Το σχέδιο που παρουσίασε η Frankfurter Allgemeine κατευνάζει τις ανησυχίες του Βελγίου για τη νομική ευθύνη και τα ρωσικά αντίποινα αλλά στερείται νομιμότητας
Βόμβα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Γηραιάς Ηπείρου αναμένεται να αποτελέσει το ενδεχόμενο εφαρμογής μιας πρότασης για την μεταφορά των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από το Βέλγιο στην Ουκρανία με … μοντέλο Saddam Hussein.
Η μεταφορά των περίπου 210 δισ. ευρώ της ρωσικής κεντρικής τράπεζας από τη Euroclear σε έναν ευρωπαϊκό φορέα επανέρχεται ως πιθανή λύση για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.
Το Βέλγιο, ωστόσο, φοβάται ρωσικά αντίποινα και αρνείται να επωμιστεί μόνο του τους νομικούς και οικονομικούς κινδύνους.
Μια νέα πρόταση για την αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών κρατικών κεφαλαίων προς όφελος της Ουκρανίας παρουσιάζει η Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung (F.A.S.), καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες του Κιέβου.
Το σημείο εκκίνησης, σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα, είναι μια απλή οικονομική αντιπαραβολή: από τη μία πλευρά, η Ρωσία έχει προκαλέσει τεράστιες καταστροφές στην Ουκρανία, με την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπολογίζουν τις ανάγκες ανοικοδόμησης σε περίπου 509 δισ. ευρώ.
Από την άλλη, περίπου 210 δισ. ευρώ αποθεματικών της ρωσικής κεντρικής τράπεζας παραμένουν δεσμευμένα στην Ευρώπη από το 2022.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κεφαλαίων βρίσκεται στο Euroclear, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με έδρα το Βέλγιο.
Η ιδέα που εξετάζεται δεν είναι απαραίτητα η οριστική κατάσχεση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.
Αντίθετα, προβλέπει τη χρησιμοποίησή τους ως βάση για ένα λεγόμενο «δάνειο επανορθώσεων» προς την Ουκρανία.
Με βάση αυτό το σχήμα, τα κεφάλαια θα παρέμεναν τυπικά ιδιοκτησία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, ενώ η Ουκρανία θα αποκτούσε άμεσα πρόσβαση σε χρηματοδότηση και θα ήταν υποχρεωμένη να την επιστρέψει μόνο όταν η Ρωσία κατέβαλλε τις επανορθώσεις που της αναλογούν.
Το «όχι» του Βελγίου
Όπως σημειώνει η F.A.S., η συγκεκριμένη πρόταση βρέθηκε ήδη στα τέλη του 2025 στο τραπέζι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Η Γερμανία και αρκετά ακόμη κράτη-μέλη ήταν θετικά, όμως το σχέδιο προσέκρουσε στις έντονες αντιρρήσεις του Βελγίου.
Η βελγική στάση συνδέεται πρωτίστως με το γεγονός ότι η Euroclear διακρατεί το μεγαλύτερο τμήμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση αξιοποίησης ή μεταφοράς τους, το Βέλγιο θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή οποιασδήποτε ρωσικής αντίδρασης.
Ο πρωθυπουργός Bart De Wever είχε προειδοποιήσει ότι η Μόσχα είχε αφήσει να εννοηθεί πως τόσο ο ίδιος όσο και η χώρα του θα αντιμετώπιζαν μακροχρόνιες συνέπειες εάν τα ρωσικά κεφάλαια χρησιμοποιούνταν.
Η F.A.S. αναφέρεται μάλιστα σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι πιέσεις συνδέονταν με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ η επικεφαλής της Euroclear χρειάστηκε αυξημένη προσωπική προστασία.

Ποιες είναι οι βασικές - και σωστές - αντιρρήσεις των Βρυξελλών
Πίσω από το βελγικό «όχι» βρίσκονται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, συγκεκριμένοι φόβοι.
Πρώτον, ο κίνδυνος ρωσικών αντιποίνων.
Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι, επειδή τα κεφάλαια βρίσκονται σε βελγικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, η χώρα θα μπορούσε να αποτελέσει τον κύριο στόχο πολιτικών, οικονομικών, δικαστικών ή άλλων αντιποίνων από τη Μόσχα.
Δεύτερον, η άνιση κατανομή του κινδύνου.
Το Βέλγιο δεν θέλει να αναλάβει μόνο του τις συνέπειες μιας απόφασης η οποία θα λαμβανόταν προς όφελος ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ουκρανίας. Ο De Wever έχει επιμείνει ότι οι κίνδυνοι πρέπει να μοιραστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τρίτον, υπάρχουν νομικές αβεβαιότητες.
Η χρήση αποθεματικών μιας ξένης κεντρικής τράπεζας εγείρει ερωτήματα περί κρατικής ασυλίας, δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και συμβατότητας με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Τέταρτον, υπάρχει χρηματοπιστωτικός κίνδυνος.
Μια κίνηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί διεθνώς ως κατάσχεση κρατικών αποθεματικών ενδέχεται να προκαλέσει ανησυχίες σε τρίτες χώρες σχετικά με την ασφάλεια των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων στην Ευρώπη.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο άλλες κεντρικές τράπεζες θα εξακολουθούσαν να τοποθετούν τα κεφάλαιά τους σε ευρωπαϊκούς θεματοφύλακες εάν θεωρούσαν ότι αυτά μπορούν να δεσμευθούν για πολιτικούς λόγους.
Στην ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση έχει τεθεί επίσης ο φόβος πιθανών αντιποίνων εναντίον ευρωπαϊκών κρατικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.
Λόγω αυτών των αντιρρήσεων, η ΕΕ δεν προχώρησε τότε στην αξιοποίηση του βασικού κεφαλαίου των ρωσικών αποθεματικών και επέλεξε αντ' αυτού τη χορήγηση δανείου 90 δισ. ευρώ για το 2026 και το 2027 στην Ουκρανία.

Η λύση: Τα ρωσικά κεφάλαια να περάσουν στην ΕΕ
Η νέα πρόταση που παρουσιάζει η F.A.S. επιχειρεί ακριβώς να ξεπεράσει το βελγικό εμπόδιο.
Η πρώην υπουργός Άμυνας της Γερμανίας και πρώην πρόεδρος του CDU Annegret Kramp-Karrenbauer, η πρώην υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γαλλίας Nathalie Loiseau και ο πρώην αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Daleep Singh ζητούν η θεματοφυλακή των παγωμένων λογαριασμών της ρωσικής κεντρικής τράπεζας να μεταφερθεί άμεσα σε έναν νέο φορέα της ΕΕ.
Με άλλα λόγια, τα 210 δισ. ευρώ θα έφευγαν από την άμεση ευθύνη της Euroclear και του Βελγίου και θα περνούσαν σε ένα κοινό ευρωπαϊκό «όχημα».
Η κυριότητα των κεφαλαίων θα παρέμενε στη ρωσική κεντρική τράπεζα.
Η ΕΕ, ωστόσο, θα αναλάμβανε τόσο τα περιουσιακά στοιχεία όσο και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Οι εμπνευστές του σχεδίου θεωρούν ότι έτσι θα αντιμετωπιζόταν η κεντρική βελγική ένσταση: ο κίνδυνος από μια ενδεχόμενη ρωσική αντίδραση δεν θα βάρυνε πλέον μία χώρα ή ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αλλά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Kramp-Karrenbauer, όσο ολόκληρη η πίεση ασκείται στο Βέλγιο, η απάντηση των Βρυξελλών θα παραμένει αρνητική. Για να αλλάξει αυτό, όπως υποστηρίζει, «τα χρήματα πρέπει να μπουν σε ένα ευρωπαϊκό όχημα».

Πίεση χρόνου για το Κίεβο
Οι υποστηρικτές της πρότασης θεωρούν ότι υπάρχει ένα περιορισμένο «παράθυρο ευκαιρίας».
Το υφιστάμενο δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία αναμένεται να εξαντληθεί το επόμενο έτος και, εάν δεν εξασφαλιστεί νέα χρηματοδότηση, το Κίεβο κινδυνεύει να βρεθεί σε σημαντικά ασθενέστερη θέση.
Η Kramp-Karrenbauer εκτιμά ότι η αξιοποίηση των ρωσικών κεφαλαίων θα έστελνε επίσης μήνυμα στον Vladimir Putin ότι η Μόσχα δεν μπορεί απλώς να συνεχίζει τον πόλεμο περιμένοντας να εξαντληθούν τα χρήματα της Ουκρανίας και των δυτικών συμμάχων της.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η εξασφάλιση μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης για το Κίεβο θα μπορούσε να βελτιώσει τη διαπραγματευτική θέση της Ουκρανίας και ενδεχομένως να αυξήσει την προθυμία της Ρωσίας για κατάπαυση του πυρός.
Γιατί φοβούνται τη Le Pen …
Η F.A.S. επισημαίνει και έναν δεύτερο παράγοντα: τον κίνδυνο αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη.
Οι Kramp-Karrenbauer, Loiseau και Singh φοβούνται ότι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μπορεί να φέρουν στην εξουσία κυβερνήσεις λιγότερο πρόθυμες να στηρίξουν οικονομικά την Ουκρανία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη Γαλλία και στην πολιτική κατάσταση μετά τον Emmanuel Macron, με την Marine Le Pen να αποτελεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έναν από τους παράγοντες αβεβαιότητας για τη μελλοντική πολιτική του Παρισιού έναντι του Κιέβου.
Παράλληλα, στο κάδρο βρίσκεται και ο Donald Trump.
Η Kramp-Karrenbauer εκφράζει την ανησυχία ότι τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος αμερικανορωσικών οικονομικών διευθετήσεων στο πλαίσιο μιας μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Εάν, αντίθετα, η ΕΕ αναλάβει τώρα τη διαχείρισή τους, η Ευρώπη και η Ουκρανία θα διατηρήσουν, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του σχεδίου, ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.

Το προηγούμενο του Ιράκ
Για την αντιμετώπιση των νομικών ενστάσεων, οι υποστηρικτές της πρότασης επικαλούνται το προηγούμενο του Ιράκ μετά την πτώση του Saddam Hussein το 2003.
Τότε, κρατικά περιουσιακά στοιχεία του Ιράκ που βρίσκονταν στο εξωτερικό μεταφέρθηκαν, βάσει απόφασης του ΟΗΕ, σε νέο λογαριασμό στη Federal Reserve Bank of New York.
Η περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ότι μπορεί να αλλάξει ο θεματοφύλακας κρατικών περιουσιακών στοιχείων χωρίς αυτό να ισοδυναμεί απαραίτητα με οριστική απαλλοτρίωσή τους.
«Θέλω να απαλλαγώ από αυτό το βάρος»
Παρά τη σκληρή στάση του, ο Bart De Wever έχει αφήσει ανοιχτό ένα παράθυρο για συμβιβασμό.
Όπως υπενθυμίζει η F.A.S., ο Βέλγος πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι θα ήταν ιδιαίτερα ευτυχής εάν η χώρα του μπορούσε να απαλλαγεί από το βάρος και τους κινδύνους που συνοδεύουν τα δεσμευμένα ρωσικά δισεκατομμύρια.
Ακριβώς σε αυτή τη θέση βασίζεται η νέα πρόταση: όχι να πιεστεί το Βέλγιο να αναλάβει μεγαλύτερο ρίσκο, αλλά να μεταφερθεί το ρίσκο από τις Βρυξέλλες στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ερώτημα πλέον, σύμφωνα με τη Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung, δεν είναι μόνο εάν τα 210 δισ. ευρώ μπορούν να αξιοποιηθούν για την Ουκρανία. Είναι κυρίως εάν η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει συλλογικά τους νομικούς, χρηματοπιστωτικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους μιας τέτοιας απόφασης.
www.bankingnews.gr
Η μεταφορά των περίπου 210 δισ. ευρώ της ρωσικής κεντρικής τράπεζας από τη Euroclear σε έναν ευρωπαϊκό φορέα επανέρχεται ως πιθανή λύση για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.
Το Βέλγιο, ωστόσο, φοβάται ρωσικά αντίποινα και αρνείται να επωμιστεί μόνο του τους νομικούς και οικονομικούς κινδύνους.
Μια νέα πρόταση για την αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών κρατικών κεφαλαίων προς όφελος της Ουκρανίας παρουσιάζει η Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung (F.A.S.), καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες του Κιέβου.
Το σημείο εκκίνησης, σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα, είναι μια απλή οικονομική αντιπαραβολή: από τη μία πλευρά, η Ρωσία έχει προκαλέσει τεράστιες καταστροφές στην Ουκρανία, με την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπολογίζουν τις ανάγκες ανοικοδόμησης σε περίπου 509 δισ. ευρώ.
Από την άλλη, περίπου 210 δισ. ευρώ αποθεματικών της ρωσικής κεντρικής τράπεζας παραμένουν δεσμευμένα στην Ευρώπη από το 2022.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κεφαλαίων βρίσκεται στο Euroclear, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με έδρα το Βέλγιο.
Η ιδέα που εξετάζεται δεν είναι απαραίτητα η οριστική κατάσχεση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.
Αντίθετα, προβλέπει τη χρησιμοποίησή τους ως βάση για ένα λεγόμενο «δάνειο επανορθώσεων» προς την Ουκρανία.
Με βάση αυτό το σχήμα, τα κεφάλαια θα παρέμεναν τυπικά ιδιοκτησία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, ενώ η Ουκρανία θα αποκτούσε άμεσα πρόσβαση σε χρηματοδότηση και θα ήταν υποχρεωμένη να την επιστρέψει μόνο όταν η Ρωσία κατέβαλλε τις επανορθώσεις που της αναλογούν.
Το «όχι» του Βελγίου
Όπως σημειώνει η F.A.S., η συγκεκριμένη πρόταση βρέθηκε ήδη στα τέλη του 2025 στο τραπέζι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Η Γερμανία και αρκετά ακόμη κράτη-μέλη ήταν θετικά, όμως το σχέδιο προσέκρουσε στις έντονες αντιρρήσεις του Βελγίου.
Η βελγική στάση συνδέεται πρωτίστως με το γεγονός ότι η Euroclear διακρατεί το μεγαλύτερο τμήμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση αξιοποίησης ή μεταφοράς τους, το Βέλγιο θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή οποιασδήποτε ρωσικής αντίδρασης.
Ο πρωθυπουργός Bart De Wever είχε προειδοποιήσει ότι η Μόσχα είχε αφήσει να εννοηθεί πως τόσο ο ίδιος όσο και η χώρα του θα αντιμετώπιζαν μακροχρόνιες συνέπειες εάν τα ρωσικά κεφάλαια χρησιμοποιούνταν.
Η F.A.S. αναφέρεται μάλιστα σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι πιέσεις συνδέονταν με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ η επικεφαλής της Euroclear χρειάστηκε αυξημένη προσωπική προστασία.

Ποιες είναι οι βασικές - και σωστές - αντιρρήσεις των Βρυξελλών
Πίσω από το βελγικό «όχι» βρίσκονται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, συγκεκριμένοι φόβοι.
Πρώτον, ο κίνδυνος ρωσικών αντιποίνων.
Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι, επειδή τα κεφάλαια βρίσκονται σε βελγικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, η χώρα θα μπορούσε να αποτελέσει τον κύριο στόχο πολιτικών, οικονομικών, δικαστικών ή άλλων αντιποίνων από τη Μόσχα.
Δεύτερον, η άνιση κατανομή του κινδύνου.
Το Βέλγιο δεν θέλει να αναλάβει μόνο του τις συνέπειες μιας απόφασης η οποία θα λαμβανόταν προς όφελος ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ουκρανίας. Ο De Wever έχει επιμείνει ότι οι κίνδυνοι πρέπει να μοιραστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τρίτον, υπάρχουν νομικές αβεβαιότητες.
Η χρήση αποθεματικών μιας ξένης κεντρικής τράπεζας εγείρει ερωτήματα περί κρατικής ασυλίας, δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και συμβατότητας με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Τέταρτον, υπάρχει χρηματοπιστωτικός κίνδυνος.
Μια κίνηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί διεθνώς ως κατάσχεση κρατικών αποθεματικών ενδέχεται να προκαλέσει ανησυχίες σε τρίτες χώρες σχετικά με την ασφάλεια των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων στην Ευρώπη.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο άλλες κεντρικές τράπεζες θα εξακολουθούσαν να τοποθετούν τα κεφάλαιά τους σε ευρωπαϊκούς θεματοφύλακες εάν θεωρούσαν ότι αυτά μπορούν να δεσμευθούν για πολιτικούς λόγους.
Στην ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση έχει τεθεί επίσης ο φόβος πιθανών αντιποίνων εναντίον ευρωπαϊκών κρατικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.
Λόγω αυτών των αντιρρήσεων, η ΕΕ δεν προχώρησε τότε στην αξιοποίηση του βασικού κεφαλαίου των ρωσικών αποθεματικών και επέλεξε αντ' αυτού τη χορήγηση δανείου 90 δισ. ευρώ για το 2026 και το 2027 στην Ουκρανία.

Η λύση: Τα ρωσικά κεφάλαια να περάσουν στην ΕΕ
Η νέα πρόταση που παρουσιάζει η F.A.S. επιχειρεί ακριβώς να ξεπεράσει το βελγικό εμπόδιο.
Η πρώην υπουργός Άμυνας της Γερμανίας και πρώην πρόεδρος του CDU Annegret Kramp-Karrenbauer, η πρώην υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γαλλίας Nathalie Loiseau και ο πρώην αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Daleep Singh ζητούν η θεματοφυλακή των παγωμένων λογαριασμών της ρωσικής κεντρικής τράπεζας να μεταφερθεί άμεσα σε έναν νέο φορέα της ΕΕ.
Με άλλα λόγια, τα 210 δισ. ευρώ θα έφευγαν από την άμεση ευθύνη της Euroclear και του Βελγίου και θα περνούσαν σε ένα κοινό ευρωπαϊκό «όχημα».
Η κυριότητα των κεφαλαίων θα παρέμενε στη ρωσική κεντρική τράπεζα.
Η ΕΕ, ωστόσο, θα αναλάμβανε τόσο τα περιουσιακά στοιχεία όσο και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Οι εμπνευστές του σχεδίου θεωρούν ότι έτσι θα αντιμετωπιζόταν η κεντρική βελγική ένσταση: ο κίνδυνος από μια ενδεχόμενη ρωσική αντίδραση δεν θα βάρυνε πλέον μία χώρα ή ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αλλά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Kramp-Karrenbauer, όσο ολόκληρη η πίεση ασκείται στο Βέλγιο, η απάντηση των Βρυξελλών θα παραμένει αρνητική. Για να αλλάξει αυτό, όπως υποστηρίζει, «τα χρήματα πρέπει να μπουν σε ένα ευρωπαϊκό όχημα».

Πίεση χρόνου για το Κίεβο
Οι υποστηρικτές της πρότασης θεωρούν ότι υπάρχει ένα περιορισμένο «παράθυρο ευκαιρίας».
Το υφιστάμενο δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία αναμένεται να εξαντληθεί το επόμενο έτος και, εάν δεν εξασφαλιστεί νέα χρηματοδότηση, το Κίεβο κινδυνεύει να βρεθεί σε σημαντικά ασθενέστερη θέση.
Η Kramp-Karrenbauer εκτιμά ότι η αξιοποίηση των ρωσικών κεφαλαίων θα έστελνε επίσης μήνυμα στον Vladimir Putin ότι η Μόσχα δεν μπορεί απλώς να συνεχίζει τον πόλεμο περιμένοντας να εξαντληθούν τα χρήματα της Ουκρανίας και των δυτικών συμμάχων της.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η εξασφάλιση μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης για το Κίεβο θα μπορούσε να βελτιώσει τη διαπραγματευτική θέση της Ουκρανίας και ενδεχομένως να αυξήσει την προθυμία της Ρωσίας για κατάπαυση του πυρός.
Γιατί φοβούνται τη Le Pen …
Η F.A.S. επισημαίνει και έναν δεύτερο παράγοντα: τον κίνδυνο αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη.
Οι Kramp-Karrenbauer, Loiseau και Singh φοβούνται ότι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μπορεί να φέρουν στην εξουσία κυβερνήσεις λιγότερο πρόθυμες να στηρίξουν οικονομικά την Ουκρανία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη Γαλλία και στην πολιτική κατάσταση μετά τον Emmanuel Macron, με την Marine Le Pen να αποτελεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έναν από τους παράγοντες αβεβαιότητας για τη μελλοντική πολιτική του Παρισιού έναντι του Κιέβου.
Παράλληλα, στο κάδρο βρίσκεται και ο Donald Trump.
Η Kramp-Karrenbauer εκφράζει την ανησυχία ότι τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος αμερικανορωσικών οικονομικών διευθετήσεων στο πλαίσιο μιας μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Εάν, αντίθετα, η ΕΕ αναλάβει τώρα τη διαχείρισή τους, η Ευρώπη και η Ουκρανία θα διατηρήσουν, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του σχεδίου, ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.

Το προηγούμενο του Ιράκ
Για την αντιμετώπιση των νομικών ενστάσεων, οι υποστηρικτές της πρότασης επικαλούνται το προηγούμενο του Ιράκ μετά την πτώση του Saddam Hussein το 2003.
Τότε, κρατικά περιουσιακά στοιχεία του Ιράκ που βρίσκονταν στο εξωτερικό μεταφέρθηκαν, βάσει απόφασης του ΟΗΕ, σε νέο λογαριασμό στη Federal Reserve Bank of New York.
Η περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ότι μπορεί να αλλάξει ο θεματοφύλακας κρατικών περιουσιακών στοιχείων χωρίς αυτό να ισοδυναμεί απαραίτητα με οριστική απαλλοτρίωσή τους.
«Θέλω να απαλλαγώ από αυτό το βάρος»
Παρά τη σκληρή στάση του, ο Bart De Wever έχει αφήσει ανοιχτό ένα παράθυρο για συμβιβασμό.
Όπως υπενθυμίζει η F.A.S., ο Βέλγος πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι θα ήταν ιδιαίτερα ευτυχής εάν η χώρα του μπορούσε να απαλλαγεί από το βάρος και τους κινδύνους που συνοδεύουν τα δεσμευμένα ρωσικά δισεκατομμύρια.
Ακριβώς σε αυτή τη θέση βασίζεται η νέα πρόταση: όχι να πιεστεί το Βέλγιο να αναλάβει μεγαλύτερο ρίσκο, αλλά να μεταφερθεί το ρίσκο από τις Βρυξέλλες στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ερώτημα πλέον, σύμφωνα με τη Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung, δεν είναι μόνο εάν τα 210 δισ. ευρώ μπορούν να αξιοποιηθούν για την Ουκρανία. Είναι κυρίως εάν η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει συλλογικά τους νομικούς, χρηματοπιστωτικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους μιας τέτοιας απόφασης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών