Πολιτική

Άρθρο - παρέμβαση του Σημίτη: Μια ματιά στο αύριο - Οι προκλήσεις για Ευρώπη και Ελλάδα

Άρθρο - παρέμβαση του Σημίτη: Μια ματιά στο αύριο - Οι προκλήσεις για Ευρώπη και Ελλάδα
"Η ελληνική κυβέρνηση προφανώς θα πρέπει να επιδιώξει προυποθέσεις σταθερής ανάπτυξης και την επαναφορά και βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης", αναφέρει ο κ. Σημίτης

«Το ερώτημα ποιο θα είναι το μέλλον την Ευρώπης έχει τεθεί ήδη από καιρό από τα όργανα της Ένωσης. Θα είναι αντικείμενο διαφόρων διαδικασιών» και στόχος «δεν θα είναι μόνο η καλύτερη λειτουργία του όλου συστήματος της Ένωσης, αλλά κυρίως ο επανακαθορισμός των πολιτικών της», τονίζει ο πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης.
Όπως αναφέρει ο κ. Σημίτης σε άρθρο – παρέμβαση στο Βήμα της Κυριακής με τίτλο «Μια ματιά στο αύριο», πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι να συγκαλέσει Σύνοδο για το μέλλον της Ευρώπης που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί το 2022 ή 2023.
Όπως αναφέρει, «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν προσδιορίσει μια σειρά θεμάτων με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί η Σύνοδος, θέματα που αφορούν άμεσα την Ελλάδα».
Αφού σημειώνει ότι ο πρώτος κύκλος συζητήσεων θα αφορά τους στόχους της πολιτικής της Ένωσης και ο δεύτερος στη λειτουργία της ώστε να καταστεί πιο δημοκρατική και αποτελεσματικότερη, ο κ. Σημίτης σημειώνει ότι τα συμπεράσματα της Συνόδου θα αποτελέσουν αντικείμενο μιας ευρύτερης συζήτησης σε όλη την Ένωση που θα ακολουθήσει σε δύο χρόνια.

Ταμείο Ανάκαμψης

«Ήδη, πριν από τη σύγκληση της Συνόδου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε αποφασίσει στις 11 Φεβρουαρίου 2021 την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης για να αντιμετωπισθούν οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας.
Όλα τα κράτη της Ένωσης θα πρέπει επίσης να ιδρύσουν Ταμείο Ανάκαμψης.
Στόχος του θα είναι η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, η ανασυγκρότηση και η ανάπτυξη της χώρας.Τα προγράμματα αυτά θα αξιολογούνται από την Επιτροπή και θα επικυρώνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία από το Συμβούλιο.
Το κόστος του συνόλου των προγραμμάτων ορίστηκε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις στα 750 δισ. ευρώ. Πιθανότητα το τελικό ύψος θα είναι αρκετά χαμηλότερο», τονίζει ο κ. Σημίτης.
Κατά τον ίδιο, «το πρόγραμμα ανάκαμψης θα πρέπει να επιδιώξει «την πράσινη μετεξέλιξη, την πληροφορική μετατροπή, τη διατηρήσιμη, περιεκτική μεταβολή που θα αφορά τις θέσεις εργασίας, την κοινωνική και εδαφική συνοχή, την υγεία, τις πολιτικές που θα αφορούν την επόμενη γενιά, την παιδεία και την τεχνική εκπαίδευση». Τα σχέδια εργασίας κάθε χώρας για την ανάκαμψη θα συνδέονται άρρηκτα με την Επιτροπή, η οποία θα παρακολουθεί τη διαμόρφωσή τους και θα δώσει την τελική έγκριση εφαρμογής».
Μάλιστα, ο κ. Σημίτης στο άρθρο του , αφού υπενθυμίζει ότι η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, κατά την ανάληψη των καθηκόντων της αναφέρθηκε στο μέλλον της Ένωσης και στο έργο της Επιτροπής και τους στόχους, όπως η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων με τρόπο που να εξασφαλίζονται οι ίδιες συνθήκες ανάπτυξης σε όλα τα κράτη-μέλη, η ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης, η ενίσχυση των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων, υπογραμμίζει πως «όλα τα θέματα αφορούν και τη χώρα μας που θα πρέπει να προετοιμάσει τις θέσεις της».

Διαφέρουν τα επίπεδα ανάπτυξης των κρατών

Σύμφωνα με τον κ. Σημίτη, «τόσο τα θέματα της Συνόδου, του Συμβουλίου, όσο και το πρόγραμμα της Επιτροπής δημιουργούν την εντύπωση μιας ευρωπαϊκής πορείας επιτυχημένης, μέχρι τώρα, η οποία θα πρέπει να συνεχισθεί προσαρμοζόμενη στις νέες κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις».
Ωστόσο, όπως μεταξύ άλλων, σημειώνει, «στην πραγματικότητα όμως τα επίπεδα ανάπτυξης των κρατών διαφέρουν, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα σημαντικά.
Οι προτεραιότητες και τα κριτήρια δράσης δεν συμπίπτουν.
Η Γερμανία και η Γαλλία έχουν διαφορετικές επιδιώξεις από την Ελλάδα και την Πορτογαλία, που υστερούν πολύ όσον αφορά το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο ανάπτυξής τους».
Τονίζει πως «χρειάζεται μια έρευνα και αποτίμηση με ποιον τρόπο ο αναπτυσσόμενος Νότος θα αποκτήσει ανταγωνιστική αυτοτέλεια», σημειώνοντας πως για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος θα πρέπει η Ένωση να αναλάβει πρωτοβουλίες αξιοποιώντας π.χ. τις νέες τεχνολογίες και κατανέμοντας στα κράτη του Νότου δραστηριότητες που συνεπάγονται ταχύτερη ανάπτυξη.
Η Ελλάδα θα πρέπει να πιέσει προς την κατεύθυνση αυτή».
Μεταξύ άλλων, σημειώνει πως «οι προσπάθειες για μια Σύνοδο που θα καθορίσει τις κατευθύνσεις της κοινής ευρωπαϊκής πορείας, όπως και οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να υπάρχουν κοινοί στόχοι στο πλαίσιο της Ένωσης για να μειωθούν οι οικονομικές και κοινωνικές διαφορές μεταξύ των χωρών, θα αποδώσουν, αν σε κάθε χώρα υπάρχει η συνείδηση ότι η πολιτική της θα πρέπει να συμβάλει στους κοινά καθορισμένους στόχους.
Αυτό δεν είναι εύκολο για χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία που αισθάνονται την ανάγκη να διατηρήσουν τον πρωταρχικό τους ρόλο.
Δεν είναι εύκολο όμως ούτε για την Ελλάδα, μια που συνεχώς κάθε κυβέρνηση επικεντρώνεται στα τρέχοντα προβλήματα των ψηφοφόρων που τη στήριξαν και αγνοεί την ανάγκη ενός προγράμματος για το μέλλον. Θα πρέπει να προσαρμοστεί, να επιδιώξει έναν αποδεκτό από την Ένωση στόχο να είναι π.χ. η κύρια γέφυρα διασύνδεσης με τη Μέση Ανατολή, ώστε να αναπτυχθούν στη χώρα τόσο βιομηχανικές, όσο και εμπορικές δραστηριότητες για τα προϊόντα των οποίων υπάρχει ζήτηση στις αραβικές χώρες».

Για τη διάθεση των 32 δισ. ευρώ

«Η Ένωση θα διαθέσει ποσό 32 δισ. ευρώ στη χώρα μας τόσο υπό τη μορφή επιδοτήσεων, όσο και δανείων.
Επιπρόσθετα, ο κοινοτικός προϋπολογισμός θα διαθέσει 40 δισ. ευρώ με ευνοϊκούς όρους. Μετά την πανδημία και τη φτώχεια που επέφερε, λογικό είναι ένα τμήμα των κεφαλαίων να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη εκείνων που υπέφεραν, για την κοινωνική δικαιοσύνη και την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της κοινωνίας.
Ας μη λησμονούμε επίσης ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι από τα υψηλότερα στην Ένωση.
Αυξήθηκε σε περίπου 201 δις. το 2020.
Η πίεση των δανειστών θα είναι συνεχής ώστε να αποπληρωθεί τουλάχιστον μέρος του.
Οι ελπίδες ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διαγράψει το δημόσιο χρέος που η ίδια διακρατεί είναι μάταιες.
Θα υπάρξουν παρ΄ όλα αυτά, αρκετά κεφάλαια για να προωθηθούν νέα δραστηριότητες, να βελτιωθεί η απόδοση των ελληνικών επιχειρήσεων.
Για την αντιμετώπιση του όλου προβλήματος έχει δημιουργηθεί από την κυβέρνηση ομάδα εργασίας η οποία έχει ήδη εκπονήσει σχέδια για την αξιοποίηση της χρηματοδότησης.
Τα 32 δισ. ευρώ προορίζονται κυρίως για να μπορέσει η Ελλάδα να αναπτύξει οικονομικές δραστηριότητες, που θα τις εξασφαλίσουν μια σταθερή παρουσία στην ευρωπαϊκή παραγωγή και τον διεθνή ανταγωνισμό.
Είναι χρήματα για επενδύσεις ώστε να υπάρξει ανταγωνιστική ανάπτυξη, για έρευνες, για εκμετάλλευση νέων τεχνολογιών, για δημιουργική αξιοποίηση πόρων της χώρας.
Ακόμη και στον τουρισμό, μια δραστηριότητα που κατά γενική αντίληψη αναπτύσσεται από μόνη της ικανοποιητικά.
Χρειάζονται παρεμβάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή του και εξασφάλιση κυρίαρχης θέσης της χώρας.
Τέτοιες παρεμβάσεις είναι ο καθορισμός τουριστικών περιοχών, όπου θα ισχύει αυστηρή προστασία του περιβάλλοντος, η σύνδεση περιοχών, όπως πολλά μικρά νησιά στο Αιγαίο με μέσα μεταφοράς, η διαμόρφωση κανόνων ποιότητας και για ξενοδοχεία και εστιατόρια στις τουριστικές περιοχές ώστε το επίπεδό τους να ανταγωνίζεται επιτυχημένα τις γνωστές τουριστικές περιοχές πολλών μεσογειακών χωρών», τονίζει ο κ. Σημίτης.

Οι επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης

«Η ελληνική κυβέρνηση προφανώς θα πρέπει να επιδιώξει προυποθέσεις σταθερής ανάπτυξης και την επαναφορά και βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης.
Να επιδιώξει παρεμβάσεις όχι μόνο για την ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά και για την υγεία, την παιδεία, τη δημιουργία θέσεων εργασίας κ.α.
Σε αυτή την προσπάθεια όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να συνεργασθούν γιατί θα είναι καθοριστική για το μέλλον της χώρας», καταλήγει το άρθρο του κ. Σημίτη.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης