Γιατί η αναβάθμιση από τον MSCI μπορεί να αποδειχθεί παγίδα για την ελληνική αγορά
Η ανακοίνωση του MSCI για την έναρξη διαβούλευσης σχετικά με την ενδεχόμενη αναβάθμιση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά, με πιθανή εφαρμογή τον Αύγουστο του 2026, υποδέχθηκε από μεγάλο μέρος της αγοράς σχεδόν πανηγυρικά.
Ωστόσο, η JP Morgan έρχεται να προσγειώσει τους επενδυτές, προειδοποιώντας ότι η αναβάθμιση αυτή όχι μόνο δεν εγγυάται εισροές, αλλά ενδέχεται να λειτουργήσει σε βάρος της συνολικής υγείας του ελληνικού χρηματιστηρίου.
Στην ουσία, η αμερικανική τράπεζα υποστηρίζει ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να «αναβαθμιστεί» τυπικά, αλλά να υποβαθμιστεί ουσιαστικά στα μάτια των διεθνών επενδυτών.
Μικρή αγορά
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της JP Morgan, η Ελλάδα θα ενταχθεί στον MSCI Europe με μόλις πέντε μετοχές, έναντι οκτώ σήμερα στον δείκτη αναδυόμενων αγορών. Το ειδικό βάρος της χώρας θα περιοριστεί στις 37 μονάδες βάσης, καθιστώντας την δεύτερη μικρότερη αγορά του δείκτη – μεγαλύτερη μόνο από την Πορτογαλία και μικρότερη από χώρες όπως η Ιρλανδία και η Αυστρία.
Η πτώση είναι εντυπωσιακή: από άνω του 4% στον MSCI EMEA EM σε λιγότερο από 40 bps στον MSCI Europe και μόλις 6 bps στον MSCI World. Με απλά λόγια, η Ελλάδα από «ορατή» αγορά μετατρέπεται σε στατιστική υποσημείωση.
Λιγότερη προσοχή, λιγότερη έρευνα, λιγότερο χρήμα
Η JP Morgan προειδοποιεί ότι αυτή η δραστική μείωση βαρύτητας θα έχει άμεσες επιπτώσεις:
- λιγότερο ενδιαφέρον από επενδυτές,
- υποβάθμιση της αναλυτικής κάλυψης,
- λιγότερες εκθέσεις και χαμηλότερη ποιότητα έρευνας.
Η μετατόπιση από μια επενδυτική βάση αναδυόμενων αγορών, που εστιάζει σε χώρες, σε μια πανευρωπαϊκή βάση ανεπτυγμένων αγορών, που λειτουργεί αυστηρά με κλαδικά κριτήρια, αφήνει τις ελληνικές μετοχές εκτεθειμένες. Καμία ελληνική εισηγμένη δεν είναι «παίκτης πρώτης γραμμής» στον ευρωπαϊκό της κλάδο.
Χαρακτηριστικά αναφέρει την Εθνική Τράπεζα, η οποία από τη μεγαλύτερη ελληνική μετοχή, θα είναι μόλις η 58η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική στον MSCI Europe.
Η ΔΕΗ θα συγκαταλέγεται στις μικρότερες εταιρείες κοινής ωφέλειας της Ευρώπης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν ανταγωνίζεται τη Γερμανία ή τη Γαλλία, αλλά παλεύει απλώς να μην αγνοηθεί.
Αναβάθμιση με… καθαρές εκροές
Το πιο ενοχλητικό – αλλά και πιο αποκαλυπτικό – στοιχείο της ανάλυσης της JP Morgan είναι ότι η αναβάθμιση συνοδεύεται από καθαρές εκροές περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Η αιτία είναι καθαρά μηχανική. Οι μετοχές που εξέρχονται από τον MSCI EM υφίστανται εκροές περίπου 8% της κεφαλαιοποίησής τους, ενώ οι μετοχές που εισέρχονται στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών προσελκύουν σαφώς μικρότερες εισροές, της τάξης των 75–100 μονάδων βάσης.
Το αποτέλεσμα είναι αρνητικό ισοζύγιο, παρά τις προσδοκίες περί «χρυσής βροχής» κεφαλαίων.
Ακόμη και στο θετικό σενάριο, όπου η ΟΠΑΠ καταφέρνει να περάσει το κατώφλι ένταξης, οι εκροές απλώς περιορίζονται – δεν εξαφανίζονται.
Το μάθημα του 2001 που η αγορά αγνοεί
Η JP Morgan υπενθυμίζει κάτι που η ελληνική αγορά δείχνει να έχει ξεχάσει:
το 2001, όταν η Ελλάδα είχε αναβαθμιστεί σε ανεπτυγμένη αγορά, το ενδιαφέρον των επενδυτών κατέρρευσε.
Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο… έχει σήμερα η Ελλάδα κάτι που δεν είχε τότε; Μπορεί πραγματικά να κερδίσει περισσότερο ενδιαφέρον από αγορές όπως η Νορβηγία, η Αυστρία ή η Ιρλανδία;
Η απάντηση της ίδιας της JP Morgan είναι αποστομωτική. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική της ομάδα, τα ερωτήματα που δέχθηκαν τον τελευταίο χρόνο για τις αγορές της Νορβηγίας, της Ιρλανδίας, της Αυστρίας και της Πορτογαλίας ήταν λιγότερα από πέντε συνολικά.
Η άβολη αλήθεια
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι οι επενδυτές αναδυόμενων αγορών θέλουν την Ελλάδα να παραμείνει στον MSCI EM, διατηρώντας overweight θέσεις, ενώ – μέχρι στιγμής – κανένας σοβαρός επενδυτής ανεπτυγμένων αγορών δεν έχει ζητήσει ενεργά την προσθήκη της Ελλάδας στους δείκτες DM.
Η JP Morgan, σε αντίθεση με το κυρίαρχο αφήγημα εντός Ελλάδας, λέει το προφανές. Ότι η αν η χώρα βρεθεί σε έναν δείκτη όπου δεν έχει μέγεθος, βάθος και βαρύτητα, τότε η «αναβάθμιση» μετατρέπεται σε στρατηγικό λάθος.
www.bankingnews.gr
Ωστόσο, η JP Morgan έρχεται να προσγειώσει τους επενδυτές, προειδοποιώντας ότι η αναβάθμιση αυτή όχι μόνο δεν εγγυάται εισροές, αλλά ενδέχεται να λειτουργήσει σε βάρος της συνολικής υγείας του ελληνικού χρηματιστηρίου.
Στην ουσία, η αμερικανική τράπεζα υποστηρίζει ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να «αναβαθμιστεί» τυπικά, αλλά να υποβαθμιστεί ουσιαστικά στα μάτια των διεθνών επενδυτών.
Μικρή αγορά
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της JP Morgan, η Ελλάδα θα ενταχθεί στον MSCI Europe με μόλις πέντε μετοχές, έναντι οκτώ σήμερα στον δείκτη αναδυόμενων αγορών. Το ειδικό βάρος της χώρας θα περιοριστεί στις 37 μονάδες βάσης, καθιστώντας την δεύτερη μικρότερη αγορά του δείκτη – μεγαλύτερη μόνο από την Πορτογαλία και μικρότερη από χώρες όπως η Ιρλανδία και η Αυστρία.
Η πτώση είναι εντυπωσιακή: από άνω του 4% στον MSCI EMEA EM σε λιγότερο από 40 bps στον MSCI Europe και μόλις 6 bps στον MSCI World. Με απλά λόγια, η Ελλάδα από «ορατή» αγορά μετατρέπεται σε στατιστική υποσημείωση.
Λιγότερη προσοχή, λιγότερη έρευνα, λιγότερο χρήμα
Η JP Morgan προειδοποιεί ότι αυτή η δραστική μείωση βαρύτητας θα έχει άμεσες επιπτώσεις:
- λιγότερο ενδιαφέρον από επενδυτές,
- υποβάθμιση της αναλυτικής κάλυψης,
- λιγότερες εκθέσεις και χαμηλότερη ποιότητα έρευνας.
Η μετατόπιση από μια επενδυτική βάση αναδυόμενων αγορών, που εστιάζει σε χώρες, σε μια πανευρωπαϊκή βάση ανεπτυγμένων αγορών, που λειτουργεί αυστηρά με κλαδικά κριτήρια, αφήνει τις ελληνικές μετοχές εκτεθειμένες. Καμία ελληνική εισηγμένη δεν είναι «παίκτης πρώτης γραμμής» στον ευρωπαϊκό της κλάδο.
Χαρακτηριστικά αναφέρει την Εθνική Τράπεζα, η οποία από τη μεγαλύτερη ελληνική μετοχή, θα είναι μόλις η 58η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική στον MSCI Europe.
Η ΔΕΗ θα συγκαταλέγεται στις μικρότερες εταιρείες κοινής ωφέλειας της Ευρώπης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν ανταγωνίζεται τη Γερμανία ή τη Γαλλία, αλλά παλεύει απλώς να μην αγνοηθεί.
Αναβάθμιση με… καθαρές εκροές
Το πιο ενοχλητικό – αλλά και πιο αποκαλυπτικό – στοιχείο της ανάλυσης της JP Morgan είναι ότι η αναβάθμιση συνοδεύεται από καθαρές εκροές περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Η αιτία είναι καθαρά μηχανική. Οι μετοχές που εξέρχονται από τον MSCI EM υφίστανται εκροές περίπου 8% της κεφαλαιοποίησής τους, ενώ οι μετοχές που εισέρχονται στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών προσελκύουν σαφώς μικρότερες εισροές, της τάξης των 75–100 μονάδων βάσης.
Το αποτέλεσμα είναι αρνητικό ισοζύγιο, παρά τις προσδοκίες περί «χρυσής βροχής» κεφαλαίων.
Ακόμη και στο θετικό σενάριο, όπου η ΟΠΑΠ καταφέρνει να περάσει το κατώφλι ένταξης, οι εκροές απλώς περιορίζονται – δεν εξαφανίζονται.
Το μάθημα του 2001 που η αγορά αγνοεί
Η JP Morgan υπενθυμίζει κάτι που η ελληνική αγορά δείχνει να έχει ξεχάσει:
το 2001, όταν η Ελλάδα είχε αναβαθμιστεί σε ανεπτυγμένη αγορά, το ενδιαφέρον των επενδυτών κατέρρευσε.
Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο… έχει σήμερα η Ελλάδα κάτι που δεν είχε τότε; Μπορεί πραγματικά να κερδίσει περισσότερο ενδιαφέρον από αγορές όπως η Νορβηγία, η Αυστρία ή η Ιρλανδία;
Η απάντηση της ίδιας της JP Morgan είναι αποστομωτική. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική της ομάδα, τα ερωτήματα που δέχθηκαν τον τελευταίο χρόνο για τις αγορές της Νορβηγίας, της Ιρλανδίας, της Αυστρίας και της Πορτογαλίας ήταν λιγότερα από πέντε συνολικά.
Η άβολη αλήθεια
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι οι επενδυτές αναδυόμενων αγορών θέλουν την Ελλάδα να παραμείνει στον MSCI EM, διατηρώντας overweight θέσεις, ενώ – μέχρι στιγμής – κανένας σοβαρός επενδυτής ανεπτυγμένων αγορών δεν έχει ζητήσει ενεργά την προσθήκη της Ελλάδας στους δείκτες DM.
Η JP Morgan, σε αντίθεση με το κυρίαρχο αφήγημα εντός Ελλάδας, λέει το προφανές. Ότι η αν η χώρα βρεθεί σε έναν δείκτη όπου δεν έχει μέγεθος, βάθος και βαρύτητα, τότε η «αναβάθμιση» μετατρέπεται σε στρατηγικό λάθος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών