Ενώ ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν συνεχίζεται χωρίς οι αεροπορικές επιδρομές να καταφέρνουν να κάμψουν την αντίσταση της Τεχεράνης, ενισχύονται οι εκτιμήσεις για το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής χερσαίας στρατιωτικής επιχείρησης - Πόσο ισχύουν τα σενάρια
Παρότι οι περισσότεροι στρατιωτικοί αναλυτές θεωρούν εξαιρετικά απίθανη μια μεγάλης κλίμακας εισβολή, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο περιορισμένων επιχειρήσεων ειδικών δυνάμεων ή ακόμη και κατάληψης στρατηγικών νησιών στον Περσικό Κόλπο, με στόχο την αύξηση της πίεσης προς την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy, καθώς η αντιπαράθεση επικεντρώνεται πλέον στον έλεγχο των Στενών του Hormuz ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο αποστολής χερσαίων δυνάμεων.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενισχύσει τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή με πρόσθετες δυνάμεις, μεταξύ των οποίων με μονάδες ειδικών επιχειρήσεων και ιατρικό προσωπικό, προκειμένου να διατηρούν ανοικτές περισσότερες στρατιωτικές επιλογές.
Παράλληλα, μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου έχουν ζητήσει διευκρινίσεις από την κυβέρνηση σχετικά με το ενδεχόμενο χερσαίας επέμβασης.
Ο αρχηγός του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Dan Kaine, δήλωσε σε ακρόαση του Κογκρέσου ότι «η αεροπορική ισχύς έχει τα όριά της» και ότι οι ένοπλες δυνάμεις προετοιμάζουν πάντοτε εναλλακτικά επιχειρησιακά σχέδια, χωρίς όμως να επιβεβαιώσει ότι επίκειται χερσαία επιχείρηση.
Η πλήρης εισβολή θεωρείται απίθανη
Ο απόστρατος στρατηγός Joseph Votel, πρώην διοικητής της CENTCOM, εκτιμά ότι η Ουάσινγκτον δεν επιδιώκει την κατοχή ιρανικού εδάφους.
Όπως επισημαίνει, «κανείς δεν σχεδιάζει να στείλει Αμερικανούς στρατιώτες στους δρόμους της Τεχεράνης», ενώ θεωρεί ότι ούτε μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επίθεση κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν βρίσκεται στην ατζέντα του Λευκού Οίκου.
Ωστόσο, δεν αποκλείει περιορισμένες επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων εναντίον κέντρων διοίκησης, πυραυλικών εγκαταστάσεων, αποθηκών όπλων, επικοινωνιακών υποδομών και άλλων στρατιωτικών στόχων, ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές και γύρω από τα Στενά του Hormuz.
Σενάρια για κατάληψη στρατηγικών νησιών
Πολλοί αναλυτές θεωρούν πιθανότερο σενάριο την κατάληψη ορισμένων στρατηγικών νησιών του Ιράν στον Περσικό Κόλπο και κυρίως του νησιού Kharg.
Το νησί αποτελεί τον σημαντικότερο τερματικό σταθμό εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν και, σύμφωνα με Αμερικανούς αναλυτές, ο έλεγχός του θα μπορούσε να προσφέρει στην Ουάσινγκτον σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ασκώντας πίεση στην Τεχεράνη στο ζήτημα των Στενών του Hormuz
Ο απόστρατος συνταγματάρχης και σύμβουλος του Center for Strategic and International Studies (CSIS), Mark Cancian, θεωρεί ότι μια επίθεση στην ιρανική ενδοχώρα είναι «σχεδόν αδύνατη», όμως χαρακτηρίζει πιο ρεαλιστική μια επιχείρηση κατάληψης ορισμένων νησιών.
Όπως αναφέρει, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ήδη στην περιοχή χιλιάδες πεζοναύτες και αλεξιπτωτιστές και έχουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες να πραγματοποιήσουν μια τέτοια αποστολή.
Το υψηλό κόστος μιας χερσαίας επιχείρησης
Παρά τα επιχειρησιακά πλεονεκτήματα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη και μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση θα είχε σημαντικό κόστος.
Ο Mark Cancian εκτιμά ότι αμερικανικές δυνάμεις που θα καταλάμβαναν ιρανικά νησιά θα βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωπες με επιθέσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, καθιστώντας σχεδόν βέβαιες τις ανθρώπινες απώλειες.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ted Lieu, πρώην αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, προειδοποιεί ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η κατάληψη ενός εδάφους αλλά η διατήρησή του.
«Το ζήτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να καταλάβουν ένα έδαφος, αλλά τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα», σημειώνει, εκτιμώντας ότι μια κατοχή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς.
Παρόμοια άποψη εκφράζει και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Pat Harrigan, πρώην στέλεχος των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων, ο οποίος παρομοιάζει το Ιράν με «κυψέλη μελισσών» και προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων σε ιρανικό έδαφος θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν «πόλεμο χωρίς τέλος».
Γιατί το Ιράν δεν είναι Ιράκ - Χρειάζονται 100.000 στρατιώτες
Ο στρατηγός Joseph Votel επισημαίνει ότι μια πιθανή εισβολή στο Ιράν θα ήταν πολύ δυσκολότερη από την επιχείρηση στο Ιράκ το 2003.
Τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν ως βάση επιχειρήσεων το Κουβέιτ, ενώ στην περίπτωση του Ιράν δεν υπάρχει αντίστοιχη επιχειρησιακή διευκόλυνση, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά γεωγραφικά και εφοδιαστικά προβλήματα.
Εκτιμά ακόμη ότι για την κατοχή περιοχής κοντά στα Στενά του Hormuz θα απαιτούνταν τουλάχιστον 100.000 στρατιώτες, αριθμός υπερδιπλάσιος των περίπου 50.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται σήμερα στην περιοχή.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι, παρά το γεγονός πως ο ιρανικός στρατός δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνον των μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, διαθέτει την ικανότητα να προβάλλει σοβαρή αντίσταση και να επιβάλει σημαντικό κόστος σε μια εισβολή.
Ο πολιτικός θάνατος του Donald Trump
Πέρα από τις στρατιωτικές δυσκολίες, μια χερσαία επιχείρηση θα συνεπαγόταν και σημαντικό πολιτικό κόστος για τον Donald Trump.
Ο πόλεμος έχει ήδη οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε μια παρατεταμένη σύγκρουση. Ρεπουμπλικανοί βουλευτές εκφράζουν επίσης ανησυχίες ότι μια κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο.
Ωστόσο, ο Ted Lieu επισημαίνει ότι δεν πρέπει να υποτιμάται η πιθανότητα ο Αμερικανός πρόεδρος να προχωρήσει σε υψηλού ρίσκου αποφάσεις, υπενθυμίζοντας ότι έχει επιδείξει στο παρελθόν διάθεση για αιφνιδιαστικές κινήσεις με υψηλό πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.
Ασαφής παραμένει ο τελικός στρατηγικός στόχος
Την ίδια στιγμή, δημοσίευμα της Washington Post υποστήριξε ότι το Πεντάγωνο δεν είχε ενημερώσει πλήρως τον Λευκό Οίκο σχετικά με τη μείωση των αποθεμάτων πυρομαχικών..
Ο Λευκός Οίκος διέψευσε τον ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις εξακολουθούν να διαθέτουν επαρκή αποθέματα για την επίτευξη των στρατηγικών τους στόχων.
Κατά τον στρατηγό Joseph Votel, πάντως, το σημαντικότερο πρόβλημα δεν είναι η στρατιωτική ισχύς αλλά η απουσία ενός σαφούς πολιτικού και στρατηγικού στόχου.
Όπως σημειώνει, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να εκτελέσουν τις αποστολές που θα τους ανατεθούν, ωστόσο παραμένει ασαφές ποιος είναι ο τελικός σκοπός του πολέμου και ποιο αποτέλεσμα επιδιώκει τελικά να πετύχει η Ουάσινγκτον, γεγονός που ενδέχεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη συνέχιση της σύγκρουσης.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy, καθώς η αντιπαράθεση επικεντρώνεται πλέον στον έλεγχο των Στενών του Hormuz ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο αποστολής χερσαίων δυνάμεων.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενισχύσει τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή με πρόσθετες δυνάμεις, μεταξύ των οποίων με μονάδες ειδικών επιχειρήσεων και ιατρικό προσωπικό, προκειμένου να διατηρούν ανοικτές περισσότερες στρατιωτικές επιλογές.
Παράλληλα, μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου έχουν ζητήσει διευκρινίσεις από την κυβέρνηση σχετικά με το ενδεχόμενο χερσαίας επέμβασης.
Ο αρχηγός του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Dan Kaine, δήλωσε σε ακρόαση του Κογκρέσου ότι «η αεροπορική ισχύς έχει τα όριά της» και ότι οι ένοπλες δυνάμεις προετοιμάζουν πάντοτε εναλλακτικά επιχειρησιακά σχέδια, χωρίς όμως να επιβεβαιώσει ότι επίκειται χερσαία επιχείρηση.
Η πλήρης εισβολή θεωρείται απίθανη
Ο απόστρατος στρατηγός Joseph Votel, πρώην διοικητής της CENTCOM, εκτιμά ότι η Ουάσινγκτον δεν επιδιώκει την κατοχή ιρανικού εδάφους.
Όπως επισημαίνει, «κανείς δεν σχεδιάζει να στείλει Αμερικανούς στρατιώτες στους δρόμους της Τεχεράνης», ενώ θεωρεί ότι ούτε μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επίθεση κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν βρίσκεται στην ατζέντα του Λευκού Οίκου.
Ωστόσο, δεν αποκλείει περιορισμένες επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων εναντίον κέντρων διοίκησης, πυραυλικών εγκαταστάσεων, αποθηκών όπλων, επικοινωνιακών υποδομών και άλλων στρατιωτικών στόχων, ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές και γύρω από τα Στενά του Hormuz.
Σενάρια για κατάληψη στρατηγικών νησιών
Πολλοί αναλυτές θεωρούν πιθανότερο σενάριο την κατάληψη ορισμένων στρατηγικών νησιών του Ιράν στον Περσικό Κόλπο και κυρίως του νησιού Kharg.
Το νησί αποτελεί τον σημαντικότερο τερματικό σταθμό εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν και, σύμφωνα με Αμερικανούς αναλυτές, ο έλεγχός του θα μπορούσε να προσφέρει στην Ουάσινγκτον σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ασκώντας πίεση στην Τεχεράνη στο ζήτημα των Στενών του Hormuz
Ο απόστρατος συνταγματάρχης και σύμβουλος του Center for Strategic and International Studies (CSIS), Mark Cancian, θεωρεί ότι μια επίθεση στην ιρανική ενδοχώρα είναι «σχεδόν αδύνατη», όμως χαρακτηρίζει πιο ρεαλιστική μια επιχείρηση κατάληψης ορισμένων νησιών.
Όπως αναφέρει, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ήδη στην περιοχή χιλιάδες πεζοναύτες και αλεξιπτωτιστές και έχουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες να πραγματοποιήσουν μια τέτοια αποστολή.
Το υψηλό κόστος μιας χερσαίας επιχείρησης
Παρά τα επιχειρησιακά πλεονεκτήματα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη και μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση θα είχε σημαντικό κόστος.
Ο Mark Cancian εκτιμά ότι αμερικανικές δυνάμεις που θα καταλάμβαναν ιρανικά νησιά θα βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωπες με επιθέσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, καθιστώντας σχεδόν βέβαιες τις ανθρώπινες απώλειες.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ted Lieu, πρώην αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, προειδοποιεί ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η κατάληψη ενός εδάφους αλλά η διατήρησή του.
«Το ζήτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να καταλάβουν ένα έδαφος, αλλά τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα», σημειώνει, εκτιμώντας ότι μια κατοχή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς.
Παρόμοια άποψη εκφράζει και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Pat Harrigan, πρώην στέλεχος των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων, ο οποίος παρομοιάζει το Ιράν με «κυψέλη μελισσών» και προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων σε ιρανικό έδαφος θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν «πόλεμο χωρίς τέλος».
Γιατί το Ιράν δεν είναι Ιράκ - Χρειάζονται 100.000 στρατιώτες
Ο στρατηγός Joseph Votel επισημαίνει ότι μια πιθανή εισβολή στο Ιράν θα ήταν πολύ δυσκολότερη από την επιχείρηση στο Ιράκ το 2003.
Τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν ως βάση επιχειρήσεων το Κουβέιτ, ενώ στην περίπτωση του Ιράν δεν υπάρχει αντίστοιχη επιχειρησιακή διευκόλυνση, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά γεωγραφικά και εφοδιαστικά προβλήματα.
Εκτιμά ακόμη ότι για την κατοχή περιοχής κοντά στα Στενά του Hormuz θα απαιτούνταν τουλάχιστον 100.000 στρατιώτες, αριθμός υπερδιπλάσιος των περίπου 50.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται σήμερα στην περιοχή.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι, παρά το γεγονός πως ο ιρανικός στρατός δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνον των μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, διαθέτει την ικανότητα να προβάλλει σοβαρή αντίσταση και να επιβάλει σημαντικό κόστος σε μια εισβολή.
Ο πολιτικός θάνατος του Donald Trump
Πέρα από τις στρατιωτικές δυσκολίες, μια χερσαία επιχείρηση θα συνεπαγόταν και σημαντικό πολιτικό κόστος για τον Donald Trump.
Ο πόλεμος έχει ήδη οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε μια παρατεταμένη σύγκρουση. Ρεπουμπλικανοί βουλευτές εκφράζουν επίσης ανησυχίες ότι μια κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο.
Ωστόσο, ο Ted Lieu επισημαίνει ότι δεν πρέπει να υποτιμάται η πιθανότητα ο Αμερικανός πρόεδρος να προχωρήσει σε υψηλού ρίσκου αποφάσεις, υπενθυμίζοντας ότι έχει επιδείξει στο παρελθόν διάθεση για αιφνιδιαστικές κινήσεις με υψηλό πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.
Ασαφής παραμένει ο τελικός στρατηγικός στόχος
Την ίδια στιγμή, δημοσίευμα της Washington Post υποστήριξε ότι το Πεντάγωνο δεν είχε ενημερώσει πλήρως τον Λευκό Οίκο σχετικά με τη μείωση των αποθεμάτων πυρομαχικών..
Ο Λευκός Οίκος διέψευσε τον ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις εξακολουθούν να διαθέτουν επαρκή αποθέματα για την επίτευξη των στρατηγικών τους στόχων.
Κατά τον στρατηγό Joseph Votel, πάντως, το σημαντικότερο πρόβλημα δεν είναι η στρατιωτική ισχύς αλλά η απουσία ενός σαφούς πολιτικού και στρατηγικού στόχου.
Όπως σημειώνει, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να εκτελέσουν τις αποστολές που θα τους ανατεθούν, ωστόσο παραμένει ασαφές ποιος είναι ο τελικός σκοπός του πολέμου και ποιο αποτέλεσμα επιδιώκει τελικά να πετύχει η Ουάσινγκτον, γεγονός που ενδέχεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη συνέχιση της σύγκρουσης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών