Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump μπορεί να κατάφερε να συσπειρώσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα γύρω από τη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, ωστόσο η προσπάθειά του να μετατρέψει τη στρατιωτική επιτυχία σε μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία προκαλεί βαθιές διαιρέσεις στο εσωτερικό του κόμματος.
Αυτό εξηγεί και τις πρωτοφανείς ύβρεις και απειλές κατά της αντιπροσωπείας των Ιρανών στις διαπραγματεύσεις στην Ελβετίας, για τις οποίες η Τεχεράνη – και σημαντικό μέρος του αραβικού κόσμου – ζητά αποκατάσταση, αποχωρώντας όπως είναι φυσικό από τις διαπραγματεύσεις.
Καθώς αποκαλύπτονται οι λεπτομέρειες του μνημονίου κατανόησης (MoU) μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών αμφισβητούν εάν η αμερικανική κυβέρνηση παραχώρησε υπερβολικά πολλά ανταλλάγματα.
Αντίθετα, οι σύμμαχοι του Trump υποστηρίζουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος πέτυχε έναν ιστορικό στόχο, εξουδετερώνοντας σημαντικό μέρος των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν χωρίς να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν ακόμη μακροχρόνιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο το Ιράν.
Αναδεικνύει μια βαθύτερη διαφωνία στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για το τι σημαίνει στην πράξη η πολιτική «America First» και ποια πρέπει να είναι η αμερικανική στρατηγική μετά το τέλος μιας στρατιωτικής σύγκρουσης.
Δύο διαφορετικές σχολές σκέψης
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την άσκηση της αμερικανικής ισχύος.
Η πρώτη σχολή θεωρεί ότι μια στρατιωτική νίκη πρέπει να αξιοποιείται για την εξασφάλιση των μέγιστων δυνατών παραχωρήσεων από τον αντίπαλο και τη δημιουργία μακροπρόθεσμων στρατηγικών πλεονεκτημάτων.
Η δεύτερη υποστηρίζει ότι ο στόχος της στρατιωτικής ισχύος είναι η εξουδετέρωση απειλών και ο γρήγορος τερματισμός των συγκρούσεων, ώστε να αποφευχθούν νέα αδιέξοδα αντίστοιχα με εκείνα του Ιράκ και του Αφγανιστάν.
Η συμφωνία του Trump με το Ιράν έφερε αυτές τις δύο φιλοσοφίες σε ανοιχτή σύγκρουση.
Τα γεράκια μιλούν για παραχωρήσεις
Οι εντονότερες επικρίσεις προέρχονται από τη λεγόμενη «σκληροπυρηνική» πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών.
Ο γερουσιαστής Bill Cassidy χαρακτήρισε τη συμφωνία «το χειρότερο λάθος αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών», ενώ ο πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, Roger Wicker, προειδοποίησε ότι η συμφωνία φαίνεται να απέχει από τους στόχους που είχε θέσει η στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν.
Ο Ted Cruz αμφισβήτησε τις παραχωρήσεις που προσφέρθηκαν στην Τεχεράνη, ενώ η πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Nikki Haley επέκρινε προτάσεις που, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην οικονομική ανασυγκρότηση του Ιράν.
Ακόμη πιο σκληρός εμφανίστηκε ο πρώην αντιπρόεδρος Mike Pence, ο οποίος χαρακτήρισε τη συμφωνία πιθανή «σανίδα σωτηρίας» για το ιρανικό καθεστώς και προειδοποίησε ότι θυμίζει πολιτική «κατευνασμού».
Η απάντηση Vance και του Λευκού Οίκου
Από την άλλη πλευρά, ο αντιπρόεδρος JD Vance και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Trump υποστηρίζουν ότι οι επικριτές αγνοούν όσα προηγήθηκαν της συμφωνίας.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις έπληξαν κρίσιμες στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, εξόντωσαν ανώτερους διοικητές και προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στις στρατιωτικές υποδομές της χώρας.
Οι υποστηρικτές του Trump θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις αυτές περιόρισαν δραστικά την ικανότητα της Τεχεράνης να ασκεί περιφερειακή επιρροή, αποκατέστησαν την αποτρεπτική ισχύ των ΗΠΑ και οδήγησαν το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση αδυναμίας.
Κατά την άποψή τους, η νίκη δεν σημαίνει αναγκαστικά αλλαγή καθεστώτος ή πλήρη συντριβή του αντιπάλου, αλλά επίτευξη των αμερικανικών στόχων χωρίς την ανάπτυξη μεγάλων χερσαίων δυνάμεων και χωρίς έναν ακόμη ατελείωτο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Η μάχη για το μέλλον της εξωτερικής πολιτικής των Ρεπουμπλικανών
Η διαμάχη γύρω από το ιρανικό μνημόνιο αναδεικνύει μια συζήτηση που υποβόσκει εδώ και χρόνια στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Παρότι οι περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί στήριξαν τη χρήση στρατιωτικής ισχύος κατά του Ιράν, η διαφωνία αφορά πλέον το τι πρέπει να ακολουθήσει μετά τη στρατιωτική επιχείρηση.
Για τους παραδοσιακούς «γεράκια», οι στρατιωτικές επιτυχίες δημιουργούν ευκαιρίες για την αναδιαμόρφωση των αντιπάλων και την επιβολή μακροχρόνιων στρατηγικών όρων.
Για πολλούς υποστηρικτές της πολιτικής «Πρώτα η Αμερική», ο στόχος είναι πιο περιορισμένος: εξουδετέρωση των απειλών, αποφυγή νέων σχεδίων οικοδόμησης κρατών και αποτροπή εμπλοκής αμερικανικών στρατευμάτων σε παρατεταμένες συγκρούσεις.
Καθώς η συζήτηση για το μνημόνιο με το Ιράν συνεχίζεται, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η πραγματική σύγκρουση δεν αφορά μόνο τις λεπτομέρειες της συμφωνίας με την Τεχεράνη.
Αφορά κυρίως τη μελλοντική κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και το πώς ορίζεται η έννοια της «νίκης» για τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή του 21ου αιώνα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών