Συναγερμός έχει σημάνει στις διεθνείς αγορές, καθώς η αναζωπύρωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή προκαλεί νέο κύμα ανησυχίας για τον πληθωρισμό, τις τιμές ενέργειας και την πορεία των επιτοκίων, την ώρα που οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων εκτοξεύονται σε κρίσιμα επίπεδα. Στο επίκεντρο των πιέσεων βρίσκονται Ιαπωνία, ΗΠΑ και Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, το πετρέλαιο Brent έχει ξεπεράσει τα 91 δολ. το βαρέλι, ενώ υψηλό 3,5 ετών σημείωσε το φυσικό αέριο με τα αποθέματα να βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για την εποχή.
Η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους ενισχύει τους φόβους ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός και θα υποχρεώσει τις κεντρικές τράπεζες να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Προειδοποίηση από ΕΚΤ για «πόλεμο φθοράς»
Ο Φιλανδός κεντρικός τραπεζίτης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Olli Rehn, προειδοποίησε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για έναν παρατεταμένο «πόλεμο φθοράς» στη Μέση Ανατολή, ο οποίος θα μπορούσε να κρατήσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη σε υψηλά επίπεδα. Ο Rehn τόνισε -μιλώντας στους Financial Times- ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να επιδείξει κανέναν εφησυχασμό απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις, αναφερόμενος ειδικά στις αυξημένες τιμές ενέργειας που προκαλεί η σύγκρουση, αλλά και στην σχεδόν πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας από το Στενό του Hormuz.
«Δεν μπορούμε να αντέξουμε μια κρίση οικονομικής προσιτότητας στην Ευρώπη», προειδοποίησε χαρακτηριστικά.
Οι δηλώσεις του ενισχύουν τις προσδοκίες των αγορών ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα αύξηση του βασικού επιτοκίου καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,5%, όταν συνεδριάσει για τη νομισματική πολιτική στις 10 Σεπτεμβρίου.
Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη βρίσκεται ήδη πάνω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% της ΕΚΤ από τον Μάρτιο. Τα στοιχεία για τον Αύγουστο αναμένονταν να δείξουν επιτάχυνση του πληθωρισμού στο 3,3%, από 2,9% τον Ιούλιο. Συνεπώς είναι ορατός ο κίνδυνος η Ευρώπη να εισέλθει ξανά σε ένα φαύλο κύκλο ακριβής ενέργειας, υψηλού πληθωρισμού και ακόμα υψηλότερων επιτοκίων για την αντιμετώπιση του.
Sell-off στα κρατικά ομόλογα
Την ίδια στιγμή, οι αγορές ομολόγων δέχονται ισχυρές πιέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου έφτασε το 3%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1996 και για πρώτη φορά εδώ και μία γενιά σε αυτό το επίπεδο.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τις τιμές σε ένα ευρύ φάσμα επενδυτικών κατηγοριών, αυξήθηκε στο 4,78%, ξεπερνώντας το επίπεδο αντίστασης του 4,75% και φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2025. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε επίσης στο 5,27%.
Στην Ευρώπη, τα futures των γαλλικών και γερμανικών κρατικών ομολόγων συνέχισαν τις απώλειες, μετά την άνοδο των αποδόσεων σε υψηλά 15ετίας. Στην Αυστραλία, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου σημείωσε τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο των τελευταίων πέντε μηνών.
Όπως σχολίασε ο Ryutaro Kimura από τη BNP Asset Management στο Τόκιο, υπάρχει πλέον μια αίσθηση «παραίτησης, με μια δόση αδυναμίας» απέναντι στη συνεχή άνοδο του κόστους δανεισμού στην Ιαπωνία, το οποίο επί χρόνια λειτουργούσε ως σταθερή άγκυρα για τις παγκόσμιες αγορές.
Το επικίνδυνο μείγμα
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και η κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εντείνουν τους φόβους για τον πληθωρισμό, γεγονός που λειτουργεί αρνητικά για τις αγορές ομολόγων.
Παράλληλα, οι επενδυτές ανησυχούν όλο και περισσότερο για το τεράστιο ύψος του κρατικού δανεισμού διεθνώς και αρχίζουν να απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για να δανείσουν τις κυβερνήσεις.
«Όλοι αυξάνουν τον δανεισμό τους την ώρα που το κόστος χρηματοδότησης ανεβαίνει», δήλωσε ο Eric Robertsen, επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας και επικεφαλής στρατηγικής της Standard Chartered, επισημαίνοντας ότι η δημοσιονομική κατάσταση δεν βελτιώνεται πουθενά.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ιαπωνία. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου στο 3% βρίσκεται πλέον στο επίπεδο του μακροπρόθεσμου κόστους χρηματοδότησης που έχει χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση στις δημοσιονομικές της παραδοχές.
Ωστόσο, οι πιέσεις στην ιαπωνική αγορά ομολόγων συνδέονται και με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της πρωθυπουργού Sanae Takaichi. Ειδικότερα, τα σχέδια για αυξημένες κρατικές δαπάνες, μεταξύ άλλων μέσω μιας αμφιλεγόμενης μείωσης του φόρου κατανάλωσης, έχουν εντείνει τους φόβους για τη δημοσιονομική θέση της χώρας. Παράλληλα, το υπουργείο Άμυνας της Ιαπωνίας έχει καταθέσει προϋπολογισμό-ρεκόρ για το επόμενο οικονομικό έτος, ενώ το βασικό πρόγραμμα οικονομικής τόνωσης της κυβέρνησης Takaichi προβλέπει πολύ υψηλές κρατικές δαπάνες. Αυτές οι ανησυχίες, σε συνδυασμό με εξωτερικούς παράγοντες όπως οι παρατεταμένα υψηλές τιμές πετρελαίου, έχουν ενισχύσει τα στοιχήματα κατά του γεν και υπέρ υψηλότερων αποδόσεων των ομολόγων.
Από την πλευρά του, ο Takahide Kiuchi, πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ιαπωνίας και αναλυτής του Nomura Research Institute, εκτίμησε ότι η άνοδος της απόδοσης στο 3% αποτελεί μήνυμα της αγοράς που θα μπορούσε να υποχρεώσει, σε κάποιο βαθμό, την κυβέρνηση Takaichi να διορθώσει την επεκτατική δημοσιονομική της πολιτική.
Επισημαίνεται ότι η απόδοση υποχώρησε ξανά κάτω από το 3% μετά τη δημοπρασία 10ετούς ιαπωνικού χρέους την Τρίτη, όμως το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει παραμένει ιδιαίτερα σημαντικό. Μάλιστα, απόδοση άνω του 3% στο 10ετές ιαπωνικό ομόλογο θα μπορούσε να οδηγήσει τις ασφαλιστικές εταιρείες ζωής της χώρας να μειώσουν τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικά ομόλογα και να επαναπατρίσουν κεφάλαια στις εγχώριες αγορές.
Η πίεση στον γεν
Η άνοδος των αποδόσεων συνδέεται και με την πορεία του γεν, το οποίο παραμένει αδύναμο.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, συναντήθηκε τη Δευτέρα, στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Οικονομικών της G20 στις ΗΠΑ, τόσο με την υπουργό Οικονομικών της Ιαπωνίας, Satsuki Katayama, όσο και με τον διοικητή της Τράπεζας της Ιαπωνίας, Kazuo Ueda.
Σύμφωνα με την ιαπωνική κρατική τηλεόραση NHK, ο Bessent δήλωσε ότι το επόμενο βήμα της Ιαπωνίας θα πρέπει να είναι η αύξηση των επιτοκίων. Ο ίδιος, σε μεταγενέστερες δηλώσεις του στο CNBC, υποστήριξε ότι έχει πληροφορίες που δεν διαθέτει η αγορά και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ιαπωνική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα προχωρήσουν σε κινήσεις που θα οδηγήσουν σε ισχυρότερο γεν.
Ακόμη και πριν από τις δηλώσεις Bessent, η αγορά έδινε υψηλή πιθανότητα για αύξηση των επιτοκίων της Τράπεζας της Ιαπωνίας κατά 25 μονάδες βάσης, στο 1,25%, στη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου.
Η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ είχαν πραγματοποιήσει από κοινού παρεμβάσεις στις αγορές συναλλάγματος τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, σε μια προσπάθεια-ρεκόρ να στηρίξουν το αδύναμο γεν. Ωστόσο, περισσότερο από το ήμισυ των κερδών του νομίσματος που προέκυψαν από τις παρεμβάσεις έχει ήδη χαθεί. Η Ιαπωνία δαπάνησε το ισοδύναμο των 96,4 δισ. δολαρίων για τη στήριξη του νομίσματός της, ενώ η αμερικανική παρέμβαση ήταν μικρότερη και το ποσό της δεν έχει αποκαλυφθεί.
Η Katayama δήλωσε την Τρίτη ότι επιβεβαίωσε με τον Bessent πως εξακολουθεί να απαιτείται συντονισμένη δράση στις αγορές συναλλάγματος.
Το μπαλάκι στις κεντρικές τράπεζες
Με φόντο τις τελευταίες εξελίξεις, η αγορά προεξοφλεί πλέον έναν νέο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων.
Οι αγορές προεξοφλούν αύξηση επιτοκίων στη Νέα Ζηλανδία την Τετάρτη και νέα αύξηση στην Ευρώπη την επόμενη εβδομάδα. Για τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι πιθανότητες αύξησης επιτοκίων μέσα στον ίδιο μήνα έχουν ξεπεράσει το 50%.
Ο Andrew Lilley, επικεφαλής στρατηγικής επιτοκίων της Barrenjoey, εκτίμησε ότι μεγάλο μέρος του sell-off στα ομόλογα αποτελεί επαναξιολόγηση της πολιτικής της Federal Reserve. Κατά την εκτίμησή του, η Fed θα αυξήσει τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο και αυτή θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός κύκλου τουλάχιστον τριών αυξήσεων.
Πάνω από τα 91 δολ. το Brent
Την ίδια στιγμή, εύθραυστη παραμένει η ενεργειακή αγορά.
Το πετρέλαιο Brent ξεπέρασε τα 91 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έκλεισαν το καλοκαίρι σε υψηλό τριάμισι ετών, με τα αποθέματα να βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα-ρεκόρ για την εποχή.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, έχει απειλήσει με νέες επιθέσεις κατά του Ιράν μετά την πρώτη ανταλλαγή πυρών μέσα σε έναν μήνα, ενώ την ίδια στιγμή η εντεινόμενη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας έχει οδηγήσει τις τιμές του σιταριού κοντά σε υψηλά τριετίας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών