Τελευταία Νέα
Διεθνή

Διατροφικό σοκ στην Ευρώπη – Αυξήσεις έως 600% στα τρόφιμα χωρίς τα ρωσικά λιπάσματα – Αυτοκτονία η πολιτική δασμών

Διατροφικό σοκ στην Ευρώπη – Αυξήσεις έως 600% στα τρόφιμα χωρίς τα ρωσικά λιπάσματα – Αυτοκτονία η πολιτική δασμών
H  Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις ρωσικές εισαγωγές, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο ακριβότερων λιπασμάτων και τροφίμων, ή να αποδεχθεί ότι σε ορισμένους κρίσιμους τομείς η οικονομική αποσύνδεση από τη Ρωσία έχει πολύ υψηλότερο κόστος από όσο αρχικά υπολογιζόταν
Παρά τις πολυετείς κυρώσεις και την πολιτική πίεση για περιορισμό των οικονομικών σχέσεων με τη Μόσχα, οι ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικά λιπάσματα, καθώς η πλήρης υποκατάστασή τους αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη.
Αυτό σε συνδυαμό με την κρίση στον αγροτικό τομέα της Ευρώπης δημιουργεί τις προυποθέσεις για μια κρίση εκρηκτικών διαστάσεων.
Η ζήτηση για τα ρωσικά προϊόντα παραμένει υψηλή, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι μια απότομη διακοπή των προμηθειών από τη Ρωσία θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στις διεθνείς τιμές λιπασμάτων και σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά τροφίμων.
Ο κλάδος των ορυκτών λιπασμάτων αποτελεί έναν από τους τομείς στους οποίους η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή θέση στη διεθνή αγορά.
Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στον τεράστιο όγκο παραγωγής.
Η Ρωσία διαθέτει άμεση πρόσβαση σε βασικές πρώτες ύλες, σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου και συγκριτικά χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, στοιχεία που επιτρέπουν στους παραγωγούς της να διατηρούν ανταγωνιστικές τιμές.

Ακόμη και οι αντίπαλοι της Ρωσίας αναγνωρίζουν το πρόβλημα

Η επικεφαλής του οργανισμού Russian Export Center, Veronika Nikishina, έχει υποστηρίξει ότι τα ρωσικά λιπάσματα διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Κατά τη ρωσική πλευρά, αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν έχουν επιβληθεί οι αυστηρότεροι δυνατοί περιορισμοί στο συγκεκριμένο εμπόριο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε την επιβολή δασμών αντί μιας πλήρους απαγόρευσης των εισαγωγών.
Ωστόσο, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων, οι αγορές συνεχίζονται. Μόνο τον Ιούνιο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, οι εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων στις χώρες της ΕΕ ανήλθαν σε εκατοντάδες χιλιάδες τόνους, συνολικής αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η σημασία των ρωσικών λιπασμάτων δεν περιορίζεται στην Ευρώπη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη από το 2022 συμπεριλάβει τα λιπάσματα σε κατηγορία βασικών αγαθών, γεγονός που ανέδειξε τα πρακτικά όρια μιας πολιτικής πλήρους οικονομικής απομόνωσης της Ρωσίας.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-09-06_175352.png
Γιατί τα ρωσικά λιπάσματα παραμένουν τόσο ανταγωνιστικά

Η Ρωσία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς ορυκτών λιπασμάτων παγκοσμίως.
Η ετήσια παραγωγή της υπολογίζεται περίπου στα 65 εκατομμύρια τόνους, σημαντικό μέρος των οποίων κατευθύνεται στις εξαγωγές.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα είναι το φυσικό αέριο.
Το αέριο αποτελεί κρίσιμο συστατικό για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων και, σύμφωνα με αναλυτές, μπορεί να αντιπροσωπεύει ακόμη και το 70% έως 80% του συνολικού κόστους παραγωγής.
Ο καθηγητής του Synergy University Sergey Zainullin υποστηρίζει ότι ορισμένες κατηγορίες ρωσικών λιπασμάτων μπορούν να είναι δύο έως τρεις φορές φθηνότερες από αντίστοιχα προϊόντα άλλων προμηθευτών.
Για έναν Ευρωπαίο αγρότη, η διαφορά αυτή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Η γεωγραφία λειτουργεί υπέρ της Ρωσίας

Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα είναι η γεωγραφική εγγύτητα της Ρωσίας με την ευρωπαϊκή αγορά.
Οι μικρότερες αποστάσεις συγκρατούν το κόστος μεταφοράς, με αποτέλεσμα οι εισαγωγές να μπορούν να παραμένουν οικονομικά συμφέρουσες ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, η Ρωσία εξάγει ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα λιπασμάτων: αζωτούχα, καλιούχα, φωσφορικά και σύνθετα προϊόντα.
Αρκετά από αυτά είναι υψηλής συγκέντρωσης και πληρούν τις προδιαγραφές που απαιτούν οι ευρωπαϊκές αγορές.
Εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έχουν στο παρελθόν αναγνωρίσει τη σημαντική εξάρτηση της ΕΕ από ρωσικές προμήθειες ουρίας.
Παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες για διαφοροποίηση των προμηθευτών, το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί.

Τι θα συμβεί εάν χαθούν οι ρωσικές προμήθειες

Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο ρίσκο.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι μια πλήρης αντικατάσταση των ρωσικών ποσοτήτων στη διεθνή αγορά θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, καθώς δεν υπάρχει επαρκής πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα την ώρα που η παγκόσμια ζήτηση παραμένει ισχυρή.
Ο Sergey Zainullin εκτιμά ότι μια πλήρης εξαφάνιση των ρωσικών προμηθειών θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρωτοφανείς ανατιμήσεις.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων θα μπορούσαν να αυξηθούν περίπου 200%, των φωσφορικών κατά 150%, ενώ στα καλιούχα λιπάσματα η άνοδος θα μπορούσε, στο ακραίο σενάριο που παρουσιάζει, να φτάσει ακόμη και το 600%.
Οι συγκεκριμένες προβλέψεις αποτελούν εκτιμήσεις και όχι βέβαιη εξέλιξη, αλλά δείχνουν το μέγεθος του φόβου που υπάρχει γύρω από μια πιθανή απότομη διακοπή της ρωσικής προσφοράς.

Από τα λιπάσματα στις τιμές των τροφίμων

Μια τέτοια αύξηση του κόστους δεν θα έμενε περιορισμένη στα λιπάσματα.
Θα περνούσε σχεδόν αναπόφευκτα στη γεωργική παραγωγή και, στη συνέχεια, στις τιμές των τροφίμων.
Οι Ευρωπαίοι αγρότες θα αντιμετώπιζαν υψηλότερο κόστος καλλιέργειας, ενώ οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να μεταφερθούν στους καταναλωτές μέσω ακριβότερων σιτηρών, ζωοτροφών, κρέατος και άλλων βασικών προϊόντων.
Και το πρόβλημα δεν θα ήταν αποκλειστικά ευρωπαϊκό.
Σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά τροφίμων, σημαντική άνοδος των τιμών των λιπασμάτων θα μπορούσε να επηρεάσει ιδιαίτερα χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενα τρόφιμα.

Τα όρια των κυρώσεων

Η αγορά λιπασμάτων αναδεικνύει έτσι ένα από τα βασικά προβλήματα της δυτικής πολιτικής κυρώσεων απέναντι στη Ρωσία.
Σε τομείς όπου η Ρωσία κατέχει μεγάλο μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγής και διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, η πλήρης απομάκρυνσή της από την αγορά μπορεί να προκαλέσει κόστος όχι μόνο στη Μόσχα αλλά και στους ίδιους τους εισαγωγείς.
Για αυτό και, παρά την πολιτική σύγκρουση, το ρωσικό λίπασμα εξακολουθεί να φτάνει στην Ευρώπη.
Η περίπτωση αυτή δείχνει ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική επιρροή σε κρίσιμους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, ιδιαίτερα εκεί όπου ενέργεια, γεωργία και επισιτιστική ασφάλεια συνδέονται άμεσα.
Και όσο δεν εμφανίζεται ένας ανταγωνιστικός προμηθευτής που να μπορεί να αντικαταστήσει ταυτόχρονα τις ρωσικές ποσότητες, τις τιμές και τη γεωγραφική εγγύτητα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις ρωσικές εισαγωγές, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο ακριβότερων λιπασμάτων και τροφίμων, ή να αποδεχθεί ότι σε ορισμένους κρίσιμους τομείς η οικονομική αποσύνδεση από τη Ρωσία έχει πολύ υψηλότερο κόστος από όσο αρχικά υπολογιζόταν.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης