Τελευταία Νέα
Οικονομία

Η σκληρή αλήθεια για τα ματωμένα Ελληνικά πλεονάσματα – Φορολογική αδικία, εκτόξευση ανισοτήτων και στήριξη από κατανάλωση, όχι παραγωγή

Η σκληρή αλήθεια για τα ματωμένα Ελληνικά πλεονάσματα   – Φορολογική αδικία, εκτόξευση ανισοτήτων και στήριξη από κατανάλωση, όχι παραγωγή
Το ΔΝΤ καταγράφει μια πραγματική θεσμική επιτυχία της ένταξης της «φαιάς» οικονομίας στην πραγματική φορολογική βάση. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι ότι η δημοσιονομική ανάκαμψη δεν μεταφράστηκε και σε παραγωγική και κοινωνική σύγκλιση
Πρόσφατη ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ελληνική φορολογική διοίκηση περιγράφει έναν πραγματικό μετασχηματισμό, εξιδανικεύοντας όμως την σκληρή πραγματική εικόνα που βιώνουν οι πολίτες.
Τα καλά νέα: Η Ελλάδα, από μια χώρα με περιορισμένη φορολογική συμμόρφωση, αδύναμους ελεγκτικούς μηχανισμούς και έντονη πολιτική επιρροή στη φορολογική διοίκηση, διαθέτει σήμερα έναν πολύ πιο σύγχρονο και αποτελεσματικό μηχανισμό είσπραξης φόρων.
Η δημιουργία της ΑΑΔΕ, η οργανωτική αυτονομία της φορολογικής διοίκησης, η ψηφιοποίηση των συναλλαγών, το myDATA, η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών και η αξιοποίηση δεδομένων έχουν αλλάξει ουσιαστικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί ο φορολογούμενος.
Το ίδιο το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι το 2025 ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ είχε φθάσει στο 28%, έναντι 20,5% το 2009.
Η επιτυχία αυτή είναι πραγματική.
Αλλά δεν πρέπει να γίνει το λάθος να θεωρηθεί ότι η βελτίωση της φορολογικής διοίκησης ταυτίζεται με την παραγωγική μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας.
Είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Το πρωτογενές πλεόνασμα, για παράδειγμα, δεν αποτελεί δείκτη παραγωγικότητας.
Είναι το αποτέλεσμα της διαφοράς μεταξύ δημοσίων εσόδων και πρωτογενών δαπανών.
Μπορεί να αυξάνεται επειδή η οικονομία παράγει περισσότερο, αλλά μπορεί επίσης να αυξάνεται επειδή το κράτος εισπράττει αποτελεσματικότερα, επειδή περιορίζεται η φοροδιαφυγή, επειδή συγκρατούνται οι δαπάνες ή επειδή ο πληθωρισμός αυξάνει τα ονομαστικά εισοδήματα και τις τιμές πάνω στις οποίες επιβάλλονται φόροι.
Στην Ελλάδα συνέβησαν όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα.
Γι’ αυτό και το ερώτημα που πρέπει να τεθεί σήμερα δεν είναι εάν η χώρα πέτυχε δημοσιονομική σταθεροποίηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό τα υψηλά πλεονάσματα αντανακλούν μια αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας και σε ποιον βαθμό αντανακλούν την αποτελεσματικότερη άντληση πόρων από μια οικονομία που εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρό και διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Η Ελλάδα έχει βελτιώσει θεαματικά την ικανότητά της να καταγράφει και να φορολογεί την οικονομική δραστηριότητα. Δεν έχει βελτιώσει στον ίδιο βαθμό την ικανότητά της να παράγει υψηλή προστιθέμενη αξία.
Αυτό είναι το μεγάλο κενό της σημερινής ελληνικής οικονομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για το 2026 και 1,6% για το 2027.
Παράλληλα, προβλέπει ότι τα δημοσιονομικά πλεονάσματα θα παραμείνουν θετικά και το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να υποχωρεί.

Όμως η ίδια πρόβλεψη δείχνει και κάτι άλλο: η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να ανέλθει στο 3,7% το 2026, κυρίως λόγω του ενεργειακού σοκ.
Άρα, η δημοσιονομική εικόνα μπορεί να συνεχίζει να βελτιώνεται την ίδια στιγμή που η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών πιέζεται.
Αυτό είναι το πρώτο παράδοξο της ελληνικής ανάκαμψης.

Διάβάστε τη μελέτη εδώ

Η σκιώδης οικονομία και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης

Το δεύτερο αφορά τη σκιώδη οικονομία.
Επί δεκαετίες, η Ελλάδα λειτουργούσε με ένα μεγάλο τμήμα οικονομικής δραστηριότητας να βρίσκεται εκτός της πλήρους φορολογικής καταγραφής.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει αυτή την πραγματικότητα.
Όταν το κράτος μπορεί να διασταυρώνει ηλεκτρονικές πληρωμές, τιμολόγια, POS, ταμειακές μηχανές και δηλωμένα εισοδήματα, ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας γίνεται ορατό.
Αυτό είναι αναμφισβήτητα θετικό.
Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης περιορίζει τη δυνατότητα εκείνων που φοροδιαφεύγουν να μεταφέρουν το βάρος σε εκείνους που δεν μπορούν να αποκρύψουν εισόδημα.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη οικονομική διάκριση: η καταπολέμηση της παραοικονομίας αυξάνει την καταγεγραμμένη παραγωγή και τη φορολογική βάση, όχι κατ’ ανάγκην την πραγματική παραγωγικότητα.
Εάν μια επιχείρηση πραγματοποιούσε οικονομική δραστηριότητα αξίας 100 αλλά δήλωνε μόνο 60, η ψηφιοποίηση μπορεί να επιτρέψει στο κράτος να καταγράψει και να φορολογήσει τα 90.
Το κράτος κερδίζει έσοδα και η φορολογική δικαιοσύνη βελτιώνεται.
Η πραγματική παραγωγική ικανότητα της επιχείρησης, όμως, μπορεί να μην έχει μεταβληθεί καθόλου.
Επομένως, η μείωση της φοροδιαφυγής είναι προϋπόθεση για μια υγιή οικονομία, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή στρατηγική.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα όρια της αισιόδοξης αφήγησης του ΔΝΤ.
Το Ταμείο δικαίως επισημαίνει ότι η φορολογική διοίκηση δημιούργησε έναν «ενάρετο κύκλο»: καλύτερη διακυβέρνηση, ψηφιοποίηση, μεγαλύτερη συμμόρφωση, περισσότερα έσοδα και μεγαλύτερη δημοσιονομική αξιοπιστία.

Αλλά υπάρχει ένας δεύτερος κύκλος που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί: φορολογική συμμόρφωση → περισσότερα έσοδα → δημόσιες επενδύσεις → υψηλότερη παραγωγικότητα → υψηλότεροι μισθοί → μεγαλύτερη φορολογική βάση.
Ο πρώτος κύκλος έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από τον δεύτερο.
Και αυτό μας φέρνει στο ζήτημα του ΦΠΑ.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% του ΑΕΠ το 2010 σε περίπου 9,5% το 2025.
Παράλληλα, η φορολογική συμμόρφωση βελτιώθηκε σημαντικά.
Αυτό είναι ένα σημαντικό αποτέλεσμα.
Δεν πρέπει όμως να ερμηνεύεται όλη η αύξηση των ονομαστικών εσόδων ως αποτέλεσμα πραγματικής αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας.
Ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην αξία της συναλλαγής.
Όταν οι τιμές αυξάνονται, αυξάνεται και η φορολογική βάση σε ονομαστικούς όρους.
Ένα προϊόν που κόστιζε 100 ευρώ και σήμερα κοστίζει 120 αποδίδει περισσότερο ΦΠΑ ακόμη και αν η πραγματική ποσότητα που καταναλώνεται δεν έχει αυξηθεί.
Επομένως, τα αυξημένα έσοδα από τον ΦΠΑ αντανακλούν ένα μείγμα από μεγαλύτερη κατανάλωση, καλύτερη συμμόρφωση και υψηλότερες τιμές.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι το 2025 τα υψηλότερα του αναμενομένου έσοδα, ιδιαίτερα από ΦΠΑ, συνέβαλαν στο καλύτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μαζί με τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την ονομαστική αύξηση της οικονομίας.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία για την αξιολόγηση των πλεονασμάτων.
Η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν πρέπει να συγχέεται με αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-08-17_155908.png
Η ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων

Και εδώ εισέρχεται η πιο δύσκολη πλευρά της ελληνικής ανάκαμψης: η K-shaped economy (πώς δηλαδή από την μια ο πλούτος συγκεντρώνεται στην κορυφή, η μεσαία τάξη καταρρέει, και η ακραία φτώχεια αυξάνεται).
Η έννοια περιγράφει μια οικονομία στην οποία η ανάκαμψη δεν είναι συμμετρική.
Ένα τμήμα της κοινωνίας κινείται προς τα πάνω, ενώ ένα άλλο παραμένει στάσιμο ή πιέζεται. Στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι «οι πλούσιοι πλουτίζουν και οι φτωχοί φτωχαίνουν» με μια απόλυτη έννοια. Σημαίνει κάτι πιο σύνθετο και οικονομικά πιο ενδιαφέρον: οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες δεν συμμετέχουν με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό στην ανάκαμψη.
Για τα υψηλότερα εισοδήματα, μια αύξηση του εισοδήματος μπορεί να μετατραπεί σε αποταμίευση, αγορά ακινήτων, χρηματοοικονομικές επενδύσεις ή υψηλότερη κατανάλωση υπηρεσιών.
Για τα χαμηλότερα εισοδήματα, το πρόσθετο εισόδημα κατευθύνεται σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη βασικών αναγκών.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Το υψηλό εισόδημα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει νέο πλούτο.
Το χαμηλό εισόδημα προσπαθεί κυρίως να διατηρήσει το επίπεδο διαβίωσης.
Γι’ αυτό η αύξηση της συνολικής κατανάλωσης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι βελτιώθηκε ισόρροπα η κατανάλωση όλων των νοικοκυριών.
Ένα νοικοκυριό υψηλού εισοδήματος μπορεί να απορροφήσει μια αύξηση στις τιμές των τροφίμων ή της ενέργειας χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά τη συμπεριφορά του. Ένα νοικοκυριό χαμηλού εισοδήματος δεν έχει το ίδιο περιθώριο.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στην Ελλάδα λόγω του στεγαστικού κόστους. Η στεγαστική επιβάρυνση παραμένει εξαιρετικά υψηλή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, περιορίζοντας σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα μεγάλου τμήματος των νοικοκυριών.
Η K-shaped οικονομία, επομένως, δεν αφορά μόνο το εισόδημα. Αφορά την ικανότητα αποταμίευσης και συσσώρευσης πλούτου.
Ένα νοικοκυριό που έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύει 20% του εισοδήματός του μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία.
Ένα νοικοκυριό που διαθέτει σχεδόν όλο το εισόδημά του για ενοίκιο, τρόφιμα, ενέργεια και μετακινήσεις δεν έχει αυτή τη δυνατότητα.
Έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός: υψηλότερο εισόδημα → μεγαλύτερη αποταμίευση → συσσώρευση περιουσίας → εισόδημα από περιουσία → μεγαλύτερη δυνατότητα επένδυσης και κατανάλωσης.
Στην άλλη πλευρά: χαμηλότερο εισόδημα → υψηλή βασική κατανάλωση → μικρή αποταμίευση → περιορισμένη συσσώρευση περιουσίας → μεγαλύτερη έκθεση σε πληθωρισμό και στεγαστικό κόστος.
Αυτός είναι ο οικονομικός πυρήνας της K-shaped ανάκαμψης.
Και η φορολογική πολιτική μπορεί να ενισχύσει ή να περιορίσει αυτή τη διαφοροποίηση.
Ο ΦΠΑ, για παράδειγμα, είναι αποτελεσματικός ως προς την είσπραξη αλλά δεν είναι προοδευτικός φόρος.
Ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα δαπανά μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός του για κατανάλωση και, επομένως, ένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του περνά από το φορολογικό σύστημα μέσω της κατανάλωσης.
Το υψηλότερο εισόδημα έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να αποταμιεύει ή να επενδύει μέρος του εισοδήματος που δεν καταναλώνεται άμεσα.
Επομένως, η αποτελεσματικότερη είσπραξη του ΦΠΑ είναι δημοσιονομικά θετική, αλλά δεν αρκεί για να εξασφαλίσει μια ισορροπημένη αναδιανομή.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-08-17_155943.png
Ο εγκλωβισμός σε ένα υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν συνδυάζεται με την αγορά εργασίας και τη χαμηλή παραγωγικότητα.
Η Ελλάδα μπορεί να αυξήσει την απασχόληση και τα φορολογικά έσοδα χωρίς να αυξήσει τις θέσεις υψηλής παραγωγικότητας θέσεις.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος του αναπτυξιακού εγκλωβισμού.
Μια οικονομία με πολλές μικρές επιχειρήσεις, χαμηλή παραγωγικότητα, μεγάλη εξάρτηση από υπηρεσίες, τουρισμό, ακίνητα και κατανάλωση μπορεί να παρουσιάζει ανάπτυξη χωρίς να δημιουργεί επαρκώς υψηλή προστιθέμενη αξία.
Το κράτος, μέσω της ψηφιοποίησης, μπορεί να κάνει αυτή την οικονομία περισσότερο «ορατή», να περιορίσει τη φοροδιαφυγή, να διευρύνει τη φορολογική βάση και να αυξήσει τα έσοδα.
Αλλά εάν δεν αυξηθεί παράλληλα η παραγωγικότητα, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια οικονομία περισσότερο φορολογήσιμη αλλά όχι αναλόγως περισσότερο παραγωγική.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η κριτική στην ανάλυση του ΔΝΤ γίνεται ουσιαστική.
Το ΔΝΤ περιγράφει πολύ σωστά το πώς η Ελλάδα έφθασε στη δημοσιονομική αξιοπιστία. Δεν απαντά όμως πλήρως στο επόμενο ερώτημα: πώς η δημοσιονομική αξιοπιστία θα μετατραπεί σε παραγωγική δυναμική και σε ευρύτερη κοινωνική σύγκλιση.
Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Η Ελλάδα έχει πλέον έναν φορολογικό μηχανισμό που μπορεί να εντοπίζει πολύ περισσότερη οικονομική δραστηριότητα.
Το ζητούμενο είναι ο μηχανισμός αυτός να μη λειτουργεί μόνο ως εργαλείο άντλησης εσόδων αλλά και ως εργαλείο αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.
Η φορολογική πολιτική πρέπει να ανταμείβει την επένδυση, την καινοτομία, την αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων, την επίσημη απασχόληση και την παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής πρέπει να συνδυάζεται με τη δημιουργία κινήτρων ώστε μια μικρή επιχείρηση να έχει λόγο να μεγαλώσει, να επενδύσει, να προσλάβει εξειδικευμένο προσωπικό και να περάσει από ένα μοντέλο επιβίωσης σε ένα μοντέλο παραγωγικής επέκτασης.
Διότι διαφορετικά υπάρχει μια αντίφαση.
Το κράτος απαιτεί από την οικονομία να παράγει μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα, αλλά η ίδια οικονομία χρειάζεται μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα και περισσότερες επενδύσεις για να αυξήσει την παραγωγικότητά της.
Η λύση δεν είναι φυσικά η επιστροφή στη φοροδιαφυγή. Θα ήταν καταστροφική.
Η λύση είναι να μετατοπιστεί σταδιακά το βάρος από τη φορολόγηση της απλής οικονομικής δραστηριότητας προς τη δημιουργία κινήτρων για παραγωγική οικονομική δραστηριότητα.

Η ανάγκη για παραγωγικές επενδύσεις και ο πραγματικά ενάρετος κύκλος

Το ίδιο ισχύει για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Η Ελλάδα έχει πλέον αποδείξει ότι μπορεί να παράγει πλεονάσματα.
Το επόμενο ερώτημα είναι τι θα κάνει με τον δημοσιονομικό χώρο που δημιουργείται.
Εάν τα πλεονάσματα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μείωση του χρέους, η δημοσιονομική σταθερότητα ενισχύεται. Εάν, όμως, μέρος του διαθέσιμου χώρου κατευθύνεται με έξυπνο και στοχευμένο τρόπο σε παραγωγικές επενδύσεις, ανθρώπινο κεφάλαιο, υποδομές, τεχνολογία, στέγαση και αύξηση της παραγωγικότητας, τότε μπορεί να δημιουργηθεί ο δεύτερος κύκλος που μέχρι σήμερα παραμένει ατελής.
Δημοσιονομική σταθερότητα → παραγωγικές επενδύσεις → υψηλότερη παραγωγικότητα → υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί → μεγαλύτερη φορολογική βάση → διατηρήσιμα πλεονάσματα.
Αυτός θα ήταν ο πραγματικός ενάρετος κύκλος.
Η Ελλάδα έχει ήδη ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό το πρώτο σκέλος της μεταμόρφωσης: το κράτος έγινε καλύτερο στο να εισπράττει, να ελέγχει και να διαχειρίζεται.
Τώρα πρέπει να ολοκληρώσει το δεύτερο: να γίνει η οικονομία καλύτερη στο να παράγει.
Και εδώ πρέπει να κριθεί τελικά η επιτυχία της ελληνικής ανάκαμψης.
Δεν αρκεί να μειώνεται το tax gap.
Πρέπει να μειώνεται και το productivity gap.
Δεν αρκεί να αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα.
Πρέπει να αυξάνεται το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Δεν αρκεί να αυξάνεται η κατανάλωση.
Πρέπει να αυξάνεται η δυνατότητα αποταμίευσης και συσσώρευσης πλούτου των μεσαίων και χαμηλότερων εισοδημάτων.
Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ. Πρέπει η ανάπτυξη να διαχέεται περισσότερο στην κοινωνία.
Η Ελλάδα έχει πετύχει μια εντυπωσιακή δημοσιονομική αναστροφή.
Το ίδιο το ΔΝΤ δικαίως αναγνωρίζει ότι η μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης αποτέλεσε σημαντικό μέρος αυτής της επιτυχίας.
Αλλά η δημοσιονομική επιτυχία δεν είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι η προϋπόθεση για την επόμενη.
Το μεγάλο στοίχημα είναι πλέον εάν η Ελλάδα θα μπορέσει να περάσει από μια οικονομία που φορολογεί αποτελεσματικότερα την υπάρχουσα παραγωγή σε μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία, αυξάνει την παραγωγικότητα και κατανέμει ευρύτερα τα οφέλη της ανάπτυξης.
Γιατί τελικά η ουσία μιας οικονομικής ανάκαμψης δεν είναι μόνο πόσα χρήματα εισπράττει το κράτος.
Είναι πόσο πλούτο δημιουργεί η οικονομία και πόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει στη δημιουργία και στην απόλαυσή του.
Και αυτό είναι το σημείο όπου η ελληνική ιστορία περνά από τη δημοσιονομική επιτυχία στην επόμενη, πολύ δυσκολότερη φάση: από την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς το κράτος, στην αποκατάσταση της παραγωγικής δυναμικής και της οικονομικής ασφάλειας της κοινωνίας.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης