Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Πρόβλεψη - εφιάλτης: Οι μετοχές είναι ένα… μαλλί της γριάς – Τρόμος για το 1,8 τετράκις αέρα, θέμα χρόνου το απόλυτο κραχ

Πρόβλεψη - εφιάλτης: Οι μετοχές είναι ένα… μαλλί της γριάς – Τρόμος για το 1,8 τετράκις αέρα, θέμα χρόνου το απόλυτο κραχ
Η μεταφορά παραπέμπει σε ένα εύθραυστο οικονομικό οικοδόμημα
Ένα γιγαντιαίο οικοδόμημα από αέρα 1,8 τετράκις εκατομμυρίων δολαρίων αιωρείται πάνω από την παγκόσμια οικονομία, στηριζόμενο όχι σε πραγματική παραγωγή, αλλά σε διογκωμένες αποτιμήσεις, χρέος και την αλόγιστη ευφορία της τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως το μαλλί της γριάς φαίνεται εντυπωσιακό μέχρι να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα, έτσι και το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα κινδυνεύει να εξαφανιστεί μέσα σε μια νύχτα.
Η βίαιη διόρθωση που πλησιάζει απειλεί να πυροδοτήσει το πλέον καταστροφικό κραχ στην ιστορία των αγορών.
Ειδικότερα, σε πρόσφατη ανάλυσή της στους Financial Times, η Gillian Tett, μία από τις πλέον αναγνωρισμένες οικονομικές αρθρογράφους διεθνώς, αναφέρει πως η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα μορφή ανισορροπίας, η οποία δεν αφορά μόνο τα εμπορικά ελλείμματα ή το δημόσιο χρέος, αλλά τη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και την πραγματική οικονομία.
Γι’ αυτό περιγράφει τη σημερινή κατάσταση ως την εποχή του «χρηματοοικονομικού μαλλιού της γριάς» (financial candyfloss).
Η μεταφορά της Tett παραπέμπει σε ένα εύθραυστο οικονομικό οικοδόμημα: όπως το μαλλί της γριάς δημιουργείται από μια μικρή ποσότητα ζάχαρης που μετατρέπεται σε έναν τεράστιο όγκο λεπτών ινών, έτσι και το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να πολλαπλασιάζει την αξία περιουσιακών στοιχείων μέσω χρέους, παραγώγων και σύνθετων χρηματοοικονομικών εργαλείων.
Το πρόβλημα είναι ότι η εντυπωσιακή εικόνα μπορεί να κρύβει μια πολύ μικρότερη πραγματική βάση.
Η ανάλυση της Gillian Tett βασίζεται στα πρόσφατα στοιχεία του McKinsey Global Institute, το οποίο επιχειρεί να αποτυπώσει τον παγκόσμιο ισολογισμό, καταγράφοντας τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, το 2025 η συνολική αξία των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων έφθασε τα 1,8 τετράκις εκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση περίπου 100 τρισ. δολαρίων μέσα σε έναν χρόνο.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, το παγκόσμιο ΑΕΠ ανέρχεται περίπου στα 117 τρισ. δολάρια.
Στον παγκόσμιο αυτό ισολογισμό περιλαμβάνονται: περίπου 620 τρισ. δολάρια σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ακίνητα, υποδομές, μηχανήματα και πνευματική ιδιοκτησία, περίπου 550 τρισ. δολάρια σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές, ομόλογα και δάνεια και περίπου 600 τρισ. δολάρια σε πλούτο νοικοκυριών.
Όμως, όπως επισημαίνει η Tett, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το μέγεθος του παγκόσμιου πλούτου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτός δημιουργήθηκε.
Τα τελευταία 25 χρόνια, ο παγκόσμιος πλούτος των νοικοκυριών έχει αυξηθεί πάνω από τέσσερις φορές, με ρυθμό πολύ ταχύτερο από την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.
Η αύξηση αυτή δεν προήλθε κυρίως από περισσότερη παραγωγή, αλλά από την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων.
Στις αρχές του 21ου αιώνα, τα ακίνητα αποτελούσαν τον βασικό μοχλό δημιουργίας πλούτου. Σήμερα, ο πρωταγωνιστής είναι η χρηματιστηριακή αγορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Gillian Tett, το 2025 η άνοδος των μετοχών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αντιστοιχούσε στο 57% της αύξησης του παγκόσμιου πλούτου, ενώ τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία αντιπροσώπευαν μόλις το 20%.
Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος της νέας ευημερίας βασίζεται σε αυξημένες αποτιμήσεις τίτλων και όχι σε αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης.
Ο αμερικανικός πλούτος των νοικοκυριών ανέρχεται περίπου στα 175 τρισ. δολάρια, ενώ ο κινεζικός στα 75 τρισ. δολάρια.
Η αξία των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων έχει πλέον φτάσει σε επίπεδα που δημιουργούν ερωτήματα για τη σχέση τους με την πραγματική οικονομία. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζει η Tett, οι αμερικανικές αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων αντιστοιχούν περίπου σε 3,7 φορές το ΑΕΠ της χώρας, σχεδόν διπλάσια από τον ιστορικό μέσο όρο.
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι αγορές είναι υπερτιμημένες, αλλά αυξάνει την ευαισθησία του συστήματος σε μια πιθανή διόρθωση.
89999_2.JPG
Ο παράγων τεχνητής νοημοσύνης

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δικαιολογήσει τις υψηλές αποτιμήσεις;
Ένας από τους βασικούς λόγους αισιοδοξίας των επενδυτών είναι η τεχνητή νοημοσύνη.
Η υπόσχεση ότι η AI θα δημιουργήσει ένα νέο κύμα παραγωγικότητας αποτελεί το βασικό επιχείρημα όσων θεωρούν ότι οι υψηλές αποτιμήσεις των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών μπορούν να διατηρηθούν.
Όπως αναφέρει η Gillian Tett, πολλοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι μια έκρηξη παραγωγικότητας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να βοηθήσει τις ΗΠΑ να αναπτυχθούν ταχύτερα και να περιορίσουν την πίεση από το αυξανόμενο δημόσιο χρέος.
Ωστόσο, η ίδια επισημαίνει ότι υπάρχει ένας σημαντικός κίνδυνος: η παγκόσμια οικονομία έχει γίνει υπερβολικά εξαρτημένη από τις προσδοκίες γύρω από την τεχνολογία και ειδικά από την πορεία των αμερικανικών μετοχών.
Ένα από τα θετικά στοιχεία της νέας εποχής είναι ότι τα νοικοκυριά σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, εμφανίζονται λιγότερο υπερχρεωμένα σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση του 2008.
Όμως η πίεση έχει μεταφερθεί αλλού.
Το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Ευρώπη, ενώ στην Κίνα έχει εκτοξευθεί το εταιρικό χρέος.
Παράλληλα, υπάρχει μια σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας: οι παραγωγικές επενδύσεις ως ποσοστό της οικονομίας έχουν αυξηθεί σημαντικά στην Κίνα από το 2000, ενώ στις ΗΠΑ παραμένουν στάσιμες.
Πέρα από τους αριθμούς, η Gillian Tett θέτει και ένα ευρύτερο ερώτημα για τον χαρακτήρα της σύγχρονης οικονομίας.
Η υπερβολική χρηματοοικονομικοποίηση μπορεί να μετατρέψει την οικονομική δραστηριότητα από διαδικασία δημιουργίας προϊόντων, υπηρεσιών και θέσεων εργασίας σε διαδικασία αύξησης της αξίας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Αυτό δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις, καθώς τα οφέλη από την άνοδο των αγορών δεν κατανέμονται ισότιμα. Όσοι διαθέτουν ήδη μετοχές, ακίνητα και επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία επωφελούνται περισσότερο, ενώ όσοι βασίζονται κυρίως στο εισόδημα από εργασία μένουν συχνά πίσω.
Η Gillian Tett δεν υποστηρίζει ότι η χρηματοδότηση αποτελεί πρόβλημα από μόνη της. Αντίθετα, οι αποτελεσματικές κεφαλαιαγορές αποτελούν βασικό εργαλείο ανάπτυξης.
Το ζήτημα είναι πότε η χρηματοοικονομική επέκταση ξεπερνά τα όρια και απομακρύνεται από την πραγματική οικονομία.
Η σημερινή παγκόσμια οικονομία μοιάζει να εξαρτάται περισσότερο από ποτέ από την άνοδο των αγορών, την τεχνολογική αισιοδοξία και τις υψηλές αποτιμήσεις.
Όπως προειδοποιεί η αρθρογράφος των Financial Times, το «μαλλί της γριάς» μπορεί να φαίνεται εντυπωσιακό όσο παραμένει ανέπαφο. Όμως, όπως και το πραγματικό γλυκό, μπορεί να εξαφανιστεί πολύ γρήγορα όταν έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης