Ποιοι είναι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη λιανική τιμή του αγελαδινού γάλακτος και πώς κατανέμεται η αξία σε κάθε στάδιο της αλυσίδας παραγωγής και διάθεσης
Οι κτηνοτρόφοι κατέγραψαν σημαντικά κέρδη από την άνοδο της τιμής του γάλακτος την τελευταία τετραετία, ενώ οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ φαίνεται ότι θυσίασαν μέρος των περιθωρίων κέρδους τους προκειμένου να συγκρατήσουν τη λιανική τιμή.
Το BN παρουσιάζει τα ευρήματα της έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αναλύοντας τους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη λιανική τιμή του αγελαδινού γάλακτος και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η αξία σε κάθε στάδιο της αλυσίδας παραγωγής και διάθεσης.
Η πορεία της τιμής παραγωγού και της λιανικής
Η τιμή παραγωγού για ένα λίτρο αγελαδινού γάλακτος διαμορφώθηκε στα 0,53 ευρώ το 2023, από 0,39 ευρώ το 2020.
Το 2021 παρέμεινε αμετάβλητη στα 0,39 ευρώ, το 2022 αυξήθηκε στα 0,52 ευρώ, υποχώρησε προσωρινά στα 0,47 ευρώ στις αρχές του 2023 και στη συνέχεια ενισχύθηκε εκ νέου στα 0,53 ευρώ προς το τέλος της χρονιάς.
Την ίδια περίοδο, η μέση λιανική τιμή του ενός λίτρου γάλακτος διαμορφώθηκε στα 1,34 ευρώ το 2020, υποχώρησε οριακά στα 1,32 ευρώ το 2021, αυξήθηκε στα 1,45 ευρώ στις αρχές του 2022, έκλεισε το έτος στα 1,39 ευρώ και ανήλθε στα 1,57 ευρώ το 2023.
Πώς διαμορφώνεται το κόστος ανά λίτρο
Το κόστος συλλογής και διανομής του προϊόντος ανήλθε από 0,09 ευρώ ανά λίτρο το 2020 σε 0,14 ευρώ στα τέλη του 2023.
Το κόστος μεταποίησης ξεκίνησε από τα 0,40 ευρώ ανά λίτρο το 2020, υποχώρησε στα 0,37 ευρώ την επόμενη διετία και στη συνέχεια αυξήθηκε στα 0,44 ευρώ στα τέλη του 2023.
Το κόστος των επιστροφών του φρέσκου γάλακτος κινήθηκε κατά την τετραετία μεταξύ 0,04 και 0,06 ευρώ ανά λίτρο.
Το περιθώριο της λιανικής παρουσίασε επίσης μεταβολές.
Από τα 0,22 ευρώ ανά λίτρο αυξήθηκε στα 0,25 ευρώ, ωστόσο ως ποσοστό επί της τελικής τιμής παρουσίασε υποχώρηση λόγω της συνολικής αύξησης του κόστους του προϊόντος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση του ΦΠΑ 13%, ο οποίος επιβαρύνει τη λιανική τιμή κατά περίπου 0,14 έως 0,17 ευρώ ανά λίτρο.
Ποιος κερδίζει περισσότερο από την τελική τιμή
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ο κτηνοτρόφος αποσπά το μεγαλύτερο ποσοστό της λιανικής τιμής.
Το 2020, όταν η μέση τιμή λιανικής ήταν 1,34 ευρώ ανά λίτρο, το μερίδιο του παραγωγού αντιστοιχούσε στο 29,7% της τελικής τιμής.
Στα τέλη του 2023, με τη λιανική τιμή να έχει ανέλθει στα 1,57 ευρώ, το ποσοστό του κτηνοτρόφου αυξήθηκε στο 34,9%.
Ο ΦΠΑ αντιστοιχεί περίπου στο 11,5% της τελικής τιμής, ενώ το ποσοστό που απομένει στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ κυμαίνεται μεταξύ 15,1% και 19%.
Μάλιστα, όσο αυξανόταν η τελική τιμή του προϊόντος, τόσο περιοριζόταν το σχετικό περιθώριο κέρδους της λιανικής.
Τι δείχνει η έρευνα για τα κόστη παραγωγής
Με βάση έτος αναφοράς το 2019 (2019=100), όλες σχεδόν οι κατηγορίες κόστους αυξήθηκαν σημαντικά, κυρίως την περίοδο 2021-2022.
Η μοναδική εξαίρεση ήταν το κόστος εργασίας, το οποίο παρέμεινε σχετικά σταθερό.
Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στο ενεργειακό κόστος, το οποίο υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με το 2019, καθώς και στο κόστος των πρώτων υλών.
Ωστόσο, όταν οι επιμέρους κατηγορίες σταθμίζονται με βάση τη συμμετοχή τους στο συνολικό κόστος, οι πρώτες ύλες παραμένουν ο σημαντικότερος παράγοντας διαμόρφωσης του κόστους παραγωγής.
Οι ζωοτροφές και τα κτηνιατρικά φάρμακα
Οι ζωοτροφές αποτελούν περίπου το 75% του συνολικού κόστους των κτηνοτροφικών μονάδων και, ως εκ τούτου, επηρεάζουν καθοριστικά την τελική τιμή του γάλακτος.
Παρότι οι εγχώριες τιμές ακολουθούν τις διεθνείς τάσεις των αγροτικών εμπορευμάτων, η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπίστωσε ότι τα περιθώρια μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης συνέχισαν να διευρύνονται έως και το 2023.
Η εξέλιξη αυτή δεν φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το ενεργειακό κόστος, καθώς η ενέργεια αντιπροσωπεύει σχετικά μικρό μέρος των συνολικών λειτουργικών δαπανών του κλάδου.
Αντίστοιχα, στον τομέα των κτηνιατρικών φαρμάκων για αιγοπρόβατα, η αγορά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές μέσω θυγατρικών πολυεθνικών ομίλων.
Η έρευνα καταγράφει επίσης την απουσία παράλληλων εισαγωγών και εξαγωγών στον κλάδο, ενώ επισημαίνει την ύπαρξη ασυμμετριών πληροφόρησης που δυσκολεύουν τους καταναλωτές να αξιολογήσουν αποτελεσματικά τις διαθέσιμες επιλογές.
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα εκμετάλλευσης καταναλωτών που διαθέτουν περιορισμένη πληροφόρηση.
Η ακρίβεια και η δημόσια συζήτηση
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η αύξηση της τιμής του γάλακτος είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλυσίδας παραγόντων κόστους και όχι αποκλειστικά ζήτημα εμπορικών περιθωρίων.
Ωστόσο, στη δημόσια συζήτηση κυριαρχούν συχνά οι αναφορές σε «κερδοσκοπία» και «καρτέλ», με αποτέλεσμα να επισκιάζονται οι βαθύτερες αιτίες που τροφοδοτούν την ακρίβεια.
Το αφήγημα ότι για κάθε ανατίμηση ευθύνονται αποκλειστικά κάποιοι «κερδοσκόποι» μπορεί να λειτουργεί πολιτικά, δεν εξηγεί όμως επαρκώς τις πραγματικές πιέσεις που δέχονται οι αλυσίδες παραγωγής και διανομής.
Στην πράξη, η συζήτηση για την ακρίβεια συχνά επικεντρώνεται στις καταγγελίες περί κερδοσκοπίας, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, τα οποία επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής και τελικά την τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στο ράφι.
Νίκος Θεοδωρόπουλος
ntheo@bankingnews.gr
www.bankingnews.gr
Το BN παρουσιάζει τα ευρήματα της έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αναλύοντας τους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη λιανική τιμή του αγελαδινού γάλακτος και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η αξία σε κάθε στάδιο της αλυσίδας παραγωγής και διάθεσης.
Η πορεία της τιμής παραγωγού και της λιανικής
Η τιμή παραγωγού για ένα λίτρο αγελαδινού γάλακτος διαμορφώθηκε στα 0,53 ευρώ το 2023, από 0,39 ευρώ το 2020.
Το 2021 παρέμεινε αμετάβλητη στα 0,39 ευρώ, το 2022 αυξήθηκε στα 0,52 ευρώ, υποχώρησε προσωρινά στα 0,47 ευρώ στις αρχές του 2023 και στη συνέχεια ενισχύθηκε εκ νέου στα 0,53 ευρώ προς το τέλος της χρονιάς.
Την ίδια περίοδο, η μέση λιανική τιμή του ενός λίτρου γάλακτος διαμορφώθηκε στα 1,34 ευρώ το 2020, υποχώρησε οριακά στα 1,32 ευρώ το 2021, αυξήθηκε στα 1,45 ευρώ στις αρχές του 2022, έκλεισε το έτος στα 1,39 ευρώ και ανήλθε στα 1,57 ευρώ το 2023.
Πώς διαμορφώνεται το κόστος ανά λίτρο
Το κόστος συλλογής και διανομής του προϊόντος ανήλθε από 0,09 ευρώ ανά λίτρο το 2020 σε 0,14 ευρώ στα τέλη του 2023.
Το κόστος μεταποίησης ξεκίνησε από τα 0,40 ευρώ ανά λίτρο το 2020, υποχώρησε στα 0,37 ευρώ την επόμενη διετία και στη συνέχεια αυξήθηκε στα 0,44 ευρώ στα τέλη του 2023.
Το κόστος των επιστροφών του φρέσκου γάλακτος κινήθηκε κατά την τετραετία μεταξύ 0,04 και 0,06 ευρώ ανά λίτρο.
Το περιθώριο της λιανικής παρουσίασε επίσης μεταβολές.
Από τα 0,22 ευρώ ανά λίτρο αυξήθηκε στα 0,25 ευρώ, ωστόσο ως ποσοστό επί της τελικής τιμής παρουσίασε υποχώρηση λόγω της συνολικής αύξησης του κόστους του προϊόντος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση του ΦΠΑ 13%, ο οποίος επιβαρύνει τη λιανική τιμή κατά περίπου 0,14 έως 0,17 ευρώ ανά λίτρο.
Ποιος κερδίζει περισσότερο από την τελική τιμή
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ο κτηνοτρόφος αποσπά το μεγαλύτερο ποσοστό της λιανικής τιμής.
Το 2020, όταν η μέση τιμή λιανικής ήταν 1,34 ευρώ ανά λίτρο, το μερίδιο του παραγωγού αντιστοιχούσε στο 29,7% της τελικής τιμής.
Στα τέλη του 2023, με τη λιανική τιμή να έχει ανέλθει στα 1,57 ευρώ, το ποσοστό του κτηνοτρόφου αυξήθηκε στο 34,9%.
Ο ΦΠΑ αντιστοιχεί περίπου στο 11,5% της τελικής τιμής, ενώ το ποσοστό που απομένει στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ κυμαίνεται μεταξύ 15,1% και 19%.
Μάλιστα, όσο αυξανόταν η τελική τιμή του προϊόντος, τόσο περιοριζόταν το σχετικό περιθώριο κέρδους της λιανικής.
Τι δείχνει η έρευνα για τα κόστη παραγωγής
Με βάση έτος αναφοράς το 2019 (2019=100), όλες σχεδόν οι κατηγορίες κόστους αυξήθηκαν σημαντικά, κυρίως την περίοδο 2021-2022.
Η μοναδική εξαίρεση ήταν το κόστος εργασίας, το οποίο παρέμεινε σχετικά σταθερό.
Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στο ενεργειακό κόστος, το οποίο υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με το 2019, καθώς και στο κόστος των πρώτων υλών.
Ωστόσο, όταν οι επιμέρους κατηγορίες σταθμίζονται με βάση τη συμμετοχή τους στο συνολικό κόστος, οι πρώτες ύλες παραμένουν ο σημαντικότερος παράγοντας διαμόρφωσης του κόστους παραγωγής.
Οι ζωοτροφές και τα κτηνιατρικά φάρμακα
Οι ζωοτροφές αποτελούν περίπου το 75% του συνολικού κόστους των κτηνοτροφικών μονάδων και, ως εκ τούτου, επηρεάζουν καθοριστικά την τελική τιμή του γάλακτος.
Παρότι οι εγχώριες τιμές ακολουθούν τις διεθνείς τάσεις των αγροτικών εμπορευμάτων, η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπίστωσε ότι τα περιθώρια μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης συνέχισαν να διευρύνονται έως και το 2023.
Η εξέλιξη αυτή δεν φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το ενεργειακό κόστος, καθώς η ενέργεια αντιπροσωπεύει σχετικά μικρό μέρος των συνολικών λειτουργικών δαπανών του κλάδου.
Αντίστοιχα, στον τομέα των κτηνιατρικών φαρμάκων για αιγοπρόβατα, η αγορά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές μέσω θυγατρικών πολυεθνικών ομίλων.
Η έρευνα καταγράφει επίσης την απουσία παράλληλων εισαγωγών και εξαγωγών στον κλάδο, ενώ επισημαίνει την ύπαρξη ασυμμετριών πληροφόρησης που δυσκολεύουν τους καταναλωτές να αξιολογήσουν αποτελεσματικά τις διαθέσιμες επιλογές.
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα εκμετάλλευσης καταναλωτών που διαθέτουν περιορισμένη πληροφόρηση.
Η ακρίβεια και η δημόσια συζήτηση
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η αύξηση της τιμής του γάλακτος είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλυσίδας παραγόντων κόστους και όχι αποκλειστικά ζήτημα εμπορικών περιθωρίων.
Ωστόσο, στη δημόσια συζήτηση κυριαρχούν συχνά οι αναφορές σε «κερδοσκοπία» και «καρτέλ», με αποτέλεσμα να επισκιάζονται οι βαθύτερες αιτίες που τροφοδοτούν την ακρίβεια.
Το αφήγημα ότι για κάθε ανατίμηση ευθύνονται αποκλειστικά κάποιοι «κερδοσκόποι» μπορεί να λειτουργεί πολιτικά, δεν εξηγεί όμως επαρκώς τις πραγματικές πιέσεις που δέχονται οι αλυσίδες παραγωγής και διανομής.
Στην πράξη, η συζήτηση για την ακρίβεια συχνά επικεντρώνεται στις καταγγελίες περί κερδοσκοπίας, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, τα οποία επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής και τελικά την τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στο ράφι.
Νίκος Θεοδωρόπουλος
ntheo@bankingnews.gr
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών