Οι ΗΠΑ επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά ως μοχλό πίεσης απέναντι σε τρίτες χώρες, ώστε να περιορίσουν και εκείνες τις οικονομικές τους σχέσεις με τη Ρωσία
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία περνά σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση, καθώς η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει σταδιακά την ιδέα ότι οι οικονομικές σχέσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν γέφυρα για μια πολιτική διευθέτηση στην Ουκρανία και επιλέγει εκ νέου το όπλο των κυρώσεων.
Ο Donald Trump υπέγραψε στις 18 Σεπτεμβρίου τον νόμο του εκλιπόντος γερουσιαστή Lindsey O. Graham για κυρώσεις Ρωσία και Ιράν, ένα από τα πιο εκτεταμένα πακέτα οικονομικής πίεσης που έχουν εγκριθεί εναντίον της Μόσχας από την έναρξη του πολέμου.
Ο νόμος στρέφεται εναντίον του ρωσικού ενεργειακού και αμυντικού τομέα, τραπεζών, αξιωματούχων και του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», ενώ δίνει στον Αμερικανό πρόεδρο σημαντικά διευρυμένες εξουσίες επιβολής δασμών.
Το πραγματικά εκρηκτικό στοιχείο, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τη Ρωσία.
Ο νόμος επιτρέπει δασμούς έως 100% σε προϊόντα χωρών που συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ προβλέπει ακόμη και δασμούς έως 500% σε προϊόντα ρωσικής προέλευσης που εισάγονται στις ΗΠΑ.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν επιχειρεί πλέον απλώς να περιορίσει τις εμπορικές σχέσεις της με τη Μόσχα.
Επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά ως μοχλό πίεσης απέναντι σε τρίτες χώρες, ώστε να περιορίσουν και εκείνες τις οικονομικές τους σχέσεις με τη Ρωσία.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η Μόσχα βλέπει μια σοβαρή κλιμάκωση.

Medvedev: Η Ουάσιγκτον καταλαβαίνει τη «στρατιωτική αποτροπή»
Η απάντηση του Dmitry Medvedev ήταν ασυνήθιστα σκληρή ακόμη και για τα δεδομένα του Ρώσου πρώην προέδρου.
Ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας δήλωσε ότι απέναντι στις νέες αμερικανικές κυρώσεις η χώρα του πρέπει να απαντήσει με τη «γλώσσα της άμεσης στρατιωτικής αποτροπής».
Η δήλωση έγινε μετά την υπογραφή του νέου νόμου από τον Trump και ο Medvedev δεν εξήγησε συγκεκριμένα ποια στρατιωτικά μέτρα είχε κατά νου.
Στο κείμενο που αποτέλεσε τη βάση του παρόντος άρθρου, ο Medvedev εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι στις ΗΠΑ «ακούγεται μόνο η γλώσσα της άμεσης στρατιωτικής αποτροπής», παρουσιάζοντας τον νέο νόμο ως ακόμη μία πράξη μιας μακροχρόνιας πολιτικής πίεσης προς τη Ρωσία.
Η δήλωση ασφαλώς αποτελεί πολιτική τοποθέτηση και όχι ανακοίνωση συγκεκριμένης ρωσικής στρατιωτικής ενέργειας.
Αποκαλύπτει όμως κάτι σημαντικότερο: στη Μόσχα ενισχύεται η αντίληψη ότι η οικονομική και στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Δύση είναι πλέον διαφορετικές όψεις της ίδιας σύγκρουσης.
Οι κυρώσεις, σύμφωνα με αυτή τη ρωσική ανάγνωση, δεν αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητο οικονομικό μέτρο αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής με στόχο να περιοριστεί η γεωπολιτική και στρατιωτική δυνατότητα της Ρωσίας.

Δεν στοχεύουν μόνο τη Μόσχα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του νέου νόμου ενδέχεται τελικά να βρίσκεται έξω από τη Ρωσία.
Οι σημαντικότεροι αγοραστές ρωσικής ενέργειας περιλαμβάνουν μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα και η Ινδία.
Ο νέος μηχανισμός δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση τη δυνατότητα να επιβάλλει τεράστιους δασμούς σε χώρες οι οποίες συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικούς ενεργειακούς πόρους.
Επομένως, η Ουάσιγκτον επιχειρεί στην πράξη να μετατρέψει ένα αμερικανορωσικό γεωπολιτικό ζήτημα σε δίλημμα για μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας: ή μειώνεις τις σχέσεις σου με τη Ρωσία ή διακινδυνεύεις την πρόσβασή σου στην αμερικανική αγορά.
Αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της ρωσικής κριτικής.
Η Μόσχα υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι οι μονομερείς δυτικές κυρώσεις λειτουργούν ως μέσο εξωεδαφικής οικονομικής πίεσης, ιδιαίτερα όταν επιχειρούν να καθορίσουν με ποιους μπορούν να εμπορεύονται τρίτα κράτη.
Η Ινδία, για παράδειγμα, έχει επικαλεστεί την ενεργειακή ασφάλεια του πληθυσμού της, ενώ οι νέοι δασμοί ενδέχεται να αποτελέσουν σοβαρή δοκιμασία για τις αμερικανικές σχέσεις με χώρες που δεν επιθυμούν να επιλέξουν αποκλειστικά ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα.
Μπορεί το όπλο των κυρώσεων να γυρίσει μπούμερανγκ;
Η ρωσική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον χαρακτήρισε το νομοθέτημα «κακή υπηρεσία» προς την ίδια την κυβέρνηση Trump.
Το βασικό επιχείρημά της είναι ότι η προσπάθεια να περιοριστεί βίαια η πρόσβαση μεγάλων καταναλωτών στη ρωσική ενέργεια μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στις παγκόσμιες αγορές και, κατά συνέπεια, στις τιμές των καυσίμων.
Η διπλωματική αποστολή υποστήριξε ότι αυτό θα μπορούσε να έχει συνέπειες ακόμη και για τους Αμερικανούς καταναλωτές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο (3/11).
Δεν είναι βέβαιο ότι ένα τέτοιο σενάριο θα υλοποιηθεί.
Η επίδραση στις τιμές θα εξαρτηθεί από το πόσο επιθετικά θα εφαρμοστούν οι δασμοί, από τις εξαιρέσεις που θα δοθούν και από την αντίδραση των μεγάλων αγοραστών ρωσικής ενέργειας.
Ακόμη και αμερικανικές αναλύσεις, όμως, επισημαίνουν τον κίνδυνο παράπλευρων οικονομικών συνεπειών.
Το Reuters σημειώνει ότι ο Trump ενδέχεται να κινηθεί προσεκτικά ακριβώς επειδή ένα νέο κύμα εμπορικής σύγκρουσης θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Επομένως, ο νόμος είναι εξαιρετικά ισχυρός στα χαρτιά, αλλά η πραγματική του εφαρμογή παραμένει πολιτικό ερώτημα.

Η αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής
Εδώ εμφανίζεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της Ουάσιγκτον.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση Trump έχει επιχειρήσει να επαναφέρει τις ΗΠΑ στον ρόλο του διαμεσολαβητή για την Ουκρανία.
Οι Steve Witkoff και Jared Kushner ταξίδεψαν πρόσφατα τόσο στη Μόσχα όσο και στο Κίεβο, επιχειρώντας να ξεμπλοκάρουν μια διαπραγματευτική διαδικασία που είχε ουσιαστικά παγώσει επί μήνες.
Ο Volodymyr Zelensky είχε μάλιστα χαρακτηρίσει ορισμένες από τις νέες αμερικανικές προτάσεις «αξιοπρεπείς ιδέες», χωρίς όμως να υπάρξει αποφασιστική πρόοδος.
Σύμφωνα με το αρχικό υλικό, η αμερικανική πλευρά είχε παράλληλα εξετάσει ακόμη και το ενδεχόμενο οικονομικών συμφωνιών με τη Ρωσία πριν από την πλήρη λήξη της σύγκρουσης, με πιθανούς τομείς συνεργασίας την Αρκτική, τις σπάνιες γαίες και το αλουμίνιο.
Και τώρα η ίδια Ουάσιγκτον ψηφίζει ένα από τα σκληρότερα νομοθετικά πλαίσια κυρώσεων της τελευταίας περιόδου.
Ακριβώς αυτή την αντίφαση ανέδειξε το Κρεμλίνο.

Peskov: Οι κυρώσεις δυσκολεύουν την ειρήνη
Ο Dmitry Peskov είχε προειδοποιήσει ήδη πριν από την υπογραφή του νόμου ότι νέες αμερικανικές κυρώσεις θα αποτελούσαν «μη φιλική ενέργεια» και θα δυσκόλευαν τις προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας για την Ουκρανία.
Η λογική του Κρεμλίνου είναι απλή.
Αν η Ουάσιγκτον θέλει πραγματικά να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής, τότε η ταυτόχρονη επιβολή νέας μαζικής οικονομικής πίεσης δημιουργεί στη Μόσχα την εντύπωση ότι οι διαπραγματεύσεις χρησιμοποιούνται παράλληλα με μια στρατηγική εξαναγκασμού.
Από την αμερικανική και ουκρανική πλευρά, φυσικά, η λογική είναι ακριβώς αντίστροφη: χωρίς ισχυρή οικονομική πίεση, υποστηρίζουν οι υποστηρικτές των κυρώσεων, η Ρωσία δεν έχει επαρκή κίνητρα για συμβιβασμό.
Ο Zelensky χαιρέτισε την υπογραφή του νόμου και ευχαρίστησε προσωπικά τον Trump και το Κογκρέσο.
Το Κίεβο θεωρεί ότι η οικονομική πίεση μπορεί να περιορίσει τα έσοδα που επιτρέπουν στη Ρωσία να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
Πρόκειται επομένως για δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις της ίδιας πραγματικότητας.
Για το Κίεβο, οι κυρώσεις φέρνουν τη διαπραγμάτευση πιο κοντά.
Για τη Μόσχα, τη σπρώχνουν ακόμη πιο μακριά.
Ο Trump κρατά το πραγματικό κλειδί
Υπάρχει πάντως μία καθοριστική λεπτομέρεια: ο νέος νόμος δεν σημαίνει ότι όλες οι μέγιστες ποινές θα εφαρμοστούν αυτομάτως και ταυτόχρονα.
Ο Trump διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια και δυνατότητες εξαίρεσης για λόγους εθνικού συμφέροντος.
Αυτό σημαίνει ότι η νομοθεσία μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως μηχανισμός κυρώσεων αλλά και ως διαπραγματευτικό όπλο.
Η απειλή ενός δασμού 100% απέναντι σε έναν μεγάλο εμπορικό εταίρο είναι από μόνη της ισχυρός μοχλός πίεσης, ακόμη και εάν τελικά δεν επιβληθεί.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική στρατηγική σημασία του νόμου.
Δεν περιορίζει μόνο τη Ρωσία.
Δίνει στην Ουάσιγκτον ένα νέο εργαλείο πίεσης απέναντι σε μεγάλο μέρος του κόσμου.

Η «μέγιστη πίεση» συναντά τη ρωσική αποτροπή
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αμερικανορωσική αντιπαράθεση κινείται σε έναν ακόμη πιο επικίνδυνο κύκλο.
Η Ουάσιγκτον αυξάνει την οικονομική πίεση για να περιορίσει τη ρωσική δυνατότητα συνέχισης του πολέμου.
Η Μόσχα απαντά ότι τέτοιες κινήσεις ακυρώνουν το κλίμα διαπραγμάτευσης και, διά στόματος Medvedev, επαναφέρει στο προσκήνιο τη «στρατιωτική αποτροπή».
Ταυτόχρονα, οι απευθείας τριμερείς διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη συγκεκριμένο νέο γύρο.
Ο Sergey Ryabkov δήλωσε στις 19 Σεπτεμβρίου ότι δεν βρίσκεται σε εξέλιξη συγκεκριμένη προετοιμασία για την επόμενη συνάντηση Ρωσίας–ΗΠΑ–Ουκρανίας, αν και εκτίμησε ότι η παύση δεν θα είναι παρατεταμένη.
Η επόμενη ευκαιρία θα μπορούσε να εμφανιστεί στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, όπου ο Sergey Lavrov αναμένεται να συναντηθεί με τον Marco Rubio.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια Αμερική θα εμφανιστεί εκεί απέναντι στη Ρωσία.
Η Αμερική που θέλει μια οικονομική και πολιτική συμφωνία;
Ή η Αμερική των δασμών 100%, των κυρώσεων και της «μέγιστης πίεσης»;
Για τη Μόσχα, η απάντηση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και τη δική της στάση.
Διότι όσο η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συνδυάσει την ειρηνευτική διαμεσολάβηση με έναν οικονομικό μηχανισμό που απειλεί όχι μόνο τη Ρωσία αλλά και τους μεγαλύτερους εμπορικούς της εταίρους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί στις ρωσικές αρχές ως ουδέτερος μεσολαβητής.
Ο νέος νόμος μπορεί να αποδειχθεί πανίσχυρο διαπραγματευτικό χαρτί.
Μπορεί όμως εξίσου να αποδειχθεί το μέτρο που θα κάνει τη Μόσχα να καταλήξει ότι η εποχή των συμβιβασμών τελειώνει και ότι η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ μετατρέπεται ξανά σε έναν πολύ ευρύτερο αγώνα οικονομικής και στρατηγικής αποτροπής.
www.bankingnews.gr
Ο Donald Trump υπέγραψε στις 18 Σεπτεμβρίου τον νόμο του εκλιπόντος γερουσιαστή Lindsey O. Graham για κυρώσεις Ρωσία και Ιράν, ένα από τα πιο εκτεταμένα πακέτα οικονομικής πίεσης που έχουν εγκριθεί εναντίον της Μόσχας από την έναρξη του πολέμου.
Ο νόμος στρέφεται εναντίον του ρωσικού ενεργειακού και αμυντικού τομέα, τραπεζών, αξιωματούχων και του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», ενώ δίνει στον Αμερικανό πρόεδρο σημαντικά διευρυμένες εξουσίες επιβολής δασμών.
Το πραγματικά εκρηκτικό στοιχείο, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τη Ρωσία.
Ο νόμος επιτρέπει δασμούς έως 100% σε προϊόντα χωρών που συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ προβλέπει ακόμη και δασμούς έως 500% σε προϊόντα ρωσικής προέλευσης που εισάγονται στις ΗΠΑ.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν επιχειρεί πλέον απλώς να περιορίσει τις εμπορικές σχέσεις της με τη Μόσχα.
Επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά ως μοχλό πίεσης απέναντι σε τρίτες χώρες, ώστε να περιορίσουν και εκείνες τις οικονομικές τους σχέσεις με τη Ρωσία.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η Μόσχα βλέπει μια σοβαρή κλιμάκωση.

Medvedev: Η Ουάσιγκτον καταλαβαίνει τη «στρατιωτική αποτροπή»
Η απάντηση του Dmitry Medvedev ήταν ασυνήθιστα σκληρή ακόμη και για τα δεδομένα του Ρώσου πρώην προέδρου.
Ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας δήλωσε ότι απέναντι στις νέες αμερικανικές κυρώσεις η χώρα του πρέπει να απαντήσει με τη «γλώσσα της άμεσης στρατιωτικής αποτροπής».
Η δήλωση έγινε μετά την υπογραφή του νέου νόμου από τον Trump και ο Medvedev δεν εξήγησε συγκεκριμένα ποια στρατιωτικά μέτρα είχε κατά νου.
Στο κείμενο που αποτέλεσε τη βάση του παρόντος άρθρου, ο Medvedev εμφανίζεται να υποστηρίζει ότι στις ΗΠΑ «ακούγεται μόνο η γλώσσα της άμεσης στρατιωτικής αποτροπής», παρουσιάζοντας τον νέο νόμο ως ακόμη μία πράξη μιας μακροχρόνιας πολιτικής πίεσης προς τη Ρωσία.
Η δήλωση ασφαλώς αποτελεί πολιτική τοποθέτηση και όχι ανακοίνωση συγκεκριμένης ρωσικής στρατιωτικής ενέργειας.
Αποκαλύπτει όμως κάτι σημαντικότερο: στη Μόσχα ενισχύεται η αντίληψη ότι η οικονομική και στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Δύση είναι πλέον διαφορετικές όψεις της ίδιας σύγκρουσης.
Οι κυρώσεις, σύμφωνα με αυτή τη ρωσική ανάγνωση, δεν αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητο οικονομικό μέτρο αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής με στόχο να περιοριστεί η γεωπολιτική και στρατιωτική δυνατότητα της Ρωσίας.

Δεν στοχεύουν μόνο τη Μόσχα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του νέου νόμου ενδέχεται τελικά να βρίσκεται έξω από τη Ρωσία.
Οι σημαντικότεροι αγοραστές ρωσικής ενέργειας περιλαμβάνουν μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα και η Ινδία.
Ο νέος μηχανισμός δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση τη δυνατότητα να επιβάλλει τεράστιους δασμούς σε χώρες οι οποίες συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικούς ενεργειακούς πόρους.
Επομένως, η Ουάσιγκτον επιχειρεί στην πράξη να μετατρέψει ένα αμερικανορωσικό γεωπολιτικό ζήτημα σε δίλημμα για μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας: ή μειώνεις τις σχέσεις σου με τη Ρωσία ή διακινδυνεύεις την πρόσβασή σου στην αμερικανική αγορά.
Αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της ρωσικής κριτικής.
Η Μόσχα υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι οι μονομερείς δυτικές κυρώσεις λειτουργούν ως μέσο εξωεδαφικής οικονομικής πίεσης, ιδιαίτερα όταν επιχειρούν να καθορίσουν με ποιους μπορούν να εμπορεύονται τρίτα κράτη.
Η Ινδία, για παράδειγμα, έχει επικαλεστεί την ενεργειακή ασφάλεια του πληθυσμού της, ενώ οι νέοι δασμοί ενδέχεται να αποτελέσουν σοβαρή δοκιμασία για τις αμερικανικές σχέσεις με χώρες που δεν επιθυμούν να επιλέξουν αποκλειστικά ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα.
Μπορεί το όπλο των κυρώσεων να γυρίσει μπούμερανγκ;
Η ρωσική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον χαρακτήρισε το νομοθέτημα «κακή υπηρεσία» προς την ίδια την κυβέρνηση Trump.
Το βασικό επιχείρημά της είναι ότι η προσπάθεια να περιοριστεί βίαια η πρόσβαση μεγάλων καταναλωτών στη ρωσική ενέργεια μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στις παγκόσμιες αγορές και, κατά συνέπεια, στις τιμές των καυσίμων.
Η διπλωματική αποστολή υποστήριξε ότι αυτό θα μπορούσε να έχει συνέπειες ακόμη και για τους Αμερικανούς καταναλωτές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο (3/11).
Δεν είναι βέβαιο ότι ένα τέτοιο σενάριο θα υλοποιηθεί.
Η επίδραση στις τιμές θα εξαρτηθεί από το πόσο επιθετικά θα εφαρμοστούν οι δασμοί, από τις εξαιρέσεις που θα δοθούν και από την αντίδραση των μεγάλων αγοραστών ρωσικής ενέργειας.
Ακόμη και αμερικανικές αναλύσεις, όμως, επισημαίνουν τον κίνδυνο παράπλευρων οικονομικών συνεπειών.
Το Reuters σημειώνει ότι ο Trump ενδέχεται να κινηθεί προσεκτικά ακριβώς επειδή ένα νέο κύμα εμπορικής σύγκρουσης θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Επομένως, ο νόμος είναι εξαιρετικά ισχυρός στα χαρτιά, αλλά η πραγματική του εφαρμογή παραμένει πολιτικό ερώτημα.

Η αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής
Εδώ εμφανίζεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της Ουάσιγκτον.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση Trump έχει επιχειρήσει να επαναφέρει τις ΗΠΑ στον ρόλο του διαμεσολαβητή για την Ουκρανία.
Οι Steve Witkoff και Jared Kushner ταξίδεψαν πρόσφατα τόσο στη Μόσχα όσο και στο Κίεβο, επιχειρώντας να ξεμπλοκάρουν μια διαπραγματευτική διαδικασία που είχε ουσιαστικά παγώσει επί μήνες.
Ο Volodymyr Zelensky είχε μάλιστα χαρακτηρίσει ορισμένες από τις νέες αμερικανικές προτάσεις «αξιοπρεπείς ιδέες», χωρίς όμως να υπάρξει αποφασιστική πρόοδος.
Σύμφωνα με το αρχικό υλικό, η αμερικανική πλευρά είχε παράλληλα εξετάσει ακόμη και το ενδεχόμενο οικονομικών συμφωνιών με τη Ρωσία πριν από την πλήρη λήξη της σύγκρουσης, με πιθανούς τομείς συνεργασίας την Αρκτική, τις σπάνιες γαίες και το αλουμίνιο.
Και τώρα η ίδια Ουάσιγκτον ψηφίζει ένα από τα σκληρότερα νομοθετικά πλαίσια κυρώσεων της τελευταίας περιόδου.
Ακριβώς αυτή την αντίφαση ανέδειξε το Κρεμλίνο.

Peskov: Οι κυρώσεις δυσκολεύουν την ειρήνη
Ο Dmitry Peskov είχε προειδοποιήσει ήδη πριν από την υπογραφή του νόμου ότι νέες αμερικανικές κυρώσεις θα αποτελούσαν «μη φιλική ενέργεια» και θα δυσκόλευαν τις προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας για την Ουκρανία.
Η λογική του Κρεμλίνου είναι απλή.
Αν η Ουάσιγκτον θέλει πραγματικά να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής, τότε η ταυτόχρονη επιβολή νέας μαζικής οικονομικής πίεσης δημιουργεί στη Μόσχα την εντύπωση ότι οι διαπραγματεύσεις χρησιμοποιούνται παράλληλα με μια στρατηγική εξαναγκασμού.
Από την αμερικανική και ουκρανική πλευρά, φυσικά, η λογική είναι ακριβώς αντίστροφη: χωρίς ισχυρή οικονομική πίεση, υποστηρίζουν οι υποστηρικτές των κυρώσεων, η Ρωσία δεν έχει επαρκή κίνητρα για συμβιβασμό.
Ο Zelensky χαιρέτισε την υπογραφή του νόμου και ευχαρίστησε προσωπικά τον Trump και το Κογκρέσο.
Το Κίεβο θεωρεί ότι η οικονομική πίεση μπορεί να περιορίσει τα έσοδα που επιτρέπουν στη Ρωσία να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
Πρόκειται επομένως για δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις της ίδιας πραγματικότητας.
Για το Κίεβο, οι κυρώσεις φέρνουν τη διαπραγμάτευση πιο κοντά.
Για τη Μόσχα, τη σπρώχνουν ακόμη πιο μακριά.
Ο Trump κρατά το πραγματικό κλειδί
Υπάρχει πάντως μία καθοριστική λεπτομέρεια: ο νέος νόμος δεν σημαίνει ότι όλες οι μέγιστες ποινές θα εφαρμοστούν αυτομάτως και ταυτόχρονα.
Ο Trump διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια και δυνατότητες εξαίρεσης για λόγους εθνικού συμφέροντος.
Αυτό σημαίνει ότι η νομοθεσία μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως μηχανισμός κυρώσεων αλλά και ως διαπραγματευτικό όπλο.
Η απειλή ενός δασμού 100% απέναντι σε έναν μεγάλο εμπορικό εταίρο είναι από μόνη της ισχυρός μοχλός πίεσης, ακόμη και εάν τελικά δεν επιβληθεί.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική στρατηγική σημασία του νόμου.
Δεν περιορίζει μόνο τη Ρωσία.
Δίνει στην Ουάσιγκτον ένα νέο εργαλείο πίεσης απέναντι σε μεγάλο μέρος του κόσμου.

Η «μέγιστη πίεση» συναντά τη ρωσική αποτροπή
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αμερικανορωσική αντιπαράθεση κινείται σε έναν ακόμη πιο επικίνδυνο κύκλο.
Η Ουάσιγκτον αυξάνει την οικονομική πίεση για να περιορίσει τη ρωσική δυνατότητα συνέχισης του πολέμου.
Η Μόσχα απαντά ότι τέτοιες κινήσεις ακυρώνουν το κλίμα διαπραγμάτευσης και, διά στόματος Medvedev, επαναφέρει στο προσκήνιο τη «στρατιωτική αποτροπή».
Ταυτόχρονα, οι απευθείας τριμερείς διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη συγκεκριμένο νέο γύρο.
Ο Sergey Ryabkov δήλωσε στις 19 Σεπτεμβρίου ότι δεν βρίσκεται σε εξέλιξη συγκεκριμένη προετοιμασία για την επόμενη συνάντηση Ρωσίας–ΗΠΑ–Ουκρανίας, αν και εκτίμησε ότι η παύση δεν θα είναι παρατεταμένη.
Η επόμενη ευκαιρία θα μπορούσε να εμφανιστεί στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, όπου ο Sergey Lavrov αναμένεται να συναντηθεί με τον Marco Rubio.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια Αμερική θα εμφανιστεί εκεί απέναντι στη Ρωσία.
Η Αμερική που θέλει μια οικονομική και πολιτική συμφωνία;
Ή η Αμερική των δασμών 100%, των κυρώσεων και της «μέγιστης πίεσης»;
Για τη Μόσχα, η απάντηση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και τη δική της στάση.
Διότι όσο η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συνδυάσει την ειρηνευτική διαμεσολάβηση με έναν οικονομικό μηχανισμό που απειλεί όχι μόνο τη Ρωσία αλλά και τους μεγαλύτερους εμπορικούς της εταίρους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί στις ρωσικές αρχές ως ουδέτερος μεσολαβητής.
Ο νέος νόμος μπορεί να αποδειχθεί πανίσχυρο διαπραγματευτικό χαρτί.
Μπορεί όμως εξίσου να αποδειχθεί το μέτρο που θα κάνει τη Μόσχα να καταλήξει ότι η εποχή των συμβιβασμών τελειώνει και ότι η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ μετατρέπεται ξανά σε έναν πολύ ευρύτερο αγώνα οικονομικής και στρατηγικής αποτροπής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών