Έμμεση αναγνώριση μιας πραγματικότητας που η αμερικανική πολιτική ρητορική συχνά αποφεύγει - Το IRGC δεν αποτελεί απλώς έναν εξωτερικό μηχανισμό που μπορεί να αποκοπεί από το ιρανικό κράτος
Πρόκειται για μία συγκλονιστική αποκάλυψη, που δίνει νέα διάσταση στο ιρανικό δράμα, το οποίο εκτυλίσσεται σχεδόν 14 μήνες, με περιόδους πολεμικής έντασης και προσπαθειών για την εξεύρεση λύσης.
Αποκαλύπτεται πως η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump επιχείρησε να ανοίξει απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με την ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), παρακάμπτοντας την επίσημη ιρανική διαπραγματευτική ομάδα,
Η εν λόγω αποκάλυψη επιβεβαιώνει τις δυσκολίες της Ουάσιγκτον να κατανοήσει την πολιτική αρχιτεκτονική μιας χώρας την οποία επί δεκαετίες επιχειρεί να πιέσει, να απομονώσει και να αναδιαμορφώσει μέσω κυρώσεων, στρατιωτικής ισχύος και εξωτερικής παρέμβασης.
Μυστικός δίαυλος των ΗΠΑ με IRGC
Στα μέσα Μαΐου οι Αμερικανοί διαπραγματευτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα βασικό ερώτημα: είχαν απέναντί τους ανθρώπους που μπορούσαν πράγματι να δεσμεύσουν το ιρανικό σύστημα εξουσίας;
Η Ουάσιγκτον άρχισε να αμφιβάλλει αν ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Mohammad Bagher Ghalibaf και ο υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi διέθεταν την τελική εξουσιοδότηση για μια συμφωνία, αναφέρει σε δημοσίευμά του το Axios.
Έτσι, αντί να θεωρήσει ότι η καθυστέρηση της ιρανικής απάντησης αντανακλούσε αναγκαστικά εσωτερική αποδιοργάνωση, η αμερικανική πλευρά αναζήτησε πρόσβαση απευθείας στο IRGC.
Η κίνηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ουσιαστικά συνιστά έμμεση αναγνώριση μιας πραγματικότητας που η αμερικανική πολιτική ρητορική συχνά αποφεύγει: το IRGC δεν αποτελεί απλώς έναν εξωτερικό μηχανισμό που μπορεί να αποκοπεί από το ιρανικό κράτος.
Είναι θεσμικός πυλώνας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με βαρύτητα στην άμυνα, στην εθνική ασφάλεια και στις στρατηγικές αποφάσεις.
Και όταν η ίδια η Ουάσιγκτον επιδιώκει, σε κρίσιμη στιγμή, να συνομιλήσει απευθείας με την ηγεσία τους, αναγνωρίζει στην πράξη ότι καμία σοβαρή συμφωνία για την ασφάλεια της περιοχής δεν μπορεί να οικοδομηθεί με την προσποίηση ότι ο συγκεκριμένος θεσμός δεν υπάρχει.
Το στοιχείο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον υπό το φως των δραματικών εξελίξεων.

Ο ενισχυμένος ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης
Η δολοφονία του Ali Khamenei και άλλων υψηλόβαθμων πολιτικών αξιωματούχων, σε συνδυασμό με σαράντα ημέρες πολεμικών επιχειρήσεων, φέρεται να ενίσχυσε σημαντικά τον ρόλο του IRGC.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από την κατάσταση του νέου Ανώτατου Ηγέτη Mojtaba Khamenei και η αρχική απουσία του από τη δημόσια σκηνή δημιούργησαν ακόμη μεγαλύτερο χώρο για τους στρατιωτικούς και τους μηχανισμούς ασφαλείας.
Όμως, αυτή η εξέλιξη δεν είναι παράλογη ούτε ανεξήγητη.
Όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με δολοφονίες κορυφαίων ηγετών, επιθέσεις και έναν πόλεμο που απειλεί τη συνοχή του, είναι σχεδόν αναπόφευκτο να αυξάνεται το ειδικό βάρος των θεσμών που έχουν ως αποστολή την άμυνα και την επιβίωση του συστήματος.
Η συζήτηση στη Δύση παρουσιάζει συχνά την ενίσχυση του IRGC ως απόδειξη μιας υποτιθέμενης «στρατιωτικοποίησης» του Ιράν, παρακάμπτοντας το βασικό ερώτημα: ποια κράτη και ποιες πολιτικές δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες η εθνική ασφάλεια μετατράπηκε σε απόλυτη προτεραιότητα;

Αμοιβαία καχυποψία… του Ιράν απολύτως δικαιολογημένη
Μετά την κατάπαυση του πυρός της 8ης Απριλίου και τη σύνοδο στην Islamabad, οι ΗΠΑ και το Ιράν επιχείρησαν να διαπραγματευτούν τον τερματισμό του πολέμου.
Η αμερικανική πλευρά πίστευε στις αρχές Μαΐου ότι πλησίαζε σε συμφωνία.
Η καθυστέρηση όμως της ιρανικής απάντησης για περισσότερες από δέκα ημέρες προκάλεσε καχυποψία στον Λευκό Οίκο.
Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη κρίσιμο σημείο.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να αντιμετωπίζει την ιρανική επιφυλακτικότητα ως πρόβλημα εσωτερικής εξουσίας.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, όμως, η προσεκτική αξιολόγηση μιας αμερικανικής πρότασης μετά από έναν καταστροφικό πόλεμο μπορεί εξίσου να θεωρηθεί στοιχειώδης πολιτική ευθύνη.
Το Ιράν έχει ιστορικούς λόγους να αντιμετωπίζει με δυσπιστία τις αμερικανικές δεσμεύσεις, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα το 2018.
Για οποιαδήποτε ιρανική ηγεσία, επομένως, μια βιαστική συμφωνία χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι πραγματισμός, αλλά στρατηγική αφέλεια.

Μυστικές συνομιλίες στο Ιράκ, υπό τον φόβο του Ισραήλ – Ο παράγοντας Nechirvan Barzani
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται ο Nechirvan Barzani, πρόεδρος της Περιφέρειας του Κουρδιστάν στο Ιράκ.
Περί τις 10 Μαΐου, η τότε διευθύντρια των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Tulsi Gabbard φέρεται να επικοινώνησε μαζί του, θεωρώντας ότι ήταν από τους ελάχιστους περιφερειακούς παράγοντες που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αξιόπιστη γέφυρα προς τον στρατηγό Ahmad Vahidi και την ηγεσία τoυ IRGC.
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία.
Ο Nechirvan Barzani έχει μακρά προσωπική σχέση με το Ιράν, γνωρίζει τη γλώσσα και, σύμφωνα με το Axios, διατηρεί επαφές τόσο στην Τεχεράνη όσο και στην Ουάσιγκτον.
Ο Brett McGurk τον χαρακτήρισε πραγματιστή διαμεσολαβητή με σπάνια περιφερειακή πρόσβαση.
Αυτό ακριβώς χρειαζόταν ο Λευκός Οίκος: έναν άνθρωπο τον οποίο δεν θα αντιμετώπιζε η ιρανική πλευρά ως απλό φορέα αμερικανικών απαιτήσεων.
Στις 14 Μαΐου, σύμφωνα με την αφήγηση, αξιωματούχος τoυ IRGC έφθασε στο Erbil έχοντας μαζί του κρυπτογραφημένο τηλέφωνο, ώστε να πραγματοποιηθεί ασφαλής επικοινωνία με τον Ahmad Vahid, υπό τον φόβο κακόβουλης ισραηλινής παρέμβασης.
Η απάντηση του Ιρανού στρατηγού είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της υπόθεσης.
Φέρεται να διαβεβαίωσε τον Nechirvan Barzani ότι υποστήριζε την επίσημη διαπραγματευτική ομάδα και ότι το IRGC προτιμούσε τη διευθέτηση της κρίσης μέσω διαπραγματεύσεων.

Nechirvan Barzani
To IRGC στηρίζει την επίσημη διαπραγματευτική ομάδα του Ιράν
Πρόκειται για ένα γεγονός που υπονομεύει την απλουστευτική εικόνα σύμφωνα με την οποία οι IRGC αποτελούν εκ φύσεως το «πολεμοχαρές» τμήμα της ιρανικής εξουσίας που αντιτίθεται σε κάθε διπλωματική λύση.
Αντιθέτως, φαίνεται ότι ακόμη και μετά από έναν πόλεμο και μια ακραία κρίση η στρατιωτική ηγεσία ήταν έτοιμη να στηρίξει πολιτική διαπραγμάτευση, εφόσον οι όροι εξυπηρετούσαν τα βασικά συμφέροντα ασφαλείας του Ιράν.
Ακολούθησε μια ακόμη πιο εντυπωσιακή αμερικανική πρόταση: να φιλοξενήσει ο Nechirvan Barzani μυστικές συνομιλίες υψηλού επιπέδου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Erbil.
Η ιρανική πλευρά δεν την απέρριψε, αλλά εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια των αντιπροσώπων της.
Κατά τις πληροφορίες, η Τεχεράνη θεωρούσε ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών διέθεταν σημαντική παρουσία στο Ιρακινό Κουρδιστάν και ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος δολοφονίας των Ιρανών διαπραγματευτών είτε στο Erbil είτε κατά τη μετακίνησή τους.

Μία σύνοδος που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ
Η συνάντηση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Αλλά και αυτό το επεισόδιο αναδεικνύει το παράδοξο της σημερινής περιφερειακής διπλωματίας.
Από τη μία πλευρά ζητείται από το Ιράν να συμμετάσχει σε συνομιλίες και να επιδείξει «εμπιστοσύνη».
Από την άλλη, η ιρανική ηγεσία έχει βιώσει δολοφονίες στελεχών, επιχειρήσεις πληροφοριών και στρατιωτικές επιθέσεις.
Για την Τεχεράνη, επομένως, οι εγγυήσεις ασφαλείας δεν αποτελούν δικαιολογία για να αποφύγει τη διπλωματία. Αποτελούν προϋπόθεση για να υπάρξει διπλωματία.
Σήμερα, σύμφωνα με το Axios, Πακιστάν και Κατάρ εξακολουθούν να μεταφέρουν μηνύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές, χωρίς ουσιαστική πρόοδο.
Ο Nechirvan Barzani φέρεται επίσης να έχει ενημερώσει τον Λευκό Οίκο ότι παραμένει διαθέσιμος να βοηθήσει στην επανεκκίνηση των συνομιλιών.

Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τον κυρίαρχο ρόλο του IRGC στο Ιράν
Το κεντρικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι η έλλειψη διαμεσολαβητών.
Είναι η απουσία μιας κοινά αποδεκτής αντίληψης για την ασφάλεια.
Η Ουάσιγκτον θέλει ένα Ιράν που θα περιορίσει δραστικά τα στρατηγικά εργαλεία πίεσης που διαθέτει.
Η Τεχεράνη, αντιθέτως, θεωρεί ότι ακριβώς αυτά τα εργαλεία είναι που την προστατεύουν από στρατιωτικό εξαναγκασμό και νέες επιθέσεις.
Η υπόθεση του μυστικού διαύλου μέσω του Nechirvan Barzani καταλήγει έτσι σε ένα μάθημα που υπερβαίνει τα πρόσωπα.
Οι ΗΠΑ μπορεί να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική και οικονομική ισχύ, αλλά δεν μπορούν να επιλέξουν μόνες τους ποιοι θεσμοί του Ιράν είναι «νόμιμοι» συνομιλητές και ποιοι όχι.
Όταν έρχεται η ώρα της πραγματικής διπλωματίας, ακόμη και η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να συνομιλήσει με τις δομές ισχύος που επί χρόνια επιχειρεί να απονομιμοποιήσει.
Και αυτό ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη παραδοχή: η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην απαίτηση παράδοσης της μιας πλευράς.
Μπορεί να προκύψει μόνο όταν η κυριαρχία, οι φόβοι ασφαλείας και τα συμφέροντα όλων των κρατών —συμπεριλαμβανομένου του Ιράν— αντιμετωπιστούν ως πραγματικότητες που πρέπει να διαπραγματευτούν και όχι ως εμπόδια που πρέπει να εξαλειφθούν.

www.bankingnews.gr
Αποκαλύπτεται πως η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump επιχείρησε να ανοίξει απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με την ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), παρακάμπτοντας την επίσημη ιρανική διαπραγματευτική ομάδα,
Η εν λόγω αποκάλυψη επιβεβαιώνει τις δυσκολίες της Ουάσιγκτον να κατανοήσει την πολιτική αρχιτεκτονική μιας χώρας την οποία επί δεκαετίες επιχειρεί να πιέσει, να απομονώσει και να αναδιαμορφώσει μέσω κυρώσεων, στρατιωτικής ισχύος και εξωτερικής παρέμβασης.
Μυστικός δίαυλος των ΗΠΑ με IRGC
Στα μέσα Μαΐου οι Αμερικανοί διαπραγματευτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα βασικό ερώτημα: είχαν απέναντί τους ανθρώπους που μπορούσαν πράγματι να δεσμεύσουν το ιρανικό σύστημα εξουσίας;
Η Ουάσιγκτον άρχισε να αμφιβάλλει αν ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Mohammad Bagher Ghalibaf και ο υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi διέθεταν την τελική εξουσιοδότηση για μια συμφωνία, αναφέρει σε δημοσίευμά του το Axios.
Έτσι, αντί να θεωρήσει ότι η καθυστέρηση της ιρανικής απάντησης αντανακλούσε αναγκαστικά εσωτερική αποδιοργάνωση, η αμερικανική πλευρά αναζήτησε πρόσβαση απευθείας στο IRGC.
Η κίνηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ουσιαστικά συνιστά έμμεση αναγνώριση μιας πραγματικότητας που η αμερικανική πολιτική ρητορική συχνά αποφεύγει: το IRGC δεν αποτελεί απλώς έναν εξωτερικό μηχανισμό που μπορεί να αποκοπεί από το ιρανικό κράτος.
Είναι θεσμικός πυλώνας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με βαρύτητα στην άμυνα, στην εθνική ασφάλεια και στις στρατηγικές αποφάσεις.
Και όταν η ίδια η Ουάσιγκτον επιδιώκει, σε κρίσιμη στιγμή, να συνομιλήσει απευθείας με την ηγεσία τους, αναγνωρίζει στην πράξη ότι καμία σοβαρή συμφωνία για την ασφάλεια της περιοχής δεν μπορεί να οικοδομηθεί με την προσποίηση ότι ο συγκεκριμένος θεσμός δεν υπάρχει.
Το στοιχείο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον υπό το φως των δραματικών εξελίξεων.

Ο ενισχυμένος ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης
Η δολοφονία του Ali Khamenei και άλλων υψηλόβαθμων πολιτικών αξιωματούχων, σε συνδυασμό με σαράντα ημέρες πολεμικών επιχειρήσεων, φέρεται να ενίσχυσε σημαντικά τον ρόλο του IRGC.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από την κατάσταση του νέου Ανώτατου Ηγέτη Mojtaba Khamenei και η αρχική απουσία του από τη δημόσια σκηνή δημιούργησαν ακόμη μεγαλύτερο χώρο για τους στρατιωτικούς και τους μηχανισμούς ασφαλείας.
Όμως, αυτή η εξέλιξη δεν είναι παράλογη ούτε ανεξήγητη.
Όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με δολοφονίες κορυφαίων ηγετών, επιθέσεις και έναν πόλεμο που απειλεί τη συνοχή του, είναι σχεδόν αναπόφευκτο να αυξάνεται το ειδικό βάρος των θεσμών που έχουν ως αποστολή την άμυνα και την επιβίωση του συστήματος.
Η συζήτηση στη Δύση παρουσιάζει συχνά την ενίσχυση του IRGC ως απόδειξη μιας υποτιθέμενης «στρατιωτικοποίησης» του Ιράν, παρακάμπτοντας το βασικό ερώτημα: ποια κράτη και ποιες πολιτικές δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες η εθνική ασφάλεια μετατράπηκε σε απόλυτη προτεραιότητα;

Αμοιβαία καχυποψία… του Ιράν απολύτως δικαιολογημένη
Μετά την κατάπαυση του πυρός της 8ης Απριλίου και τη σύνοδο στην Islamabad, οι ΗΠΑ και το Ιράν επιχείρησαν να διαπραγματευτούν τον τερματισμό του πολέμου.
Η αμερικανική πλευρά πίστευε στις αρχές Μαΐου ότι πλησίαζε σε συμφωνία.
Η καθυστέρηση όμως της ιρανικής απάντησης για περισσότερες από δέκα ημέρες προκάλεσε καχυποψία στον Λευκό Οίκο.
Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη κρίσιμο σημείο.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να αντιμετωπίζει την ιρανική επιφυλακτικότητα ως πρόβλημα εσωτερικής εξουσίας.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, όμως, η προσεκτική αξιολόγηση μιας αμερικανικής πρότασης μετά από έναν καταστροφικό πόλεμο μπορεί εξίσου να θεωρηθεί στοιχειώδης πολιτική ευθύνη.
Το Ιράν έχει ιστορικούς λόγους να αντιμετωπίζει με δυσπιστία τις αμερικανικές δεσμεύσεις, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα το 2018.
Για οποιαδήποτε ιρανική ηγεσία, επομένως, μια βιαστική συμφωνία χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι πραγματισμός, αλλά στρατηγική αφέλεια.

Μυστικές συνομιλίες στο Ιράκ, υπό τον φόβο του Ισραήλ – Ο παράγοντας Nechirvan Barzani
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται ο Nechirvan Barzani, πρόεδρος της Περιφέρειας του Κουρδιστάν στο Ιράκ.
Περί τις 10 Μαΐου, η τότε διευθύντρια των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Tulsi Gabbard φέρεται να επικοινώνησε μαζί του, θεωρώντας ότι ήταν από τους ελάχιστους περιφερειακούς παράγοντες που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αξιόπιστη γέφυρα προς τον στρατηγό Ahmad Vahidi και την ηγεσία τoυ IRGC.
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία.
Ο Nechirvan Barzani έχει μακρά προσωπική σχέση με το Ιράν, γνωρίζει τη γλώσσα και, σύμφωνα με το Axios, διατηρεί επαφές τόσο στην Τεχεράνη όσο και στην Ουάσιγκτον.
Ο Brett McGurk τον χαρακτήρισε πραγματιστή διαμεσολαβητή με σπάνια περιφερειακή πρόσβαση.
Αυτό ακριβώς χρειαζόταν ο Λευκός Οίκος: έναν άνθρωπο τον οποίο δεν θα αντιμετώπιζε η ιρανική πλευρά ως απλό φορέα αμερικανικών απαιτήσεων.
Στις 14 Μαΐου, σύμφωνα με την αφήγηση, αξιωματούχος τoυ IRGC έφθασε στο Erbil έχοντας μαζί του κρυπτογραφημένο τηλέφωνο, ώστε να πραγματοποιηθεί ασφαλής επικοινωνία με τον Ahmad Vahid, υπό τον φόβο κακόβουλης ισραηλινής παρέμβασης.
Η απάντηση του Ιρανού στρατηγού είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της υπόθεσης.
Φέρεται να διαβεβαίωσε τον Nechirvan Barzani ότι υποστήριζε την επίσημη διαπραγματευτική ομάδα και ότι το IRGC προτιμούσε τη διευθέτηση της κρίσης μέσω διαπραγματεύσεων.

Nechirvan Barzani
To IRGC στηρίζει την επίσημη διαπραγματευτική ομάδα του Ιράν
Πρόκειται για ένα γεγονός που υπονομεύει την απλουστευτική εικόνα σύμφωνα με την οποία οι IRGC αποτελούν εκ φύσεως το «πολεμοχαρές» τμήμα της ιρανικής εξουσίας που αντιτίθεται σε κάθε διπλωματική λύση.
Αντιθέτως, φαίνεται ότι ακόμη και μετά από έναν πόλεμο και μια ακραία κρίση η στρατιωτική ηγεσία ήταν έτοιμη να στηρίξει πολιτική διαπραγμάτευση, εφόσον οι όροι εξυπηρετούσαν τα βασικά συμφέροντα ασφαλείας του Ιράν.
Ακολούθησε μια ακόμη πιο εντυπωσιακή αμερικανική πρόταση: να φιλοξενήσει ο Nechirvan Barzani μυστικές συνομιλίες υψηλού επιπέδου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Erbil.
Η ιρανική πλευρά δεν την απέρριψε, αλλά εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια των αντιπροσώπων της.
Κατά τις πληροφορίες, η Τεχεράνη θεωρούσε ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών διέθεταν σημαντική παρουσία στο Ιρακινό Κουρδιστάν και ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος δολοφονίας των Ιρανών διαπραγματευτών είτε στο Erbil είτε κατά τη μετακίνησή τους.

Μία σύνοδος που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ
Η συνάντηση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Αλλά και αυτό το επεισόδιο αναδεικνύει το παράδοξο της σημερινής περιφερειακής διπλωματίας.
Από τη μία πλευρά ζητείται από το Ιράν να συμμετάσχει σε συνομιλίες και να επιδείξει «εμπιστοσύνη».
Από την άλλη, η ιρανική ηγεσία έχει βιώσει δολοφονίες στελεχών, επιχειρήσεις πληροφοριών και στρατιωτικές επιθέσεις.
Για την Τεχεράνη, επομένως, οι εγγυήσεις ασφαλείας δεν αποτελούν δικαιολογία για να αποφύγει τη διπλωματία. Αποτελούν προϋπόθεση για να υπάρξει διπλωματία.
Σήμερα, σύμφωνα με το Axios, Πακιστάν και Κατάρ εξακολουθούν να μεταφέρουν μηνύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές, χωρίς ουσιαστική πρόοδο.
Ο Nechirvan Barzani φέρεται επίσης να έχει ενημερώσει τον Λευκό Οίκο ότι παραμένει διαθέσιμος να βοηθήσει στην επανεκκίνηση των συνομιλιών.

Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τον κυρίαρχο ρόλο του IRGC στο Ιράν
Το κεντρικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι η έλλειψη διαμεσολαβητών.
Είναι η απουσία μιας κοινά αποδεκτής αντίληψης για την ασφάλεια.
Η Ουάσιγκτον θέλει ένα Ιράν που θα περιορίσει δραστικά τα στρατηγικά εργαλεία πίεσης που διαθέτει.
Η Τεχεράνη, αντιθέτως, θεωρεί ότι ακριβώς αυτά τα εργαλεία είναι που την προστατεύουν από στρατιωτικό εξαναγκασμό και νέες επιθέσεις.
Η υπόθεση του μυστικού διαύλου μέσω του Nechirvan Barzani καταλήγει έτσι σε ένα μάθημα που υπερβαίνει τα πρόσωπα.
Οι ΗΠΑ μπορεί να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική και οικονομική ισχύ, αλλά δεν μπορούν να επιλέξουν μόνες τους ποιοι θεσμοί του Ιράν είναι «νόμιμοι» συνομιλητές και ποιοι όχι.
Όταν έρχεται η ώρα της πραγματικής διπλωματίας, ακόμη και η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να συνομιλήσει με τις δομές ισχύος που επί χρόνια επιχειρεί να απονομιμοποιήσει.
Και αυτό ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη παραδοχή: η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην απαίτηση παράδοσης της μιας πλευράς.
Μπορεί να προκύψει μόνο όταν η κυριαρχία, οι φόβοι ασφαλείας και τα συμφέροντα όλων των κρατών —συμπεριλαμβανομένου του Ιράν— αντιμετωπιστούν ως πραγματικότητες που πρέπει να διαπραγματευτούν και όχι ως εμπόδια που πρέπει να εξαλειφθούν.

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών