρήση ιρανικών πυραύλων και drones, παρεμπόδισαν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω των ίδιων τακτικών στα Στενά Bab al-Mandeb, οι ΗΠΑ συγκρότησαν διεθνή συμμαχία και εξαπέλυσαν αεροπορική εκστρατεία για να περιορίσουν τις δυνατότητες των Houthis, χωρίς όμως να μπορέσουν να αποτρέψουν κάθε επίθεση ή να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών.
Οι επιθέσεις σταμάτησαν μόνο όταν οι Houthis κατέληξαν σε συμφωνία με την Ουάσιγκτον.
Οικονομική καταστροφή
Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν ένα παρόμοιο αλλά πολύ δυσκολότερο πρόβλημα: μια χρονοβόρα, δαπανηρή και εξαιρετικά περίπλοκη αποστολή για να στερήσουν από το Ιράν τη δυνατότητα να εξαπολύει επιθέσεις με drones και πυραύλους cruise, οι οποίοι μπορούν να εκτοξευθούν από αποστάσεις άνω των 1.000 χιλιομέτρων.
Πρόκειται, όπως αναφέρεται, για μια κλασική αποστολή «αναζήτησης βελόνας στα άχυρα».
Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς τα Στενά Bab al-Mandeb εξυπηρετούν περίπου το 10% της παγκόσμιας ναυτιλίας, ενώ τα Στενά του Hormuz διακινούν περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας.
Αυτό αρκεί, όπως είχε δηλώσει ο Donald Trump πριν από την ανακοίνωση μιας βραχύβιας συμφωνίας με το Ιράν, για να προκαλέσει μια «οικονομική καταστροφή».

Μακροπρόθεσμα: Πλεονέκτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες
Σύμφωνα με την ανάλυση, η στρατηγική του Ιράν είναι να αυξήσει τις διεθνείς τιμές της ενέργειας, ώστε να πιέσει την Ουάσιγκτον να αποδεχθεί τον έλεγχό του επί των Στενών.
Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων και στόχων στον Περσικό Κόλπο προκαλούν μια μακροπρόθεσμη αντίδραση που τελικά ενδέχεται να στραφεί εναντίον της Τεχεράνης.
Σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, κυβερνήσεις και ενεργειακές εταιρείες επιταχύνουν την κατασκευή αγωγών, λιμένων και μεταφορικών διαδρόμων που θα επιτρέπουν τη μεταφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου και εμπορευμάτων παρακάμπτοντας τα Στενά του Hormuz.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν πλέον ενεργά αυτές τις πρωτοβουλίες.
Τα Στενά θα παραμείνουν σημαντικά, όμως για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες η περιοχή επενδύει σοβαρά σε ένα μέλλον όπου δεν θα αποτελούν πλέον αναντικατάστατο πέρασμα.
Ο ενεργειακός χάρτης της Μέσης Ανατολής αναδιαμορφώνεται με στόχο τη μείωση της επιρροής του Ιράν σε αυτό το στρατηγικό σημείο.
Ο νέος ενεργειακός χάρτης
Πριν από τον πόλεμο, περίπου 23 εκατομμύρια βαρέλια ενεργειακών προϊόντων διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά του Hormuz.
Αποτελούσαν το μοναδικό σημείο διέλευσης για τις εξαγωγές του Ιράκ, του Κουβέιτ, του Κατάρ και του Μπαχρέιν, ενώ ήταν και η βασική οδός εξαγωγής για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Σήμερα, οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο τα Στενά να κλείνουν περιοδικά ή να μην θεωρούνται πλέον αξιόπιστη εμπορική διαδρομή.
Έτσι, αντί για ένα μοναδικό στρατηγικό πέρασμα, αναπτύσσεται ένα δίκτυο πολλαπλών εξαγωγικών διαδρομών που θα μειώνει σταδιακά την επιρροή του Ιράν.
Παρότι τα νέα έργα δεν θα αντικαταστήσουν πλήρως τις ποσότητες που μεταφέρονταν μέσω των Στενών πριν από τον πόλεμο, εκτιμάται ότι θα περιορίσουν σημαντικά τη σημασία τους.

Με αγωγούς το 60% του πετρελαίου που περνά το Hormuz έως τα τέλη του 2028
Η Goldman Sachs υπολογίζει ότι έως το τέλος του 2028 οι υφιστάμενες και νέες εναλλακτικές διαδρομές θα μπορούν να μεταφέρουν περίπου το 60% του πετρελαίου που σήμερα διέρχεται από τα Στενά του Hormuz.
Τα σημαντικότερα έργα:
• Σαουδική Αραβία (9 εκατ. βαρέλια ημερησίως): Μετά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ πριν από τέσσερις δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία επένδυσε σε έναν αγωγό ανατολής–δύσης που συνδέει τις πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές με την Ερυθρά Θάλασσα. Κατά τη σημερινή κρίση ο αγωγός αυτός εξυπηρέτησε περίπου 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Το Ριάντ σχεδιάζει επέκταση της δυναμικότητάς του κατά ακόμη 1 έως 2 εκατομμύρια βαρέλια έως το τέλος του 2029.
• Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (3,6 εκατ. βαρέλια): Τα ΗΑΕ διαθέτουν ήδη αγωγό και λιμένα νότια των Στενών, μέσω των οποίων εξάγονται έως 1,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Έχει ανακοινωθεί πρόγραμμα επέκτασης που θα διπλασιάσει τη δυναμικότητα έως το τέλος του 2027.
• Ιράκ – Συρία (2–3 εκατ. βαρέλια): Ο νέος πρωθυπουργός του Ιράκ ανακοίνωσε στην Ουάσιγκτον επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων από αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες για την αποκατάσταση παλαιών αγωγών και την ανάπτυξη νέων γραμμών μέσω της Συρίας προς τη Μεσόγειο. Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για το Ιράκ και τη Συρία, Tom Barrack, δήλωσε ότι στόχος είναι τα Στενά του Hormuz να καταστούν «δευτερεύουσας σημασίας».
• Ιράκ – Τουρκία (1 εκατ. βαρέλια): Προβλέπεται επίσης η αναβάθμιση του υφιστάμενου αγωγού από το Kirkuk προς το Ceyhan της Τουρκίας, ο οποίος επί χρόνια υπολειτουργούσε λόγω πολιτικών διαφορών.
• Ιράκ – Ιορδανία (1–2,5 εκατ. βαρέλια): Η Βαγδάτη επιταχύνει τα σχέδια για αγωγό που θα συνδέει τη Basra με τη δυτική πόλη Haditha και στη συνέχεια με το λιμάνι Aqaba της Ιορδανίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Τα έργα αυτά αποτελούν μόνο την αρχή, καθώς εξετάζονται και νέες διαδρομές μέσω της Ιορδανίας και της Τουρκίας.
Ιστορικό προηγούμενο
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν την κατασκευή του αγωγού Baku–Tbilisi–Ceyhan (BTC), ο οποίος συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τη Μεσόγειο μέσω της Γεωργίας και της Τουρκίας.
Αν και αρχικά πολλοί ειδικοί θεωρούσαν το έργο υπερβολικά φιλόδοξο, δαπανηρό και πολιτικά ανέφικτο, η ολοκλήρωσή του το 2006 μείωσε μόνιμα την εξάρτηση από τις ρωσικές εξαγωγικές διαδρομές και απέδειξε ότι οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να αναδιαμορφώσουν τη διεθνή γεωπολιτική όσο και οι στρατιωτικές συμμαχίες.
Αντίθετα, η Ευρώπη επέλεξε να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη ρωσική ενέργεια και τους αντίστοιχους αγωγούς, γεγονός που επέτρεψε αργότερα στη Μόσχα να αξιοποιήσει αυτή την εξάρτηση ως γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.

Η στρατηγική κατεύθυνση
Οι νέοι αγωγοί και τα δίκτυα συνεργασίας πιθανόν να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις, προβλήματα χρηματοδότησης ή ακόμη και επιθέσεις από το Ιράν.
Ωστόσο, συνολικά αποτυπώνουν μια στρατηγική κατεύθυνση που δύσκολα θα αναστραφεί.
Οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, οι οποίες μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν δεδομένο ότι τα Στενά του Hormuz θα παραμένουν ανοικτά, σχεδιάζουν πλέον την ενεργειακή τους πολιτική με βάση το ενδεχόμενο να μην ισχύει πλέον αυτή η παραδοχή.
Η ανάπτυξη ανθεκτικών και εναλλακτικών εξαγωγικών διαδρομών αντιμετωπίζεται πλέον ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Νέος προορισμός: η πλεονάζουσα ανθεκτικότητα
Όπως επισημαίνει στην ανάλυση του το CNN, η στρατηγική του Ιράν βασίζεται στην παραδοχή πως ο κόσμος δεν διαθέτει πρακτική εναλλακτική στα Στενά του Hormuz.
Ωστόσο, είναι πιθανό η ίδια η εργαλειοποίηση αυτής της θαλάσσιας οδού να οδηγήσει τελικά τις γειτονικές χώρες στη δημιουργία ενός ενεργειακού συστήματος που δεν θα εξαρτάται πλέον από αυτήν.
Πολλοί δυτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μια εξέλιξη την οποία η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της θα πρέπει να στηρίξουν ενεργά.

Τώρα αρχίζει ο εφιάλτης για τον Trump
Ωστόσο, τα σχέδια αυτά είναι μακροπρόθεσμα.
Και ο χρόνος αυτόν που πιέζει είναι κυρίως τον Trump και όχι το Ιράν.
Καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου των ΗΠΑ (3 Νοεμβρίου), το πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ εισέρχεται σταδιακά σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους του.
Οι εκλογές αυτές θεωρούνται η πρώτη σοβαρή πολιτική δοκιμασία του Donald Trump μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο και ενδέχεται να μεταβάλουν σημαντικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ουάσιγκτον.
Οι σημερινές ισορροπίες
Σήμερα, οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων διαθέτουν περίπου 220 έδρες έναντι 215 των Δημοκρατικών, μια εύθραυστη πλειοψηφία που σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί χρειάζονται μόνο λίγες επιπλέον έδρες για να ανακτήσουν τον έλεγχο.
Στη Γερουσία, διατηρούν σχετικό προβάδισμα με 53 γερουσιαστές έναντι 47 Δημοκρατικών και ανεξάρτητων που συνεργάζονται μαζί τους.
Για τον λόγο αυτό, οι εκλογές του 2026 θεωρούνται στρατηγικής σημασίας και για τα δύο κόμματα, καθώς ακόμη και η μεταβολή λίγων εδρών μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στο Κογκρέσο.

Δεν αφορά μόνο το Κογκρέσο
Η σημασία αυτών των εκλογών δεν περιορίζεται μόνο στη σύνθεση του Κογκρέσου.
Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της προεκλογικής αναμέτρησης.
Όπως επισημαίνεται, η αύξηση των ανησυχιών για τον πληθωρισμό, το κόστος ζωής, τις τιμές της ενέργειας και τις οικονομικές πιέσεις που ακολούθησαν τις στρατιωτικές επιθέσεις κατά του Ιράν έχει περιορίσει το παραδοσιακό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών στα οικονομικά ζητήματα και έχει προσφέρει στους Δημοκρατικούς έδαφος για πολιτική επίθεση κατά της κυβέρνησης Donald Trump.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι φετινές ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν απλώς μια μάχη για μερικές επιπλέον έδρες, αλλά μια αντιπαράθεση δύο διαφορετικών πολιτικών αφηγήσεων για το μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο την πορεία της κυβέρνησης Donald Trump, αλλά και τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Οι σημαντικότερες εκλογικές απειλές για τον Trump και τους Ρεπουμπλικανούς
H οικονομία εξελίσσεται στη μεγαλύτερη αδυναμία του Donald Trump και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν οι Ρεπουμπλικανοί προέβαλλαν την εικόνα του κόμματος που διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα την οικονομία, πλέον σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης θεωρεί τις οικονομικές πολιτικές του Trump υπεύθυνες για την αύξηση του κόστους ζωής.
Hπλειοψηφία των Αμερικανών πιστεύει πως οι οικονομικές πολιτικές του Trump έχουν αυξήσει τις δαπάνες διαβίωσης, άποψη που φαίνεται να βρίσκει απήχηση ακόμη και μεταξύ ορισμένων Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.
Η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στην οικονομική διαχείριση του Trump, σε συνδυασμό με τον επίμονο πληθωρισμό, την άνοδο του κόστους στέγασης, των τιμών της ενέργειας και τις ανησυχίες για το οικονομικό μέλλον, ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά το πολιτικό σκηνικό.
Η οικονομία αποτελούσε επί σειρά ετών το βασικό προεκλογικό πλεονέκτημα του Trump, ο οποίος είχε προσελκύσει τη μεσαία τάξη, τους επιχειρηματίες και πολλούς ανεξάρτητους ψηφοφόρους προβάλλοντας την εικόνα του «προέδρου-επιχειρηματία».
Ωστόσο, η μείωση της αγοραστικής δύναμης και η αύξηση του κόστους ζωής φαίνεται να αποδυναμώνουν σταδιακά αυτή την εικόνα.

Το σχέδιο των Δημοκρατικών
Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να μετατρέψουν τις εκλογές σε δημοψήφισμα για την οικονομική πολιτική των Ρεπουμπλικάνων, δίνοντας έμφαση στον πληθωρισμό, τη φορολογία, την υγειονομική περίθαλψη και το κόστος ζωής.
Η στρατηγική τους επικεντρώνεται ιδιαίτερα στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και στους κατοίκους των προαστίων, ομάδες που παραδοσιακά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις ενδιάμεσες εκλογές.
Οι οικονομικές δυσκολίες ενδέχεται να εντείνουν και τις εσωτερικές διαφωνίες στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών.
Ορισμένα στελέχη του κόμματος ανησυχούν ότι η παρατεταμένη οικονομική πίεση μπορεί να αποδυναμώσει τη θέση τους στις πολιτείες όπου η εκλογική μάχη είναι αμφίρροπη, ενώ οι υποστηρικτές του Trump εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ζητήματα όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια των συνόρων και οι πολιτισμικές διαμάχες μπορούν να υπερισχύσουν των οικονομικών προβλημάτων.
Τα «κρυφά» πλεονεκτήματα των Ρεπουμπλικάνων
Παρά τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και τη σχετική υποχώρηση της δημοτικότητας του Donald Trump, πολλοί πολιτικοί αναλυτές θεωρούν πως οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά θεσμικά, νομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα, τα οποία ενδέχεται να αποτρέψουν μια εκλογική ήττα.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις σχετικά με την ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών σε αρκετές πολιτείες.
Oι αλλαγές αυτές έχουν περιορίσει τον αριθμό των αμφίρροπων περιφερειών και έχουν ενισχύσει την ασφάλεια πολλών εδρών που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικ;anoyw
Επιπλέον, η συμμετοχή των συντηρητικών ψηφοφόρων, των ηλικιωμένων και των κατοίκων αγροτικών περιοχών είναι παραδοσιακά υψηλότερη στις ενδιάμεσες εκλογές σε σχέση με εκείνη των νέων και των μειονοτήτων που στηρίζουν κυρίως τους Δημοκρατικούς.
Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικάνοι επιδιώκουν να μεταφέρουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από την οικονομία σε ζητήματα όπως η παράτυπη μετανάστευση, η ασφάλεια των συνόρων, η κρίση των ναρκωτικών και οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις με τους φιλελεύθερους.
Στόχος του Trump και των συμμάχων του είναι οι εκλογές να παρουσιαστούν όχι μόνο ως οικονομική αναμέτρηση, αλλά και ως μάχη για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα.

Ο Trump: στρατηγικό πλεονέκτημα ή πηγή φθοράς;
Το σημαντικότερο στρατηγικό δίλημμα των Ρεπουμπλικάνων δεν αφορά αποκλειστικά την οικονομία ή τη μείωση της δημοτικότητας της κυβέρνησης, αλλά τον ίδιο τον Donald Trump και τον ρόλο του στο μέλλον του κόμματος.
Από τη μία πλευρά, αναφέρει ότι ο Trump έχει μετασχηματίσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, δημιουργώντας μια νέα εκλογική βάση που περιλαμβάνει λευκούς εργαζόμενους, εθνικιστές, κοινωνικά συντηρητικούς και πολίτες που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με το πολιτικό κατεστημένο.
Η εκλογική του επιρροή παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή σε πολλές κρίσιμες πολιτείες.
Από την άλλη πλευρά, η μεγάλη εξάρτηση του κόμματος από τον Trump δημιουργεί ένα σύνθετο στρατηγικό πρόβλημα.
Χωρίς τον ίδιο, οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν μέρος της εκλογικής τους βάσης, ενώ με την έντονη παρουσία του ενδέχεται να απομακρύνουν τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους, τη μεσαία αστική τάξη και τους μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς.
Στόχος των Δημοκρατικών ο Trump
Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να προσωποποιήσουν την εκλογική αναμέτρηση γύρω από τον Trump, θεωρώντας ότι μια εκστρατεία που θα επικεντρώνεται στην προσωπικότητα, τη συμπεριφορά και τις πολιτικές του μπορεί να διευρύνει το χάσμα μεταξύ της συντηρητικής βάσης και των μετριοπαθών ψηφοφόρων.
Για τον λόγο αυτό, τα μέσα ενημέρωσης που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς επιχειρούν να συνδέσουν κάθε οικονομική κρίση, πολιτική ένταση ή εσωκομματική διαφωνία με τον Trump.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι το μέλλον των Ρεπουμπλικάνων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του Donald Trump να διατηρήσει τη συσπείρωση της συντηρητικής εκλογικής βάσης, χωρίς όμως να χάσει την υποστήριξη των ανεξάρτητων και αναποφάσιστων ψηφοφόρων.
Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, η επιτυχία ή η αποτυχία του κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο ο Trump θα καταφέρει να αποκαταστήσει την εικόνα του ως συμβόλου οικονομικής σταθερότητας και πολιτικής ισχύος ή αν θα ταυτιστεί με την οικονομική δυσαρέσκεια και τον κοινωνικό διχασμό.
www.bankingnews.gr
Αφορά τα Στενά του Hormuz.
Και πλέον γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτόν τον πόλεμο δεν κρίνεται μόνο η τύχη του Ιράν, αλλά το ποιος – και πώς – θα έχει τον έλεγχο του διακόπτη της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο πόλεμος των Αμερικανών ξέσπασε με στόχο την αποδυνάμωση της Τεχεράνης, κυρίως στρατιωτική και πολιτική…
Πλέον όμως εξελίσσεται σε μια σύγκρουση με πολύ μεγαλύτερο διακύβευμα: τον έλεγχο των Στενών του Hormuz, της θαλάσσιας αρτηρίας από την οποία περνά σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Και καθώς οι τιμές της ενέργειας, οι διεθνείς αγορές και η γεωπολιτική ισορροπία μπαίνουν σε τροχιά αβεβαιότητας, η κρίση απειλεί να μετατραπεί σε πολιτικό εφιάλτη για τον Donald Trump, λίγους μόλις μήνες πριν από τις κρισιμότερες ενδιάμεσες εκλογές της προεδρίας του.
Αλλιώς ξεκίνησε…
Οι πόλεμοι συχνά καταλήγουν σε διαφορετικό σημείο από εκείνο στο οποίο ξεκινούν
Η σημερινή σύγκρουση με το Ιράν χαρακτηρίζεται από ασαφείς και διαρκώς μεταβαλλόμενους στόχους, που κυμαίνονται από φιλοδοξίες για αλλαγή καθεστώτος έως πιο περιορισμένες επιδιώξεις, όπως η αποδυνάμωση των πυρηνικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας.
Στο επίκεντρο το Hormuz
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξή της, η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό: σε μια αντιπαράθεση για τον έλεγχο των Στενών του Hormuz και, κατ’ επέκταση, ενός από τους σημαντικότερους διαδρόμους μεταφοράς ενέργειας στον κόσμο.
Το Ιράν έχει αποδείξει τόσο την ικανότητα όσο και την πρόθεσή του να στοχοποιεί εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά, εκτός εάν η διέλευσή τους πραγματοποιείται υπό τους όρους που επιβάλλει η Τεχεράνη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες – και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων όλων των κρατών του Κόλπου που γειτνιάζουν με τα Στενά – θεωρούν εύλογα αυτή την κατάσταση απαράδεκτη.

Το βασικό ερώτημα
Έτσι, ο στρατηγικός στόχος επικεντρώνεται πλέον ολοένα και περισσότερο σε ένα βασικό ερώτημα: θα παραμείνουν τα Στενά του Hormuz διεθνής θαλάσσιος διάδρομος ή θα αποκτήσει το Ιράν τη δυνατότητα να αποφασίζει ποιος θα διέρχεται από αυτά και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Η παραχώρηση αυτού του ελέγχου στην Τεχεράνη θα της απέφερε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από τέλη διέλευσης και θα της έδινε τη δυνατότητα να ρυθμίζει τις παγκόσμιες ροές ενέργειας.
Ουσιαστικά, το Ιράν θα αποκτούσε τον έλεγχο του «θερμοστάτη» της παγκόσμιας οικονομίας.
Βραχυπρόθεσμα: Πλεονέκτημα για το Ιράν
Το Ιράν δεν αποκλείει φυσικά τα Στενά.
Αντίθετα, χρησιμοποιεί drones και πυραύλους cruise για να πλήττει εμπορικά πλοία.
Αυτό και μόνο αρκεί για να παραλύσει το εμπόριο και να ανατρέψει μια μακροχρόνια παραδοχή: ότι τα Στενά του Hormuz θα παρέμεναν διεθνής θαλάσσιος διάδρομος ακόμη και σε περιόδους πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου του Ιουνίου του 2025, για παράδειγμα, ακόμη και μετά τα αμερικανικά πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, η ναυσιπλοΐα στα Στενά δεν είχε διαταραχθεί.
Αυτή η παραδοχή έχει πλέον καταρρεύσει, δημιουργώντας μια τεράστια πρόκληση τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για τη διεθνή κοινότητα.

Το παράδειγμα των Houthis
Σε ανάλυση του CNN αναφέρεται ότι όταν οι αντάρτες Houthis, με τη χρήση ιρανικών πυραύλων και drones, παρεμπόδισαν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω των ίδιων τακτικών στα Στενά Bab al-Mandeb, οι ΗΠΑ συγκρότησαν διεθνή συμμαχία και εξαπέλυσαν αεροπορική εκστρατεία για να περιορίσουν τις δυνατότητες των Houthis, χωρίς όμως να μπορέσουν να αποτρέψουν κάθε επίθεση ή να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών.
Οι επιθέσεις σταμάτησαν μόνο όταν οι Houthis κατέληξαν σε συμφωνία με την Ουάσιγκτον.
Οικονομική καταστροφή
Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν ένα παρόμοιο αλλά πολύ δυσκολότερο πρόβλημα: μια χρονοβόρα, δαπανηρή και εξαιρετικά περίπλοκη αποστολή για να στερήσουν από το Ιράν τη δυνατότητα να εξαπολύει επιθέσεις με drones και πυραύλους cruise, οι οποίοι μπορούν να εκτοξευθούν από αποστάσεις άνω των 1.000 χιλιομέτρων.
Πρόκειται, όπως αναφέρεται, για μια κλασική αποστολή «αναζήτησης βελόνας στα άχυρα».
Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς τα Στενά Bab al-Mandeb εξυπηρετούν περίπου το 10% της παγκόσμιας ναυτιλίας, ενώ τα Στενά του Hormuz διακινούν περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας.
Αυτό αρκεί, όπως είχε δηλώσει ο Donald Trump πριν από την ανακοίνωση μιας βραχύβιας συμφωνίας με το Ιράν, για να προκαλέσει μια «οικονομική καταστροφή».

Μακροπρόθεσμα: Πλεονέκτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες
Σύμφωνα με την ανάλυση, η στρατηγική του Ιράν είναι να αυξήσει τις διεθνείς τιμές της ενέργειας, ώστε να πιέσει την Ουάσιγκτον να αποδεχθεί τον έλεγχό του επί των Στενών.
Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων και στόχων στον Περσικό Κόλπο προκαλούν μια μακροπρόθεσμη αντίδραση που τελικά ενδέχεται να στραφεί εναντίον της Τεχεράνης.
Σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, κυβερνήσεις και ενεργειακές εταιρείες επιταχύνουν την κατασκευή αγωγών, λιμένων και μεταφορικών διαδρόμων που θα επιτρέπουν τη μεταφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου και εμπορευμάτων παρακάμπτοντας τα Στενά του Hormuz.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν πλέον ενεργά αυτές τις πρωτοβουλίες.
Τα Στενά θα παραμείνουν σημαντικά, όμως για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες η περιοχή επενδύει σοβαρά σε ένα μέλλον όπου δεν θα αποτελούν πλέον αναντικατάστατο πέρασμα.
Ο ενεργειακός χάρτης της Μέσης Ανατολής αναδιαμορφώνεται με στόχο τη μείωση της επιρροής του Ιράν σε αυτό το στρατηγικό σημείο.
Ο νέος ενεργειακός χάρτης
Πριν από τον πόλεμο, περίπου 23 εκατομμύρια βαρέλια ενεργειακών προϊόντων διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά του Hormuz.
Αποτελούσαν το μοναδικό σημείο διέλευσης για τις εξαγωγές του Ιράκ, του Κουβέιτ, του Κατάρ και του Μπαχρέιν, ενώ ήταν και η βασική οδός εξαγωγής για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Σήμερα, οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο τα Στενά να κλείνουν περιοδικά ή να μην θεωρούνται πλέον αξιόπιστη εμπορική διαδρομή.
Έτσι, αντί για ένα μοναδικό στρατηγικό πέρασμα, αναπτύσσεται ένα δίκτυο πολλαπλών εξαγωγικών διαδρομών που θα μειώνει σταδιακά την επιρροή του Ιράν.
Παρότι τα νέα έργα δεν θα αντικαταστήσουν πλήρως τις ποσότητες που μεταφέρονταν μέσω των Στενών πριν από τον πόλεμο, εκτιμάται ότι θα περιορίσουν σημαντικά τη σημασία τους.

Με αγωγούς το 60% του πετρελαίου που περνά το Hormuz έως τα τέλη του 2028
Η Goldman Sachs υπολογίζει ότι έως το τέλος του 2028 οι υφιστάμενες και νέες εναλλακτικές διαδρομές θα μπορούν να μεταφέρουν περίπου το 60% του πετρελαίου που σήμερα διέρχεται από τα Στενά του Hormuz.
Τα σημαντικότερα έργα:
• Σαουδική Αραβία (9 εκατ. βαρέλια ημερησίως): Μετά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ πριν από τέσσερις δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία επένδυσε σε έναν αγωγό ανατολής–δύσης που συνδέει τις πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές με την Ερυθρά Θάλασσα. Κατά τη σημερινή κρίση ο αγωγός αυτός εξυπηρέτησε περίπου 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Το Ριάντ σχεδιάζει επέκταση της δυναμικότητάς του κατά ακόμη 1 έως 2 εκατομμύρια βαρέλια έως το τέλος του 2029.
• Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (3,6 εκατ. βαρέλια): Τα ΗΑΕ διαθέτουν ήδη αγωγό και λιμένα νότια των Στενών, μέσω των οποίων εξάγονται έως 1,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Έχει ανακοινωθεί πρόγραμμα επέκτασης που θα διπλασιάσει τη δυναμικότητα έως το τέλος του 2027.
• Ιράκ – Συρία (2–3 εκατ. βαρέλια): Ο νέος πρωθυπουργός του Ιράκ ανακοίνωσε στην Ουάσιγκτον επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων από αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες για την αποκατάσταση παλαιών αγωγών και την ανάπτυξη νέων γραμμών μέσω της Συρίας προς τη Μεσόγειο. Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για το Ιράκ και τη Συρία, Tom Barrack, δήλωσε ότι στόχος είναι τα Στενά του Hormuz να καταστούν «δευτερεύουσας σημασίας».
• Ιράκ – Τουρκία (1 εκατ. βαρέλια): Προβλέπεται επίσης η αναβάθμιση του υφιστάμενου αγωγού από το Kirkuk προς το Ceyhan της Τουρκίας, ο οποίος επί χρόνια υπολειτουργούσε λόγω πολιτικών διαφορών.
• Ιράκ – Ιορδανία (1–2,5 εκατ. βαρέλια): Η Βαγδάτη επιταχύνει τα σχέδια για αγωγό που θα συνδέει τη Basra με τη δυτική πόλη Haditha και στη συνέχεια με το λιμάνι Aqaba της Ιορδανίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Τα έργα αυτά αποτελούν μόνο την αρχή, καθώς εξετάζονται και νέες διαδρομές μέσω της Ιορδανίας και της Τουρκίας.
Ιστορικό προηγούμενο
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν την κατασκευή του αγωγού Baku–Tbilisi–Ceyhan (BTC), ο οποίος συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τη Μεσόγειο μέσω της Γεωργίας και της Τουρκίας.
Αν και αρχικά πολλοί ειδικοί θεωρούσαν το έργο υπερβολικά φιλόδοξο, δαπανηρό και πολιτικά ανέφικτο, η ολοκλήρωσή του το 2006 μείωσε μόνιμα την εξάρτηση από τις ρωσικές εξαγωγικές διαδρομές και απέδειξε ότι οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να αναδιαμορφώσουν τη διεθνή γεωπολιτική όσο και οι στρατιωτικές συμμαχίες.
Αντίθετα, η Ευρώπη επέλεξε να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη ρωσική ενέργεια και τους αντίστοιχους αγωγούς, γεγονός που επέτρεψε αργότερα στη Μόσχα να αξιοποιήσει αυτή την εξάρτηση ως γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.

Η στρατηγική κατεύθυνση
Οι νέοι αγωγοί και τα δίκτυα συνεργασίας πιθανόν να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις, προβλήματα χρηματοδότησης ή ακόμη και επιθέσεις από το Ιράν.
Ωστόσο, συνολικά αποτυπώνουν μια στρατηγική κατεύθυνση που δύσκολα θα αναστραφεί.
Οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, οι οποίες μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν δεδομένο ότι τα Στενά του Hormuz θα παραμένουν ανοικτά, σχεδιάζουν πλέον την ενεργειακή τους πολιτική με βάση το ενδεχόμενο να μην ισχύει πλέον αυτή η παραδοχή.
Η ανάπτυξη ανθεκτικών και εναλλακτικών εξαγωγικών διαδρομών αντιμετωπίζεται πλέον ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Νέος προορισμός: η πλεονάζουσα ανθεκτικότητα
Όπως επισημαίνει στην ανάλυση του το CNN, η στρατηγική του Ιράν βασίζεται στην παραδοχή πως ο κόσμος δεν διαθέτει πρακτική εναλλακτική στα Στενά του Hormuz.
Ωστόσο, είναι πιθανό η ίδια η εργαλειοποίηση αυτής της θαλάσσιας οδού να οδηγήσει τελικά τις γειτονικές χώρες στη δημιουργία ενός ενεργειακού συστήματος που δεν θα εξαρτάται πλέον από αυτήν.
Πολλοί δυτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μια εξέλιξη την οποία η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της θα πρέπει να στηρίξουν ενεργά.

Τώρα αρχίζει ο εφιάλτης για τον Trump
Ωστόσο, τα σχέδια αυτά είναι μακροπρόθεσμα.
Και ο χρόνος αυτόν που πιέζει είναι κυρίως τον Trump και όχι το Ιράν.
Καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου των ΗΠΑ (3 Νοεμβρίου), το πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ εισέρχεται σταδιακά σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους του.
Οι εκλογές αυτές θεωρούνται η πρώτη σοβαρή πολιτική δοκιμασία του Donald Trump μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο και ενδέχεται να μεταβάλουν σημαντικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ουάσιγκτον.
Οι σημερινές ισορροπίες
Σήμερα, οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων διαθέτουν περίπου 220 έδρες έναντι 215 των Δημοκρατικών, μια εύθραυστη πλειοψηφία που σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί χρειάζονται μόνο λίγες επιπλέον έδρες για να ανακτήσουν τον έλεγχο.
Στη Γερουσία, διατηρούν σχετικό προβάδισμα με 53 γερουσιαστές έναντι 47 Δημοκρατικών και ανεξάρτητων που συνεργάζονται μαζί τους.
Για τον λόγο αυτό, οι εκλογές του 2026 θεωρούνται στρατηγικής σημασίας και για τα δύο κόμματα, καθώς ακόμη και η μεταβολή λίγων εδρών μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στο Κογκρέσο.

Δεν αφορά μόνο το Κογκρέσο
Η σημασία αυτών των εκλογών δεν περιορίζεται μόνο στη σύνθεση του Κογκρέσου.
Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της προεκλογικής αναμέτρησης.
Όπως επισημαίνεται, η αύξηση των ανησυχιών για τον πληθωρισμό, το κόστος ζωής, τις τιμές της ενέργειας και τις οικονομικές πιέσεις που ακολούθησαν τις στρατιωτικές επιθέσεις κατά του Ιράν έχει περιορίσει το παραδοσιακό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών στα οικονομικά ζητήματα και έχει προσφέρει στους Δημοκρατικούς έδαφος για πολιτική επίθεση κατά της κυβέρνησης Donald Trump.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι φετινές ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν απλώς μια μάχη για μερικές επιπλέον έδρες, αλλά μια αντιπαράθεση δύο διαφορετικών πολιτικών αφηγήσεων για το μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο την πορεία της κυβέρνησης Donald Trump, αλλά και τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Οι σημαντικότερες εκλογικές απειλές για τον Trump και τους Ρεπουμπλικανούς
H οικονομία εξελίσσεται στη μεγαλύτερη αδυναμία του Donald Trump και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν οι Ρεπουμπλικανοί προέβαλλαν την εικόνα του κόμματος που διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα την οικονομία, πλέον σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης θεωρεί τις οικονομικές πολιτικές του Trump υπεύθυνες για την αύξηση του κόστους ζωής.
Hπλειοψηφία των Αμερικανών πιστεύει πως οι οικονομικές πολιτικές του Trump έχουν αυξήσει τις δαπάνες διαβίωσης, άποψη που φαίνεται να βρίσκει απήχηση ακόμη και μεταξύ ορισμένων Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.
Η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στην οικονομική διαχείριση του Trump, σε συνδυασμό με τον επίμονο πληθωρισμό, την άνοδο του κόστους στέγασης, των τιμών της ενέργειας και τις ανησυχίες για το οικονομικό μέλλον, ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά το πολιτικό σκηνικό.
Η οικονομία αποτελούσε επί σειρά ετών το βασικό προεκλογικό πλεονέκτημα του Trump, ο οποίος είχε προσελκύσει τη μεσαία τάξη, τους επιχειρηματίες και πολλούς ανεξάρτητους ψηφοφόρους προβάλλοντας την εικόνα του «προέδρου-επιχειρηματία».
Ωστόσο, η μείωση της αγοραστικής δύναμης και η αύξηση του κόστους ζωής φαίνεται να αποδυναμώνουν σταδιακά αυτή την εικόνα.

Το σχέδιο των Δημοκρατικών
Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να μετατρέψουν τις εκλογές σε δημοψήφισμα για την οικονομική πολιτική των Ρεπουμπλικάνων, δίνοντας έμφαση στον πληθωρισμό, τη φορολογία, την υγειονομική περίθαλψη και το κόστος ζωής.
Η στρατηγική τους επικεντρώνεται ιδιαίτερα στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και στους κατοίκους των προαστίων, ομάδες που παραδοσιακά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις ενδιάμεσες εκλογές.
Οι οικονομικές δυσκολίες ενδέχεται να εντείνουν και τις εσωτερικές διαφωνίες στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών.
Ορισμένα στελέχη του κόμματος ανησυχούν ότι η παρατεταμένη οικονομική πίεση μπορεί να αποδυναμώσει τη θέση τους στις πολιτείες όπου η εκλογική μάχη είναι αμφίρροπη, ενώ οι υποστηρικτές του Trump εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ζητήματα όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια των συνόρων και οι πολιτισμικές διαμάχες μπορούν να υπερισχύσουν των οικονομικών προβλημάτων.
Τα «κρυφά» πλεονεκτήματα των Ρεπουμπλικάνων
Παρά τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και τη σχετική υποχώρηση της δημοτικότητας του Donald Trump, πολλοί πολιτικοί αναλυτές θεωρούν πως οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά θεσμικά, νομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα, τα οποία ενδέχεται να αποτρέψουν μια εκλογική ήττα.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις σχετικά με την ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών σε αρκετές πολιτείες.
Oι αλλαγές αυτές έχουν περιορίσει τον αριθμό των αμφίρροπων περιφερειών και έχουν ενισχύσει την ασφάλεια πολλών εδρών που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικ;anoyw
Επιπλέον, η συμμετοχή των συντηρητικών ψηφοφόρων, των ηλικιωμένων και των κατοίκων αγροτικών περιοχών είναι παραδοσιακά υψηλότερη στις ενδιάμεσες εκλογές σε σχέση με εκείνη των νέων και των μειονοτήτων που στηρίζουν κυρίως τους Δημοκρατικούς.
Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικάνοι επιδιώκουν να μεταφέρουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από την οικονομία σε ζητήματα όπως η παράτυπη μετανάστευση, η ασφάλεια των συνόρων, η κρίση των ναρκωτικών και οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις με τους φιλελεύθερους.
Στόχος του Trump και των συμμάχων του είναι οι εκλογές να παρουσιαστούν όχι μόνο ως οικονομική αναμέτρηση, αλλά και ως μάχη για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα.

Ο Trump: στρατηγικό πλεονέκτημα ή πηγή φθοράς;
Το σημαντικότερο στρατηγικό δίλημμα των Ρεπουμπλικάνων δεν αφορά αποκλειστικά την οικονομία ή τη μείωση της δημοτικότητας της κυβέρνησης, αλλά τον ίδιο τον Donald Trump και τον ρόλο του στο μέλλον του κόμματος.
Από τη μία πλευρά, αναφέρει ότι ο Trump έχει μετασχηματίσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, δημιουργώντας μια νέα εκλογική βάση που περιλαμβάνει λευκούς εργαζόμενους, εθνικιστές, κοινωνικά συντηρητικούς και πολίτες που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με το πολιτικό κατεστημένο.
Η εκλογική του επιρροή παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή σε πολλές κρίσιμες πολιτείες.
Από την άλλη πλευρά, η μεγάλη εξάρτηση του κόμματος από τον Trump δημιουργεί ένα σύνθετο στρατηγικό πρόβλημα.
Χωρίς τον ίδιο, οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν μέρος της εκλογικής τους βάσης, ενώ με την έντονη παρουσία του ενδέχεται να απομακρύνουν τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους, τη μεσαία αστική τάξη και τους μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς.
Στόχος των Δημοκρατικών ο Trump
Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να προσωποποιήσουν την εκλογική αναμέτρηση γύρω από τον Trump, θεωρώντας ότι μια εκστρατεία που θα επικεντρώνεται στην προσωπικότητα, τη συμπεριφορά και τις πολιτικές του μπορεί να διευρύνει το χάσμα μεταξύ της συντηρητικής βάσης και των μετριοπαθών ψηφοφόρων.
Για τον λόγο αυτό, τα μέσα ενημέρωσης που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς επιχειρούν να συνδέσουν κάθε οικονομική κρίση, πολιτική ένταση ή εσωκομματική διαφωνία με τον Trump.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι το μέλλον των Ρεπουμπλικάνων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του Donald Trump να διατηρήσει τη συσπείρωση της συντηρητικής εκλογικής βάσης, χωρίς όμως να χάσει την υποστήριξη των ανεξάρτητων και αναποφάσιστων ψηφοφόρων.
Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, η επιτυχία ή η αποτυχία του κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο ο Trump θα καταφέρει να αποκαταστήσει την εικόνα του ως συμβόλου οικονομικής σταθερότητας και πολιτικής ισχύος ή αν θα ταυτιστεί με την οικονομική δυσαρέσκεια και τον κοινωνικό διχασμό.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών