Τελευταία Νέα
Απόψεις - Άρθρα

Οι πολιτικές προκλήσεις των κεντρικών τραπεζών το 2016 – Πυκνώνουν οι πολιτικές και οικονομικές αβεβαιότητες

Οι πολιτικές προκλήσεις των κεντρικών τραπεζών το 2016 – Πυκνώνουν οι πολιτικές και οικονομικές αβεβαιότητες
Είναι πλέον καιρός οι τεχνοκράτες των κεντρικών τραπεζών να αφήσουν τους πολιτικούς να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν
Όταν πριν από λίγες ημέρες τον Δεκέμβριο 2015 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) πραγματοποίησε – επιτέλους – την πρώτη αύξηση των επιτοκίων της μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η απανταχού επενδυτική κοινότητα υποδέχθηκε την αναμενόμενη απόφαση με ενθουσιασμό, επιλέγοντας ν’ αγνοήσει τις επίμονες προειδοποιήσεις της Janet Yellen ότι οι επόμενες αυξήσεις επιτοκίων θα λάβουν χώρα βασανιστικά αργά και μόνο μετά από εξαντλητική επιβεβαίωση της θετικής πορείας της αμερικανικής οικονομίας με βάση την εξέλιξη των θεμελιωδών μεγεθών της.
Η επικεφαλής της Fed δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να επαναλάβει τις ανησυχίες πολλών οικονομικών και πολιτικών σχολιαστών και αναλυτών, ότι το 2016 δεν θα μοιάζει με τις συνηθισμένες εκείνες χρονιές ανάκαμψης του παρελθόντος, στις οποίες η επιστροφή στην ανάπτυξη πλαισιωνόταν από ένα σταθερό πολιτικό και γεω-στρατηγικό περιβάλλον, με τις πηγές διεθνούς έντασης περιφερειακά εστιασμένες και υπό έλεγχο.
Αν και το τέλος του 2015 βρίσκει την αμερικανική οικονομία σε καταφανώς καλύτερη κατάσταση απ’ ότι σε σύγκριση με 3-4 χρόνια πριν – τόσο σε επίπεδο απασχόλησης, όσο και σε επίπεδο ΑΕΠ, επενδύσεων, αποδοχών, θετικών προσδοκιών, βιομηχανικής παραγωγής και πληθωρισμού – κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τους κινδύνους ευρείας αποσταθεροποίησης που ελλοχεύουν από την κατακρήμνιση των τιμών των πρώτων υλών και του πετρελαίου.
Η πτώση των τιμών στα βασικά εμπορευματικά αγαθά του πλανήτη ήταν τόσο μεγάλη το 2015, που ήδη πρόλαβε να θέσει σε δοκιμασία τη σταθερότητα και κοινωνική βιωσιμότητα των καθεστώτων σε μια σειρά από χώρες-παραγωγούς πρώτων υλών όπως η Βενεζουέλα, η Νιγηρία, η Βραζιλία, ακόμα και η Σαουδική Αραβία, οι οποίες βασίζουν τη χρηματοδότηση της γενναιόδωρης κοινωνικής πολιτικής τους στην εξαγωγή του ορυκτού πλούτου τους.
Στη δική μας γειτονιά, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει χαμένη στην αναζήτηση κατεύθυνσης συνοχής απέναντι σε δυσεπίλυτα, σύνθετα, ενίοτε διχαστικά ζητήματα όπως το προσφυγικό, η συνεχιζόμενη κρίση χρέους και η τρομοκρατία, θεμελιώδη προβλήματα που άπτονται του πυρήνα των αξιών στη βάση των οποίων η Ευρώπη αναγεννήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ενηλικιώθηκε.
Η Συνθήκη του Σένγκεν δεν θεωρείται πλέον βιώσιμη από κανέναν στη σημερινή της μορφή, ενώ η πολυετής κρίση χρέους και η συνεπαγόμενη σκληρή λιτότητα που επέβαλε η Γερμανία έχουν εξαντλήσει τους πολίτες χωρών της ευρωζώνης όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα, η Ιταλία, ακόμα και η Γαλλία, προκαλώντας τεράστια εκλογική φθορά στις κυβερνήσεις τους, επιφέροντας πολιτικά αδιέξοδα και ανατρέποντας τις λειτουργικές δημοκρατικές ισορροπίες που χαρακτήρισαν την Ευρώπη για δεκαετίες, ενισχύοντας ακραίες φωνές που διεκδικούν τη διάσπαση και το διαχωρισμό, αντί για την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των λαών και των θρησκειών της Ευρώπης.
Όλα αυτά δεν μπορεί να προοιωνίζονται καλά νέα ούτε για την πολιτική, μα ούτε και για την οικονομική κατάσταση της ευρωζώνης, ιδίως εν μέσω της αστάθειας σε μεγάλο μέρος της βόρειας Αφρικής και του συνεχιζόμενου πενταετούς εμφυλίου πολέμου στη Συρία, ο οποίος – εκτός από τις ηγεμονικές φιλοδοξίες χωρών όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία - «τρέφει» την προσφυγική κρίση της Ευρώπης, καθώς και τα πολλαπλά αδιέξοδα και τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή, που με τη σειρά τους ευνοούν την επιβίωση του τρομοκρατικού χαλιφάτου της ISIS, το οποίο τολμά και καταφέρνει αιματηρά τρομοκρατικά πλήγματα εντός ευρωπαϊκού εδάφους.
Επιπλέον λόγους ανησυχίας δημιουργεί η εξασθένηση της ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας, λόγω των συνεπειών που θα μπορούσε να έχει στην παγκόσμια ανάπτυξη σε μια ευαίσθητη φάση της ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας.
Πόση σημασία θα έχει άραγε για την οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη το 2016 τυχόν περαιτέρω μείωση των παρεμβατικών επιτοκίων ή/και μια νέα επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης (ECB) του Mario Draghi, αν δεν βρεθεί μια ουσιαστική λύση ανάσχεσης των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη;
«Χωράνε», άραγε, ακόμα ένα εκατομμύριο μετανάστες στη Γερμανία το 2016 και αν όχι, τί θα πρέπει να συμβεί στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, στα οποία βρίσκεται και η Ελλάδα;
Ποιός μπορεί να αρνηθεί ότι η λύση του προσφυγικού ζητήματος βρίσκεται στην επίτευξη ειρήνευσης στη Συρία; Υπάρχει κάποιος που αναμένει ρεαλιστικά ότι αυτή θα πραγματοποιηθεί εντός του 2016;
Το συνεχιζόμενο πολιτικό αδιέξοδο που προκάλεσαν οι όψιμες εθνικές εκλογές στην Ισπανία δείχνει τον ανεξερεύνητο δρόμο που θα ακολουθήσουν οι χώρες που υπέστησαν τις ισοπεδωτικές συνέπειες της γερμανικής εμπνεύσεως λιτότητας, ο οποίος δεν φαίνεται να ενισχύει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και συνοχή.
Οι οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής απορρύθμισης και της πολιτικής αστάθειας σε μεγάλο αριθμό χωρών της ευρωζώνης δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν, ενώ η αντιμετώπισή τους δεν ανήκει ούτε στους καταστατικούς στόχους, ούτε στις δυνατότητες της «εργαλειοθήκης» της ECB.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω, το 2016 οι αποκλίνουσες νομισματικές πολιτικές των δύο μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του πλανήτη - της Federal Reserve και της ECB - περισσότερο θα ακολουθήσουν, παρά θα προκαλέσουν τις οικονομικές εξελίξεις, σε ένα περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητες.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η Federal Reserve θα προχωρήσει σε τουλάχιστον μία - έως τρεις - νέες αυξήσεις επιτοκίων κατά τη διάρκεια του 2016, ενώ η ECB έχει διαμηνύσει ότι θα πράξει ότι είναι δυνατόν για να επιστρέψει η ευρωζώνη σε ανάπτυξη και μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό περί του 2%, κάτι που δεν αποκλείει νέα μείωση στο ήδη αρνητικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων που προσφέρει και μία ενδεχόμενη νέα επέκταση στο πρόγραμμα ποσοστικής χαλάρωσης που εφαρμόζει.
Όμως, το «κλειδί» στην οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ, της ευρωζώνης και πολλών μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών φαίνεται πως βρίσκεται στη διεθνή συνεννόηση και σύγκλιση των συμφερόντων των ισχυρότερων χωρών του πλανήτη, οι οποίες θα πρέπει να αναζητήσουν τους συμβιβασμούς εκείνους που θα επιτρέψουν μια αμοιβαίως επωφελή και περισσότερο δίκαιη παγκόσμια ανάπτυξη.
Είναι πλέον καιρός οι τεχνοκράτες των κεντρικών τραπεζών να απαιτήσουν από τους πολιτικούς να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που τους αναλογούν για τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα που προκάλεσαν.

Πέτρος Κρυσταλάκος
www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης