Η στρατηγική Trump ενέχει κινδύνους διάβρωσης των διεθνών κανόνων και της εμπιστοσύνης μεταξύ συμμάχων, γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει μακροπρόθεσμα την ηγεμονία των ΗΠΑ
Το 2026 άρχισε με μια σειρά από στρατηγικά σήματα από την κυβέρνηση Trump, η οποία στις 3 Ιανουαρίου με τη στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του προέδρου Nicolas Maduro εισήγαγε τα πρώτα βήματα μιας φαινομενικά αποφασιστικής εκστρατείας για την επαναφορά της αμερικανικής επιρροής στη Λατινική Αμερική, τη σαφή οριοθέτηση των πολιτικών της συμφερόντων και τη δημιουργία νέων σφαιρών στρατιωτικής και οικονομικής άρνησης απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία.
Αυτή η στρατηγική δεν επικεντρώνεται τόσο στην ιδεολογική κυριαρχία όσο στην προσεκτικά υπολογισμένη ικανότητα διακοπής και άρνησης σε κρίσιμους γεωπολιτικούς τομείς, δείχνοντας μια πιο ρεαλιστική και σφαιρική προσέγγιση στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα.
Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2026 αναφέρεται ρητά στον όρο «άρνηση» τρεις φορές, επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ θα εμποδίσουν ανταγωνιστές εκτός Δυτικού Ημισφαιρίου από το να τοποθετήσουν δυνάμεις ή κρίσιμες υποδομές στην περιοχή, ενώ παράλληλα θα αναπτύξουν στρατιωτική ικανότητα για να αποτρέψουν επιθετικότητα στην Πρώτη Αλυσίδα Νήσων και να εξασφαλίσουν την άμυνα της Ταϊβάν.

Σφαίρες άρνησης
Η έννοια της σφαίρας άρνησης (sphere of denial) καθίσταται κεντρικό σημείο της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Trump, αντικατοπτρίζοντας την πρόθεση της Ουάσινγκτον να περιορίσει τις επιλογές αντιπάλων μέσω στρατηγικών εμποδίων αντί για παρατεταμένες στρατιωτικές επεμβάσεις.
Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει μια ρεαλιστική αναθεώρηση της αμερικανικής υπερεπέκτασης, που διαμορφώθηκε από δύο δεκαετίες διαχείρισης ασαφών στόχων στη Μέση Ανατολή, ενώ η Κίνα ενισχύει τη στρατηγική της επιρροή σε κομβικές περιοχές: από τη Λατινική Αμερική και τις χώρες BRICS μέχρι την Αρκτική και την Αφρική.
Ταυτόχρονα, η Κίνα επιδιώκει κυριαρχία στις αλυσίδες σπάνιων γαιών και κρίσιμων τεχνολογικών υποδομών, ενώ η Ρωσία αποκαθιστά στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Αρκτική και ενισχύει τις διεκδικήσεις της σε θαλάσσιες περιοχές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιδίωξη των ΗΠΑ να ελέγξουν πόρους όπως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας ή ακόμα και η προσάρτηση της Γροιλανδίας σηματοδοτεί μια αποφασιστική αναδιάταξη της στρατηγικής θέσης της Ουάσινγκτον.

Η στρατηγική των ΗΠΑ κρύβει κινδύνους
Η στρατηγική άρνησης λειτουργεί με ανατροπή της κατάστασης όπως ήταν και τη δημιουργία εμποδίων που περιορίζουν τις επιλογές Κίνας και Ρωσίας.
Η άρνηση πρόσβασης σε κρίσιμες περιοχές, τεχνολογίες και υποδομές δεν απαιτεί απαραίτητα άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Αντίθετα, η Ουάσινγκτον αξιοποιεί αδυναμίες σε τεχνολογικά συστήματα, οικονομικές αλυσίδες, υποδομές διαστήματος και ακόμη και στο διεθνές δίκαιο, δημιουργώντας έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό περιορισμού της ισχύος των αντιπάλων.
Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής φέρει τον κίνδυνο της διάβρωσης της εμπιστοσύνης στο διεθνές σύστημα, ήδη κατακερματισμένο από τη διασύνδεση των οικονομιών και την απώλεια κοινού οράματος για διεθνείς κανόνες.
Η παράκαμψη των υφιστάμενων κανόνων και συμφωνιών, η παραγκώνιση ή η πίεση στους συμμάχους και η αποδυνάμωση της πολυμερούς συνεργασίας μπορεί να μειώσει τη διάθεση συμμόρφωσης και αλληλεγγύης, βάσεις στις οποίες οι ΗΠΑ στηρίζουν την προβολή ισχύος τους.
Η στρατηγική άρνησης συνοδεύεται από ένα υπονοούμενο διπλωματικό μήνυμα: κάθε κίνηση που περιορίζει τους αντιπάλους καταγράφεται ως «prendre acte» — μια διακριτική προειδοποίηση ότι οι επόμενες ενέργειες θα αξιολογηθούν και θα ανταποκριθούν ανάλογα.

Ρεαλισμός Θουκυδίδη και ηθική διπλωματία
Ο κανόνας του Θουκυδίδη πως «το ισχυρό κάνει ό,τι μπορεί και το αδύναμο υπομένει ό,τι πρέπει» βρίσκει νέα έκφραση στις δημόσιες δηλώσεις του Stephen Miller, ανώτατου συμβούλου της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η αναφορά στη δύναμη ως «σιδηροδέσμια νομοτέλεια» του κόσμου αντικατοπτρίζει τον σκληρό ρεαλισμό της αμερικανικής στρατηγικής, η οποία θεωρεί την ισχύ και την αποτροπή ως κεντρικά εργαλεία στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα.
Η Κίνα, με την ανάπτυξη της ναυτικής ισχύος, της ψηφιακής υποδομής και των κρίσιμων τεχνολογιών (ημιαγωγοί, τεχνητή νοημοσύνη, δορυφορικά δίκτυα), παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή πρόκληση για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Στον αντίποδα, η εξάρτηση της Ευρώπης από ρωσική ενέργεια και η τεχνολογική της αλληλεξάρτηση περιορίζουν την αυτονομία της.
Η Αρκτική, και ειδικότερα η Γροιλανδία, έχει μετατραπεί σε πεδίο στρατηγικής αντιπαράθεσης, με την Ουάσινγκτον να διεκδικεί κυριαρχία για στρατιωτικούς, τεχνολογικούς και εμπορικούς λόγους.

Η μεγάλη στρατηγική της «συγκέντρωσης δυνάμεων»
Ο A. Wess Mitchell περιγράφει την εξωτερική πολιτική Trump ως στρατηγική «συγκέντρωσης» (consolidation).
Η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη μείωση δεσμεύσεων σε δευτερεύοντες χώρους, τη μεταβίβαση ευθυνών στους συμμάχους, την ενίσχυση του Δυτικού Ημισφαιρίου και την επανεκβιομηχάνιση των ΗΠΑ.
Οι πέντε πυλώνες αυτής της στρατηγικής είναι:
1. Νέο δόγμα Monroe: Κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο
2. Διαχείριση συνύπαρξης με Κίνα.
3. Μεταβίβαση ευθυνών στην Ευρώπη.
4. Μείωση δεσμεύσεων στη Μέση Ανατολή.
5. Οικονομική αναζωογόνηση στο εσωτερικό.
Παρά τη θεωρητική συνοχή, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής αντιμετωπίζει τρεις κρίσιμες πιέσεις: από τη βιομηχανία άμυνας, τις τεχνολογικές εταιρείες (Big Tech) και τα ισραηλινά συμφέροντα.
Η πίεση για διαρκή στρατιωτική ανάπτυξη, η επιδίωξη τεχνολογικής κυριαρχίας και οι ισραηλινές απαιτήσεις για αντιπαράθεση με το Ιράν δημιουργούν διαρκείς εσωτερικές αντιφάσεις που καθιστούν δύσκολη την πειθαρχημένη εφαρμογή της στρατηγικής «συγκέντρωσης».
Η προσπάθεια ανάθεσης της ευθύνης για την ασφάλεια της Ευρώπης στους Ευρωπαίους, ενώ παράλληλα η Ουάσινγκτον ασκεί πίεση για Γροιλανδία και Αρκτική, ενδέχεται να υπονομεύσει τη Νατοϊκή συνοχή και να ωθήσει την Ευρώπη προς μια πιο συνεργατική σχέση με τη Ρωσία.
Ομοίως, η προσπάθεια περιορισμού της παρουσίας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή συγκρούεται με τις απαιτήσεις του Ισραήλ και του αμερικανικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος.

Εσωτερική πολιτική και στρατηγική ασυνέπεια
Η πολυδιάστατη πίεση που ασκούν οι διάφοροι εσωτερικοί παράγοντες καθιστά την εκτέλεση της στρατηγικής συγκέντρωσης ιδιαίτερα δύσκολη.
Η Ουάσινγκτον εμφανίζεται ταυτόχρονα υπερεκτεταμένη και παραλυμένη, με το ένα χέρι να επιχειρεί περιορισμό δεσμεύσεων και το άλλο να ανοίγει νέες αντιπαραθέσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα μωσαϊκό αυθόρμητων παρεμβάσεων, αντί μιας συνεκτικής, πειθαρχημένης στρατηγικής, αυξάνοντας τον κίνδυνο στρατηγικής αποτυχίας παρά την αρχική ορθολογικότητα της «συγκέντρωσης».
Η στρατηγική των ΗΠΑ υπό την Trump αποδεικνύει ότι σε ένα πολυπολικό και ανταγωνιστικό κόσμο, η ισχύς, η αποτροπή και η άρνηση πρόσβασης σε κρίσιμους τομείς αποτελούν κεντρικά εργαλεία επιρροής.
Ωστόσο, οι εσωτερικές αντιφάσεις, η πίεση από την αμυντική βιομηχανία, η επιδίωξη τεχνολογικής κυριαρχίας και οι πιέσεις από συμμάχους όπως το Ισραήλ περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής συγκέντρωσης.
Η εφαρμογή της στρατηγικής άρνησης μπορεί να προσφέρει σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά ταυτόχρονα ενέχει κινδύνους διάβρωσης των διεθνών κανόνων και της εμπιστοσύνης μεταξύ συμμάχων, γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει μακροπρόθεσμα την ηγεμονία των ΗΠΑ.
Η αμερικανική στρατηγική σήμερα είναι επομένως ένα δίκοπο μαχαίρι ικανό να δημιουργήσει διακριτά πλεονεκτήματα, αλλά και να ενισχύσει τις αβεβαιότητες και τις αντιφάσεις της ίδιας της υπερδύναμης.
Η επόμενη δεκαετία θα δείξει αν η Ουάσινγκτον μπορεί να συγκεντρώσει πραγματικά τις δυνάμεις της ή αν η πολυδιάστατη πίεση θα μετατρέψει τη θεωρητική «συγκέντρωση» σε νέο κύκλο υπερεπέκτασης και στρατηγικής ασυνέπειας.
www.bankingnews.gr
Αυτή η στρατηγική δεν επικεντρώνεται τόσο στην ιδεολογική κυριαρχία όσο στην προσεκτικά υπολογισμένη ικανότητα διακοπής και άρνησης σε κρίσιμους γεωπολιτικούς τομείς, δείχνοντας μια πιο ρεαλιστική και σφαιρική προσέγγιση στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα.
Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2026 αναφέρεται ρητά στον όρο «άρνηση» τρεις φορές, επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ θα εμποδίσουν ανταγωνιστές εκτός Δυτικού Ημισφαιρίου από το να τοποθετήσουν δυνάμεις ή κρίσιμες υποδομές στην περιοχή, ενώ παράλληλα θα αναπτύξουν στρατιωτική ικανότητα για να αποτρέψουν επιθετικότητα στην Πρώτη Αλυσίδα Νήσων και να εξασφαλίσουν την άμυνα της Ταϊβάν.

Σφαίρες άρνησης
Η έννοια της σφαίρας άρνησης (sphere of denial) καθίσταται κεντρικό σημείο της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Trump, αντικατοπτρίζοντας την πρόθεση της Ουάσινγκτον να περιορίσει τις επιλογές αντιπάλων μέσω στρατηγικών εμποδίων αντί για παρατεταμένες στρατιωτικές επεμβάσεις.
Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει μια ρεαλιστική αναθεώρηση της αμερικανικής υπερεπέκτασης, που διαμορφώθηκε από δύο δεκαετίες διαχείρισης ασαφών στόχων στη Μέση Ανατολή, ενώ η Κίνα ενισχύει τη στρατηγική της επιρροή σε κομβικές περιοχές: από τη Λατινική Αμερική και τις χώρες BRICS μέχρι την Αρκτική και την Αφρική.
Ταυτόχρονα, η Κίνα επιδιώκει κυριαρχία στις αλυσίδες σπάνιων γαιών και κρίσιμων τεχνολογικών υποδομών, ενώ η Ρωσία αποκαθιστά στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Αρκτική και ενισχύει τις διεκδικήσεις της σε θαλάσσιες περιοχές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιδίωξη των ΗΠΑ να ελέγξουν πόρους όπως το πετρέλαιο της Βενεζουέλας ή ακόμα και η προσάρτηση της Γροιλανδίας σηματοδοτεί μια αποφασιστική αναδιάταξη της στρατηγικής θέσης της Ουάσινγκτον.

Η στρατηγική των ΗΠΑ κρύβει κινδύνους
Η στρατηγική άρνησης λειτουργεί με ανατροπή της κατάστασης όπως ήταν και τη δημιουργία εμποδίων που περιορίζουν τις επιλογές Κίνας και Ρωσίας.
Η άρνηση πρόσβασης σε κρίσιμες περιοχές, τεχνολογίες και υποδομές δεν απαιτεί απαραίτητα άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Αντίθετα, η Ουάσινγκτον αξιοποιεί αδυναμίες σε τεχνολογικά συστήματα, οικονομικές αλυσίδες, υποδομές διαστήματος και ακόμη και στο διεθνές δίκαιο, δημιουργώντας έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό περιορισμού της ισχύος των αντιπάλων.
Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής φέρει τον κίνδυνο της διάβρωσης της εμπιστοσύνης στο διεθνές σύστημα, ήδη κατακερματισμένο από τη διασύνδεση των οικονομιών και την απώλεια κοινού οράματος για διεθνείς κανόνες.
Η παράκαμψη των υφιστάμενων κανόνων και συμφωνιών, η παραγκώνιση ή η πίεση στους συμμάχους και η αποδυνάμωση της πολυμερούς συνεργασίας μπορεί να μειώσει τη διάθεση συμμόρφωσης και αλληλεγγύης, βάσεις στις οποίες οι ΗΠΑ στηρίζουν την προβολή ισχύος τους.
Η στρατηγική άρνησης συνοδεύεται από ένα υπονοούμενο διπλωματικό μήνυμα: κάθε κίνηση που περιορίζει τους αντιπάλους καταγράφεται ως «prendre acte» — μια διακριτική προειδοποίηση ότι οι επόμενες ενέργειες θα αξιολογηθούν και θα ανταποκριθούν ανάλογα.

Ρεαλισμός Θουκυδίδη και ηθική διπλωματία
Ο κανόνας του Θουκυδίδη πως «το ισχυρό κάνει ό,τι μπορεί και το αδύναμο υπομένει ό,τι πρέπει» βρίσκει νέα έκφραση στις δημόσιες δηλώσεις του Stephen Miller, ανώτατου συμβούλου της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η αναφορά στη δύναμη ως «σιδηροδέσμια νομοτέλεια» του κόσμου αντικατοπτρίζει τον σκληρό ρεαλισμό της αμερικανικής στρατηγικής, η οποία θεωρεί την ισχύ και την αποτροπή ως κεντρικά εργαλεία στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα.
Η Κίνα, με την ανάπτυξη της ναυτικής ισχύος, της ψηφιακής υποδομής και των κρίσιμων τεχνολογιών (ημιαγωγοί, τεχνητή νοημοσύνη, δορυφορικά δίκτυα), παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή πρόκληση για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Στον αντίποδα, η εξάρτηση της Ευρώπης από ρωσική ενέργεια και η τεχνολογική της αλληλεξάρτηση περιορίζουν την αυτονομία της.
Η Αρκτική, και ειδικότερα η Γροιλανδία, έχει μετατραπεί σε πεδίο στρατηγικής αντιπαράθεσης, με την Ουάσινγκτον να διεκδικεί κυριαρχία για στρατιωτικούς, τεχνολογικούς και εμπορικούς λόγους.

Η μεγάλη στρατηγική της «συγκέντρωσης δυνάμεων»
Ο A. Wess Mitchell περιγράφει την εξωτερική πολιτική Trump ως στρατηγική «συγκέντρωσης» (consolidation).
Η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη μείωση δεσμεύσεων σε δευτερεύοντες χώρους, τη μεταβίβαση ευθυνών στους συμμάχους, την ενίσχυση του Δυτικού Ημισφαιρίου και την επανεκβιομηχάνιση των ΗΠΑ.
Οι πέντε πυλώνες αυτής της στρατηγικής είναι:
1. Νέο δόγμα Monroe: Κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο
2. Διαχείριση συνύπαρξης με Κίνα.
3. Μεταβίβαση ευθυνών στην Ευρώπη.
4. Μείωση δεσμεύσεων στη Μέση Ανατολή.
5. Οικονομική αναζωογόνηση στο εσωτερικό.
Παρά τη θεωρητική συνοχή, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής αντιμετωπίζει τρεις κρίσιμες πιέσεις: από τη βιομηχανία άμυνας, τις τεχνολογικές εταιρείες (Big Tech) και τα ισραηλινά συμφέροντα.
Η πίεση για διαρκή στρατιωτική ανάπτυξη, η επιδίωξη τεχνολογικής κυριαρχίας και οι ισραηλινές απαιτήσεις για αντιπαράθεση με το Ιράν δημιουργούν διαρκείς εσωτερικές αντιφάσεις που καθιστούν δύσκολη την πειθαρχημένη εφαρμογή της στρατηγικής «συγκέντρωσης».
Η προσπάθεια ανάθεσης της ευθύνης για την ασφάλεια της Ευρώπης στους Ευρωπαίους, ενώ παράλληλα η Ουάσινγκτον ασκεί πίεση για Γροιλανδία και Αρκτική, ενδέχεται να υπονομεύσει τη Νατοϊκή συνοχή και να ωθήσει την Ευρώπη προς μια πιο συνεργατική σχέση με τη Ρωσία.
Ομοίως, η προσπάθεια περιορισμού της παρουσίας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή συγκρούεται με τις απαιτήσεις του Ισραήλ και του αμερικανικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος.

Εσωτερική πολιτική και στρατηγική ασυνέπεια
Η πολυδιάστατη πίεση που ασκούν οι διάφοροι εσωτερικοί παράγοντες καθιστά την εκτέλεση της στρατηγικής συγκέντρωσης ιδιαίτερα δύσκολη.
Η Ουάσινγκτον εμφανίζεται ταυτόχρονα υπερεκτεταμένη και παραλυμένη, με το ένα χέρι να επιχειρεί περιορισμό δεσμεύσεων και το άλλο να ανοίγει νέες αντιπαραθέσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα μωσαϊκό αυθόρμητων παρεμβάσεων, αντί μιας συνεκτικής, πειθαρχημένης στρατηγικής, αυξάνοντας τον κίνδυνο στρατηγικής αποτυχίας παρά την αρχική ορθολογικότητα της «συγκέντρωσης».
Η στρατηγική των ΗΠΑ υπό την Trump αποδεικνύει ότι σε ένα πολυπολικό και ανταγωνιστικό κόσμο, η ισχύς, η αποτροπή και η άρνηση πρόσβασης σε κρίσιμους τομείς αποτελούν κεντρικά εργαλεία επιρροής.
Ωστόσο, οι εσωτερικές αντιφάσεις, η πίεση από την αμυντική βιομηχανία, η επιδίωξη τεχνολογικής κυριαρχίας και οι πιέσεις από συμμάχους όπως το Ισραήλ περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής συγκέντρωσης.
Η εφαρμογή της στρατηγικής άρνησης μπορεί να προσφέρει σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά ταυτόχρονα ενέχει κινδύνους διάβρωσης των διεθνών κανόνων και της εμπιστοσύνης μεταξύ συμμάχων, γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει μακροπρόθεσμα την ηγεμονία των ΗΠΑ.
Η αμερικανική στρατηγική σήμερα είναι επομένως ένα δίκοπο μαχαίρι ικανό να δημιουργήσει διακριτά πλεονεκτήματα, αλλά και να ενισχύσει τις αβεβαιότητες και τις αντιφάσεις της ίδιας της υπερδύναμης.
Η επόμενη δεκαετία θα δείξει αν η Ουάσινγκτον μπορεί να συγκεντρώσει πραγματικά τις δυνάμεις της ή αν η πολυδιάστατη πίεση θα μετατρέψει τη θεωρητική «συγκέντρωση» σε νέο κύκλο υπερεπέκτασης και στρατηγικής ασυνέπειας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών