Όσο αυξάνονταν οι απειλές, μειωνόταν η πιθανότητα δράσης…
Ένα εκρηκτικό σκηνικό γεμάτο ένταση, φόβο και αβεβαιότητα έχουν δημιουργήσει oι διαδοχικές απειλές του Donald Trump εναντίον του Ιράν, όμως πίσω από τη σκληρή ρητορική φαίνεται να κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα: η Ουάσιγκτον εμφανίζεται παγιδευμένη ανάμεσα στην ανάγκη να δείξει ισχύ και στον φόβο των καταστροφικών συνεπειών μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης.
Από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 2015, ο Trump επανέλαβε πολλές φορές ότι το Ιράν θα αντιμετώπιζε την απόλυτη καταστροφή εάν δεν συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι απειλές περιλάμβαναν χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, γέφυρες, πετρελαϊκές υποδομές, ακόμη και στρατηγικά σημεία όπως το νησί Kharg.
Ωστόσο, παρά τη δραματική γλώσσα και τις συνεχείς προειδοποιήσεις, καμία από αυτές τις «κόκκινες γραμμές» δεν μετατράπηκε σε πραγματική στρατιωτική επιχείρηση.
Το ερώτημα που πλέον κυριαρχεί είναι ένα: οι απειλές του Trump αποτελούν πραγματική προετοιμασία πολέμου ή έναν σκληρό ψυχολογικό πόλεμο πίεσης;
Στις αρχές, ο Trump επιχείρησε να εξαναγκάσει το Ιράν να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις μέσω μιας σειράς τελεσιγράφων.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των δηλώσεων ήταν η αναφορά σε προθεσμίες, η απειλή άμεσης στρατιωτικής δράσης και η υπόσχεση καταστροφής κρίσιμων υποδομών.
Το πρώτο επεισόδιο της νέας κλιμάκωσης ήρθε όταν προειδοποίησε ότι, εάν δεν άνοιγε άμεσα το Στενό του Hormuz, οι αμερικανικές δυνάμεις θα μπορούσαν να καταστρέψουν ενεργειακές εγκαταστάσεις, πετρελαιοπηγές και στρατηγικές υποδομές του Ιράν.
Λίγες ημέρες αργότερα, η ρητορική έγινε ακόμη πιο σκληρή.
Ο Trump υποστήριξε ότι εάν το Ιράν δεν υποχωρούσε μέσα σε 48 ώρες, οι μεγαλύτεροι σταθμοί παραγωγής ενέργειας της χώρας θα αποτελούσαν στόχο.
Στις 13 Απριλίου, η απειλή έφτασε στο αποκορύφωμά της, με τον Αμερικανό πρόεδρο να δηλώνει ότι το Ιράν «θα ζούσε στην κόλαση» εάν δεν άνοιγε το Στενό του Hormuz και ότι θα ακολουθούσε η καταστροφή γεφυρών και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Τρεις ημέρες αργότερα, οι απειλές έγιναν ακόμη πιο συγκεκριμένες: πρώτα οι γέφυρες και στη συνέχεια οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας.
Όμως, η πραγματικότητα παρέμεινε διαφορετική.
Η κλιμάκωση στα λόγια δεν μετατράπηκε σε κλιμάκωση στο πεδίο.
Η πιθανότητα μιας μεγάλης επίθεσης στις ζωτικές υποδομές του Ιράν δεν αποτελεί πλέον ένα απλό στρατιωτικό σενάριο.
Θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει χάος στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, απειλές στις ναυτιλιακές οδούς, εκτόξευση των τιμών πετρελαίου και διεύρυνση της σύγκρουσης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Αυτός ο κίνδυνος φαίνεται να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που περιορίζει τις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Η καταστροφή των ιρανικών υποδομών δεν θα ήταν μια «χειρουργική» επιχείρηση περιορισμένης διάρκειας.
Θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν περιφερειακό πόλεμο με τεράστιο οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος.
Όσο αυξάνονταν οι απειλές, μειωνόταν η πιθανότητα δράσης
Η χρονική ακολουθία των δηλώσεων του Trump παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο μοτίβο.
Αρχικά, η ρητορική μιλούσε για ολοκληρωτική καταστροφή.
Στη συνέχεια περιορίστηκε σε συγκεκριμένους στόχους, έπειτα μετατράπηκε σε υπό όρους απειλές και τελικά συνδέθηκε με την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Η αλλαγή αυτή δεν δείχνει απαραίτητα πολιτική ευελιξία.
Αντίθετα, αποκαλύπτει τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η αμερικανική στρατηγική, αλλά και τον φόβο για τις συνέπειες μιας σύγκρουσης χωρίς επιστροφή.
Η γλώσσα των απειλών έγινε πιο έντονη, όμως η διάθεση για πραγματική εφαρμογή τους φαίνεται να περιορίστηκε.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά: οι επαναλαμβανόμενες απειλές χωρίς αντίστοιχη δράση μπορεί να πλήξουν την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής.
Όταν περνούν αλλεπάλληλες προθεσμίες χωρίς να ακολουθούν στρατιωτικές κινήσεις, ο αντίπαλος μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή πίεση και στην πραγματική πρόθεση.
Έτσι, η απειλή κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο στρατηγικής πίεσης σε εργαλείο επικοινωνιακού πολέμου.
Η ανασκόπηση των απειλών του Trump από την 1η Απριλίου, τις 10 και 13 Απριλίου, τις 16 και 23 Απριλίου, αλλά και τις μεταγενέστερες δηλώσεις του Ιουνίου και του Ιουλίου, οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα:
Αυτό που επαναλήφθηκε περισσότερο δεν ήταν η επίθεση στις ιρανικές υποδομές, αλλά η απειλή μιας επίθεσης και η τελική απομάκρυνση από την υλοποίησή της.
Η πραγματικότητα της περιοχής έχει αλλάξει.
Το κόστος μιας άμεσης σύγκρουσης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχει αυξηθεί τόσο πολύ, ώστε ακόμη και οι πιο σκληρές προειδοποιήσεις δεν οδηγούν απαραίτητα σε στρατιωτική δράση.
Κάτω από την επιφάνεια της πολεμικής ρητορικής εξελίσσεται ένα επικίνδυνο παιχνίδι ισορροπιών, όπου κάθε πλευρά προσπαθεί να εμφανιστεί ισχυρή χωρίς να ανοίξει την πόρτα σε μια σύγκρουση που μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
www.bankingnews.gr
Από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 2015, ο Trump επανέλαβε πολλές φορές ότι το Ιράν θα αντιμετώπιζε την απόλυτη καταστροφή εάν δεν συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι απειλές περιλάμβαναν χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, γέφυρες, πετρελαϊκές υποδομές, ακόμη και στρατηγικά σημεία όπως το νησί Kharg.
Ωστόσο, παρά τη δραματική γλώσσα και τις συνεχείς προειδοποιήσεις, καμία από αυτές τις «κόκκινες γραμμές» δεν μετατράπηκε σε πραγματική στρατιωτική επιχείρηση.
Το ερώτημα που πλέον κυριαρχεί είναι ένα: οι απειλές του Trump αποτελούν πραγματική προετοιμασία πολέμου ή έναν σκληρό ψυχολογικό πόλεμο πίεσης;
Στις αρχές, ο Trump επιχείρησε να εξαναγκάσει το Ιράν να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις μέσω μιας σειράς τελεσιγράφων.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των δηλώσεων ήταν η αναφορά σε προθεσμίες, η απειλή άμεσης στρατιωτικής δράσης και η υπόσχεση καταστροφής κρίσιμων υποδομών.
Το πρώτο επεισόδιο της νέας κλιμάκωσης ήρθε όταν προειδοποίησε ότι, εάν δεν άνοιγε άμεσα το Στενό του Hormuz, οι αμερικανικές δυνάμεις θα μπορούσαν να καταστρέψουν ενεργειακές εγκαταστάσεις, πετρελαιοπηγές και στρατηγικές υποδομές του Ιράν.
Λίγες ημέρες αργότερα, η ρητορική έγινε ακόμη πιο σκληρή.
Ο Trump υποστήριξε ότι εάν το Ιράν δεν υποχωρούσε μέσα σε 48 ώρες, οι μεγαλύτεροι σταθμοί παραγωγής ενέργειας της χώρας θα αποτελούσαν στόχο.
Στις 13 Απριλίου, η απειλή έφτασε στο αποκορύφωμά της, με τον Αμερικανό πρόεδρο να δηλώνει ότι το Ιράν «θα ζούσε στην κόλαση» εάν δεν άνοιγε το Στενό του Hormuz και ότι θα ακολουθούσε η καταστροφή γεφυρών και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Τρεις ημέρες αργότερα, οι απειλές έγιναν ακόμη πιο συγκεκριμένες: πρώτα οι γέφυρες και στη συνέχεια οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας.
Όμως, η πραγματικότητα παρέμεινε διαφορετική.
Η κλιμάκωση στα λόγια δεν μετατράπηκε σε κλιμάκωση στο πεδίο.
Η πιθανότητα μιας μεγάλης επίθεσης στις ζωτικές υποδομές του Ιράν δεν αποτελεί πλέον ένα απλό στρατιωτικό σενάριο.
Θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει χάος στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, απειλές στις ναυτιλιακές οδούς, εκτόξευση των τιμών πετρελαίου και διεύρυνση της σύγκρουσης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Αυτός ο κίνδυνος φαίνεται να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που περιορίζει τις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Η καταστροφή των ιρανικών υποδομών δεν θα ήταν μια «χειρουργική» επιχείρηση περιορισμένης διάρκειας.
Θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν περιφερειακό πόλεμο με τεράστιο οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος.
Όσο αυξάνονταν οι απειλές, μειωνόταν η πιθανότητα δράσης
Η χρονική ακολουθία των δηλώσεων του Trump παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο μοτίβο.
Αρχικά, η ρητορική μιλούσε για ολοκληρωτική καταστροφή.
Στη συνέχεια περιορίστηκε σε συγκεκριμένους στόχους, έπειτα μετατράπηκε σε υπό όρους απειλές και τελικά συνδέθηκε με την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Η αλλαγή αυτή δεν δείχνει απαραίτητα πολιτική ευελιξία.
Αντίθετα, αποκαλύπτει τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η αμερικανική στρατηγική, αλλά και τον φόβο για τις συνέπειες μιας σύγκρουσης χωρίς επιστροφή.
Η γλώσσα των απειλών έγινε πιο έντονη, όμως η διάθεση για πραγματική εφαρμογή τους φαίνεται να περιορίστηκε.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά: οι επαναλαμβανόμενες απειλές χωρίς αντίστοιχη δράση μπορεί να πλήξουν την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής.
Όταν περνούν αλλεπάλληλες προθεσμίες χωρίς να ακολουθούν στρατιωτικές κινήσεις, ο αντίπαλος μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή πίεση και στην πραγματική πρόθεση.
Έτσι, η απειλή κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο στρατηγικής πίεσης σε εργαλείο επικοινωνιακού πολέμου.
Η ανασκόπηση των απειλών του Trump από την 1η Απριλίου, τις 10 και 13 Απριλίου, τις 16 και 23 Απριλίου, αλλά και τις μεταγενέστερες δηλώσεις του Ιουνίου και του Ιουλίου, οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα:
Αυτό που επαναλήφθηκε περισσότερο δεν ήταν η επίθεση στις ιρανικές υποδομές, αλλά η απειλή μιας επίθεσης και η τελική απομάκρυνση από την υλοποίησή της.
Η πραγματικότητα της περιοχής έχει αλλάξει.
Το κόστος μιας άμεσης σύγκρουσης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έχει αυξηθεί τόσο πολύ, ώστε ακόμη και οι πιο σκληρές προειδοποιήσεις δεν οδηγούν απαραίτητα σε στρατιωτική δράση.
Κάτω από την επιφάνεια της πολεμικής ρητορικής εξελίσσεται ένα επικίνδυνο παιχνίδι ισορροπιών, όπου κάθε πλευρά προσπαθεί να εμφανιστεί ισχυρή χωρίς να ανοίξει την πόρτα σε μια σύγκρουση που μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών