Τελευταία Νέα
Νομικό Βήμα

Δάνεια σε ελβετικό φράγκο - Προκαταρκτική εξέταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Οι επιπτώσεις στην ελληνική ρύθμιση

Δάνεια σε ελβετικό φράγκο - Προκαταρκτική εξέταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Οι επιπτώσεις στην ελληνική ρύθμιση

Γράφει η Κωνσταντίνα Λεκκάκου, Δικηγόρος - Τραπεζική Διαμεσολαβήτρια
Δικηγορικά γραφεία «Λεκκάκου & Συνεργάτες»

Lekakou_konstantina_04a_81.jpgΗ αποδοχή αναφοράς Ελλήνων δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο από την Επιτροπή Αναφορών (PETI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με παραπομπή για προκαταρκτική εξέταση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Φεβρουάριος 2026), αναδεικνύει εκ νέου τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής νομοθετικής αντιμετώπισης του ζητήματος (Άρθρο 128 του ν. 5264/2025 και η  συμβατότητά του με το ενωσιακό δίκαιο υπό το πρίσμα της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και της νομολογίας του ΔΕΕ).

1. Δομική ανισορροπία

Τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο (CHF) χορηγήθηκαν ευρέως στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2006-2009, σε ένα περιβάλλον ιστορικά χαμηλών επιτοκίων LIBOR CHF και φαινομενικής σταθερότητας της ισοτιμίας EUR/CHF, η οποία κυμαινόταν πέριξ του 1,55-1,60. Η χορήγηση πραγματοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία αντλούσαν ρευστότητα σε CHF μέσω διατραπεζικών συμβάσεων ανταλλαγής (currency swaps), αντισταθμίζοντας πρακτικά τον δικό τους συναλλαγματικό κίνδυνο, ενώ τον μετακύλιαν πλήρως στους δανειολήπτες.
Η ανατροπή ήλθε σταδιακά, μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, και με τρόπο δραματικό τον Ιανουάριο 2015, όταν η Ελβετική Εθνική Τράπεζα (SNB) κατάργησε το κατώτατο όριο ισοτιμίας 1,20 CHF/EUR. Η ισοτιμία υποχώρησε στιγμιαία κάτω του 1,00, ενώ σταθεροποιήθηκε μακροπρόθεσμα σε επίπεδα 0,93-0,98. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του πραγματικού κεφαλαίου αποπληρωμής κατά 40-70% σε σχέση με το αρχικό ισοδύναμο σε ευρώ, ακόμη και για δανειολήπτες που εκπλήρωναν απρόσκοπτα τις υποχρεώσεις τους.
Η κατάσταση αυτή δημιούργησε ένα δομικό οικονομικό παράδοξο: ο εντοκισμός με χαμηλότερο επιτόκιο (LIBOR CHF) δεν αντιστάθμισε τη συναλλαγματική ζημία, με αποτέλεσμα η πραγματική χρηματοοικονομική επιβάρυνση πολλών δανειοληπτών να υπερβαίνει εκείνη αντίστοιχου δανείου σε ευρώ. Η ασυμμετρία πληροφόρησης κατά τη σύναψη, σε συνδυασμό με την απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών αντιστάθμισης για τον καταναλωτή, θέτει ζήτημα, τόσο συμβατικής δικαιοσύνης, όσο και συστημικής αποτυχίας εποπτείας.

2. Η νομοθετική ρύθμιση του ν. 5264/2025

2.1 Βασικά χαρακτηριστικά του μηχανισμού

Το άρθρο 128 του ν. 5264/2025 εισάγει ειδικό μηχανισμό ρύθμισης για δάνεια σε ελβετικό φράγκο, που τελούν σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών. Οι οφειλέτες εντάσσονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό του ν. 4738/2020 με δύο καίριες ιδιαιτερότητες: 

  • πρώτον, τεκμαίρεται η συναίνεση του συνόλου των πιστωτών (περιλαμβανομένων Δημοσίου και φορέων κοινωνικής ασφάλισης) στην αντιπρόταση ρύθμισης, και
  • δεύτερον, κατά τη ρύθμιση, η οφειλή μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την τρέχουσα ισοτιμία κατά τον χρόνο ρύθμισης.

2.2 Βασικές αντιρρήσεις

Η μετατροπή βάσει τρέχουσας ισοτιμίας αποτελεί τον κυρίαρχο λόγο ένστασης. Δεδομένου ότι η ισοτιμία EUR/CHF, κατά τον χρόνο ρύθμισης, αντανακλά ήδη τη σωρευτική ανατίμηση του φράγκου, η μετατροπή παγιώνει de facto το σύνολο της συναλλαγματικής ζημίας στον δανειολήπτη. Πρακτικά, ένας οφειλέτης που εκταμίευσε 100.000 EUR σε CHF με ισοτιμία 1,58 (εκταμίευση περίπου 158.000 CHF) και αποπληρώνει σε ισοτιμία περίπου 0,95, αντιμετωπίζει υπόλοιπο μετατρεπόμενο σε ευρώ σημαντικά υψηλότερο του αρχικού κεφαλαίου, παρά τις πολυετείς αποπληρωμές.
Επιπροσθέτως, η ένταξη στη ρύθμιση συνεπάγεται κατ' ουσίαν αποδοχή της νέας οφειλής, περιορίζοντας τη δυνατότητα μεταγενέστερων δικαστικών διεκδικήσεων. Οι δανειολήπτες βρίσκονται προ ενός ψευδοδιλήμματος: η αποδοχή μιας ρύθμισης που δεν θεραπεύει τη θεμελιώδη αδικία ή η συνέχιση μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων, με την ελπίδα νομολογιακής ευθυγράμμισης προς τη σταθερή πρακτική του ΔΕΕ.

3. Η προκαταρκτική εξέταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

3.1 Η διαδικασία της αναφοράς

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Επιτροπή Αναφορών (PETI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποδέχθηκε ως παραδεκτή την αναφορά  Ελλήνων δανειοληπτών σε CHF, επικαλούμενοι πιθανή παραβίαση του ενωσιακού δικαίου από τη ρύθμιση του ν. 5264/2025. Η αναφορά παραπέμφθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) για προκαταρκτική εξέταση, καθώς και στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές οικονομικής πολιτικής (ECON) και προστασίας καταναλωτών (IMCO).
Η κρίση του παραδεκτού δεν προδικάζει την ουσία. Ωστόσο, αποτελεί ιδιαιτέρως σημαντικό θεσμικό βήμα, καθώς ενεργοποιεί τη διαδικασία, κατά την οποία η Κομισιόν δύναται, εφόσον διαπιστώσει παράβαση, να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει (infringement procedure) κατά του ελληνικού κράτους βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.

3.2 Τα ενωσιακά ερείσματα

Στον πυρήνα της νομικής αξιολόγησης βρίσκεται η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ περί καταχρηστικών ρητρών, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΔΕΕ. Οι κρίσιμες νομολογιακές αρχές περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Andriciuc κατά Banca Romaneasca (C-186/16): Η υποχρέωση διαφάνειαςεπιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα να ενημερώνει τον καταναλωτή για τις πιθανές διακυμάνσεις της ισοτιμίας και τον αντίκτυπό τους στο σύνολο της αποπληρωμής, ώστε αυτός να μπορεί να αξιολογήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες.
  • Dziubak κατά Raiffeisen Bank (C-260/18): Σε περίπτωση αναγνώρισης καταχρηστικότητας ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου,η σύμβαση δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς αυτήν, εφόσον η κατάργηση μεταβάλλει ουσιωδώς τη φύση της, ανοίγοντας τον δρόμο για ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης.
  • Banco Santander (C-96/16 και C-94/17): Τα κράτη-μέλη δεν δύνανται να θεσπίζουν εθνικές ρυθμίσεις, οι οποίες καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η Οδηγία στους καταναλωτές (αρχή αποτελεσματικότητας).

Υπό αυτό το πρίσμα, η ρύθμιση του ν. 5264/2025 ενδέχεται να κριθεί μη συμβατή κατά δύο άξονες: αφενός, η μετατροπή με τρέχουσα ισοτιμία δεν αίρει τις συνέπειες πιθανώς καταχρηστικής ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου και αφετέρου, η σύνδεση της ρύθμισης με εν τοις πράγμασι παραίτηση από δικαστική προστασία εγείρει ζήτημα παραβίασης της αρχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

4. Ευρωπαϊκή συγκριτική επισκόπηση

Η αντιμετώπιση του ζητήματος σε άλλα κράτη-μέλη αναδεικνύει εναλλακτικές ρυθμιστικές προσεγγίσεις, κατά κανόνα ριζικότερες από την ελληνική:

Ουγγαρία: Ο νόμος XXXVIII/2014 επέβαλε υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των δανείων σε εγχώριο νόμισμα (HUF) με ισοτιμία αναφοράς καθορισμένη από την Κεντρική Τράπεζα, ουσιαστικά απορροφώντας τη συναλλαγματική ζημία. Η ρύθμιση κρίθηκε συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο.

Πολωνία: Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ευθυγράμμιση με τη νομολογία ΔΕΕ (υπόθεση Dziubak), οδήγησε σε μαζικές ακυρώσεις ρητρών ή ολόκληρων συμβάσεων, με αναδρομική μετατροπή σε εγχώριο νόμισμα με ισοτιμία εκταμίευσης. Η τραπεζική έκθεση εκτιμήθηκε πέριξ των 30 δισ. PLN.

Κροατία: Νομοθετική ρύθμιση του 2015 επέβαλε αναδρομική μετατροπή δανείων CHF σε ευρώ, με ισοτιμία εκταμίευσης και αντικατάσταση του LIBOR CHF από EURIBOR. Η Κροατία εφάρμοσε τη ρύθμιση, ακόμη πριν από την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ.

Η ελληνική ρύθμιση υπολείπεται ποιοτικά των ανωτέρω προσεγγίσεων, καθότι δεν προβλέπει ούτε αναδρομικό επανυπολογισμό με ισοτιμία εκταμίευσης, ούτε οριζόντιο μηχανισμό διόρθωσης, αλλά εξαρτά τη ρύθμιση από εθελοντική ένταξη, τρέχουσα ισοτιμία και εν τοις πράγμασι παραίτηση δικαιωμάτων.

5. Προτάσεις πολιτικής για ουσιαστική διευθέτηση

Η εξέλιξη σε ευρωπαϊκό θεσμικό επίπεδο καθιστά πλέον επιτακτική την αναθεώρηση της ελληνικής προσέγγισης. Επαναλαμβάνουμε και εμπλουτίζουμε τις θέσεις, που έχουμε διατυπώσει σε προγενέστερο χρόνο, θεωρώντας ότι η ευρωπαϊκή διάσταση τις ενισχύει ουσιωδώς:

5.1 Νομοθετική καθιέρωση «κόφτη» ισοτιμίας

Προτείνεται η θέσπιση ανώτατου ορίου συναλλαγματικής επιβάρυνσης της τάξεως του 10-20% της αρχικής ισοτιμίας εκταμίευσης, εφαρμοζόμενου οριζοντίως στο σύνολο των δανειοληπτών, ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων. Η λογική αυτή βρίσκει ερείσματα, τόσο στην αρχή της αναλογικότητας (ο δανειολήπτης φέρει εύλογο, αλλά μη δυσανάλογο μερίδιο κινδύνου), όσο και στην πρακτική που εφάρμοσαν κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία. Ο μηχανισμός αυτός θα δημιουργούσε ασφάλεια δικαίου, θα μείωνε δραστικά τον δικαστικό φόρτο και θα εξασφάλιζε κατ' αρχήν συμβατότητα με τις αρχές της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

5.2 Αναδρομικός επανυπολογισμός με ισοτιμία εκταμίευσης

Η μετατροπή του υπολοίπου σε ευρώ θα πρέπει να γίνεται με την ισοτιμία της ημέρας εκταμίευσης, με ταυτόχρονο συμψηφισμό (αφαίρεση) των επιπλέον ποσών που καταβλήθηκαν, λόγω της συναλλαγματικής μεταβολής. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε ρητά στην Κροατία, ενώ στην Πολωνία εφαρμόζεται μέσω νομολογιακής οδού. Δεν πρόκειται για «χαριστική» μεταχείριση, αλλά για αποκατάσταση της συμβατικής ισορροπίας, σύμφωνα με τις αρχές που το ίδιο το ΔΕΕ έχει διαμορφώσει: εφόσον η ρήτρα συναλλαγματικού κινδύνου κριθεί καταχρηστική, οι συνέπειές της πρέπει να αρθούν πλήρως και όχι να παγιώνονται μέσω νομοθετικής ρύθμισης.

5.3 Διαχωρισμός συμβατικής και κοινωνικής προστασίας

Η σύνδεση εισοδηματικών κριτηρίων με το δικαίωμα αποκατάστασης της συμβατικής αδικίας αποτελεί εννοιολογικό σφάλμα. Τα εισοδηματικά κριτήρια πρέπει να αφορούν αποκλειστικά επιπλέον ελαφρύνσεις υπέρ ευάλωτων ομάδων (π.χ. μειωμένο επιτόκιο, επιμήκυνση αποπληρωμής, μερική διαγραφή τόκων υπερημερίας) και όχι την πρόσβαση στη θεμελιώδη αποκατάσταση. Η ρήτρα συναλλαγματικού κινδύνου, εφόσον υπήρξε καταχρηστική, ήταν καταχρηστική για κάθε δανειολήπτη, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Η αρχή αυτή απορρέει ευθέως από τη νομολογία ΔΕΕ, κατά την οποία η αναγνώριση καταχρηστικότητας αφορά τον αντικειμενικό χαρακτήρα της ρήτρας και όχι την υποκειμενική οικονομική κατάσταση του αντισυμβαλλομένου.

6. Ευρωπαϊκή εξέλιξη και πιθανά σενάρια

Η αποδοχή της αναφοράς και η παραπομπή στην Κομισιόν δεν ισοδυναμεί με καταδίκη. Εντούτοις, ενεργοποιεί μια θεσμική αλυσίδα με τρία πιθανά σενάρια:

Σενάριο Α - Αρχειοθέτηση: Η Κομισιόν κρίνει ότι η ρύθμιση εμπίπτει στο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του κράτους-μέλους. Πιθανότητα χαμηλή, δεδομένης της πάγιας νομολογίας ΔΕΕ.

Σενάριο Β - Σύσταση τροποποίησης: Η Κομισιόν ζητά ρυθμιστικές τροποποιήσεις, χωρίς να εκκινήσει τυπική διαδικασία παράβασης. Πρόκειται για το πλέον πιθανό σενάριο, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική σε ζητήματα ενσωμάτωσης οδηγιών.

Σενάριο Γ - Διαδικασία επί παραβάσει: Η Κομισιόν κινεί τη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η οποία δύναται να καταλήξει σε παραπομπή στο ΔΕΕ. Σενάριο με χαμηλότερη, αλλά μη αμελητέα πιθανότητα, ιδιαιτέρως αν η ελληνική πλευρά δεν επιδείξει μεταρρυθμιστική βούληση.

Ανεξαρτήτως σεναρίου, η πολιτική σημασία της εξέλιξης είναι καθοριστική: η ελληνική ρύθμιση τίθεται υπό ευρωπαϊκό μικροσκόπιο σε μια στιγμή κατά την οποία η ενωσιακή νομολογία για τα δάνεια σε ξένο νόμισμα είναι πλέον πλήρως διαμορφωμένη και σταθερά υπέρ του αδύναμου μέρους.
Η αποδοχή της αναφοράς από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λειτουργεί ως καταλύτης θεσμικής πίεσης. Δεν δημιουργεί αυτοτελώς νέα δικαιώματα, αλλά υπενθυμίζει ότι η εθνική νομοθεσία δεν δύναται να αποκλίνει από τα ελάχιστα πρότυπα προστασίας, που θέτουν η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και η σχετική νομολογία. Η ελληνική Πολιτεία καλείται πλέον να επιλέξει μεταξύ προληπτικής προσαρμογής της ρύθμισης - ενσωματώνοντας στοιχεία αναδρομικού επανυπολογισμού, οριζόντιας εφαρμογής και σεβασμού του δικαιώματος δικαστικής προστασίας - ή αντιμετώπισης μιας πιθανής ευρωπαϊκής εμπλοκής υπό δυσμενέστερους όρους.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης