Τελευταία Νέα
Διεθνή

Εξέλιξη - Οι πέντε Ευρωπαίοι συνομιλητές του Putin: Η στρατηγική της Ρωσίας για το δόγμα ασφάλειας με ΗΠΑ και Βρυξέλλες

Εξέλιξη - Οι πέντε Ευρωπαίοι συνομιλητές του Putin: Η στρατηγική της Ρωσίας για το δόγμα ασφάλειας με ΗΠΑ και Βρυξέλλες
Η Ρωσία παρακολουθεί τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών πρωτευουσών να αποκαταστήσουν διαύλους επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, την ώρα που η Ουάσιγκτον εξετάζει ένα νέο πλαίσιο ασφάλειας με απευθείας συνεννόηση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ - Το βασικό ερώτημα για τη Μόσχα δεν είναι μόνο ποιος θα αναλάβει να συνομιλήσει με τον Vladimir Putin, αλλά και κατά πόσο η Ευρώπη διαθέτει ενιαία πολιτική θέση και πραγματική διαπραγματευτική εξουσιοδότηση
Η συζήτηση για την επανέναρξη των επαφών μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης αποκτά νέα δυναμική, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να εξασφαλίσουν ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία και στη διαμόρφωση της μελλοντικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας της ηπείρου.
Από τη ρωσική πλευρά, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πρωτίστως στις κινήσεις της Ουάσιγκτον και στις δυνατότητες απευθείας συνεννόησης με την κυβέρνηση του Donald Trump. To Κρεμλίνο θεωρεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για οποιαδήποτε συμφωνία, ανεξάρτητα από τις πολιτικές ισορροπίες στο Κογκρέσο.
Την ίδια στιγμή, οι Βρυξέλλες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ουσιαστικό διπλωματικό πρόβλημα: επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαπραγματευτική διαδικασία, χωρίς ωστόσο να έχουν καταλήξει σε κοινή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Η Μόσχα εξακολουθεί να θεωρεί τον Trump βασικό συνομιλητή

H ενίσχυση των Δημοκρατικών στο αμερικανικό Κογκρέσο δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη ευρωπαϊκή επιρροή στις συνομιλίες για την Ουκρανία.
Παρά τους περιορισμούς που μπορεί να προκύψουν στην εσωτερική πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Donald Trump διατηρεί σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική, αν και η άσκησή τους υπόκειται σε θεσμικούς και νομοθετικούς περιορισμούς.
Η ρωσική ηγεσία φαίνεται να προσεγγίζει τις εξελίξεις με αυτό ακριβώς το σκεπτικό.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Dmitry Peskov, υποστήριξε ότι ο Trump θα συνεχίσει να ακολουθεί τη δική του εξωτερική πολιτική, εκφράζοντας την προσδοκία ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα διατηρήσει τις προσπάθειες για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας.
Για τη Μόσχα, η συνέχιση του διαλόγου με την Ουάσιγκτον έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μια πιθανή διευθέτηση δεν περιορίζεται στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, αλλά συνδέεται με ευρύτερα ζητήματα στρατηγικής ισορροπίας στην Ευρώπη.
Η Tatiana Kastueva-Jean, διευθύντρια του Κέντρου Ρωσίας και Ευρασίας του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (IFRI), εκτιμά ότι ακόμη και ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών δεν θα αφαιρούσε από τον Trump τη δυνατότητα να επηρεάσει αποφασιστικά τις διεθνείς διαπραγματεύσεις.
Ανάλογη εκτίμηση διατυπώνει ο Peter Trubowitz, καθηγητής στο London School of Economics, ο οποίος θεωρεί ότι μια αποδυνάμωση του Αμερικανού προέδρου στο εσωτερικό θα μπορούσε να τον ωθήσει σε εντονότερη διπλωματική δραστηριότητα στο εξωτερικό, επιδιώκοντας μια συμφωνία για την Ουκρανία.

Ρωσία και ΝΑΤΟ: Στο τραπέζι ένα νέο σύστημα επικοινωνίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ρωσική πλευρά παρουσιάζει η πρόταση που αποδίδεται στον Jared Kushner για τη δημιουργία μόνιμων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ.
Η σχετική πρωτοβουλία περιλαμβάνει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, τακτικές διαβουλεύσεις για ζητήματα ασφάλειας, μηχανισμούς στρατιωτικής διαφάνειας και διαδικασίες αποτροπής επικίνδυνων κλιμακώσεων.
Η σημασία μιας τέτοιας προσέγγισης για τη Μόσχα είναι ευρύτερη από την ουκρανική σύγκρουση.
Η ρωσική ηγεσία έχει επανειλημμένα συνδέσει τη σύγκρουση στην Ουκρανία με το ζήτημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και την ανάγκη, όπως η ίδια υποστηρίζει, για ένα νέο σύστημα αμοιβαίων εγγυήσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εγκαθίδρυση σταθερών στρατιωτικών και πολιτικών διαύλων με τη Βορειοατλαντική Συμμαχία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο μιας μελλοντικής διευθέτησης.
Ωστόσο, η προοπτική αυτή προκαλεί ανησυχία σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που φοβούνται ότι οι αποφάσεις για την ασφάλεια της ηπείρου μπορεί να ληφθούν μέσα από απευθείας συνεννόηση Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Mark Rutte, αναγνώρισε σε δηλώσεις του στο Bloomberg ότι οι επαφές του Trump με το Κρεμλίνο προκαλούν προβληματισμό μεταξύ των Ευρωπαίων συμμάχων.

Πέντε πιθανοί συνομιλητές του Putin

Καθώς η Ουάσιγκτον αναζητεί διαύλους συνεννόησης με τη Ρωσία, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν ποιο πολιτικό πρόσωπο θα μπορούσε να αναλάβει την επικοινωνία με τον Vladimir Putin.
Σύμφωνα με τις αναφορές του Politico και άλλων ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των πιθανών υποψηφίων βρίσκονται ο πρόεδρος της Φινλανδίας Alexander Stubb, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου António Costa, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Giorgia Meloni, ο πρόεδρος της Τσεχίας Petr Pavel και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας Jonas Gahr Støre.
Για τη Μόσχα, ωστόσο, το βασικό ζήτημα δεν είναι τόσο η επιλογή του προσώπου όσο η πολιτική βαρύτητα που θα διαθέτει ο εκάστοτε διαπραγματευτής.
Ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος χωρίς σαφή εντολή από τις κυβερνήσεις της ΕΕ δύσκολα θα μπορούσε να δεσμεύσει το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών σε μια συμφωνία με τη Ρωσία.
Ο Petr Pavel έχει ήδη προτείνει τον ορισμό ενός ενιαίου Ευρωπαίου διαπραγματευτή ή μιας μικρής ομάδας εκπροσώπων που θα μπορούσαν να συνομιλούν με τη Μόσχα εξ ονόματος της Ευρώπης.
Σε συνέντευξή του στο Axel Springer υποστήριξε ότι η ΕΕ οφείλει να αποκτήσει συγκεκριμένη εκπροσώπηση απέναντι στο Κρεμλίνο.
Ο ίδιος επισήμανε ότι ο Putin δεν επιθυμεί πλέον συνομιλίες με την Ursula von der Leyen, δεν διατηρεί επικοινωνία με την Kaja Kallas, ενώ έχουν περιοριστεί και οι δίαυλοι επικοινωνίας με τον Emmanuel Macron.
Οι αναφορές αυτές αναδεικνύουν το σημαντικό έλλειμμα πολιτικής εμπιστοσύνης μεταξύ της Μόσχας και κορυφαίων ευρωπαϊκών θεσμών.
Σύμφωνα με το αρχικό δημοσίευμα, οι Alexander Stubb και Jonas Gahr Støre παρουσιάζονται ως πρόσωπα με προηγούμενη απευθείας επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο, στοιχείο που θα μπορούσε να ενισχύσει την υποψηφιότητά τους για έναν ενδεχόμενο διαμεσολαβητικό ρόλο.
Από τη ρωσική οπτική, η ύπαρξη προσωπικών διαύλων επικοινωνίας είναι χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο και δυνατότητα εφαρμογής πιθανών συμφωνιών.

Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της Ευρώπης

Η αναζήτηση Ευρωπαίου συνομιλητή της Μόσχας δυσκολεύεται από τις βαθιές διαφορές ανάμεσα στα κράτη της ΕΕ ως προς τη στρατηγική αντιμετώπισης της Ρωσίας.
Οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και ορισμένες βορειοευρωπαϊκές κυβερνήσεις τάσσονται υπέρ της διατήρησης ισχυρής στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης.
Αντίθετα, σε τμήματα της νότιας Ευρώπης καταγράφεται μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη μελλοντική αποκλιμάκωση των εντάσεων και την προοπτική αποκατάστασης οικονομικών σχέσεων, εφόσον διαμορφωθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες.
Ο πρωθυπουργός της Εσθονίας Kristen Michal έχει ταχθεί κατά της δημιουργίας ξεχωριστής ευρωπαϊκής διαδικασίας διαμεσολάβησης που θα μπορούσε να αποδυναμώσει την κοινή στάση απέναντι στη Ρωσία.
Σε συνέντευξή του στο Politico υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να μιλά «με μία φωνή» και να συνεχίσει την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα.
Αυτή η προσέγγιση, όμως, συγκρούεται με τις επιδιώξεις όσων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων θεωρούν ότι η απουσία άμεσης επικοινωνίας με το Κρεμλίνο περιορίζει την επιρροή τους στις εξελίξεις.
Η Μόσχα παρακολουθεί αυτές τις αντιθέσεις, γνωρίζοντας ότι η απουσία κοινής ευρωπαϊκής θέσης δυσχεραίνει τη διαμόρφωση μιας ενιαίας διαπραγματευτικής γραμμής.

Η συνάντηση με τον Kirill Dmitriev και τα μηνύματα της Ουάσιγκτον

Στο επίκεντρο του ρωσικού ενδιαφέροντος βρίσκονται επίσης οι επαφές μεταξύ Αμερικανών αξιωματούχων και εκπροσώπων της ρωσικής πλευράς.
Μετά από συνάντηση με τον επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων (RDIF), Kirill Dmitriev, ο Donald Trump εμφανίστηκε αισιόδοξος για την προοπτική μιας συμφωνίας σχετικά με την Ουκρανία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την υπό διαμόρφωση συμφωνία ιδιαίτερα θετική, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει τους όρους ή το πιθανό χρονοδιάγραμμά της.
Για τη Μόσχα, οι επαφές αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει πολιτικές λύσεις με ευρύτερη στρατηγική διάσταση.
Παράλληλα, η ρωσική πλευρά επιδιώκει να διαπιστώσει κατά πόσο οι αμερικανικές προτάσεις μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις και όχι να περιοριστούν σε γενικές διπλωματικές διακηρύξεις.
Η ουσία της διαπραγμάτευσης, από ρωσικής πλευράς, συνδέεται με την αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφαλείας που η Μόσχα θεωρεί θεμελιώδη για τις σχέσεις της με τη Δύση.
Ο κίνδυνος να μείνει η Ευρώπη εκτός των αποφάσεων
Η αναλύτρια Liana Fix, οι εκτιμήσεις της οποίας παρουσιάζονται από το The Economist, προειδοποιεί για το ενδεχόμενο βαθύτερου κατακερματισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας.
Η διατήρηση διαφορετικών προτεραιοτήτων μεταξύ ανατολικών, βόρειων και νότιων ευρωπαϊκών κρατών μπορεί να δυσκολέψει την υιοθέτηση κοινής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία.
Παρόμοιο προβληματισμό εκφράζει ο Κινέζος αναλυτής Sun Chenghao του Tsinghua University, ο οποίος, σύμφωνα με τη South China Morning Post, εκτιμά ότι ο αποκλεισμός των Ευρωπαίων από διαπραγματεύσεις για τη δική τους ασφάλεια θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερη την εφαρμογή των τελικών συμφωνιών.
Για τη ρωσική διπλωματία, το ενδεχόμενο αυτό διαμορφώνει μια σύνθετη πραγματικότητα.
Από τη μία πλευρά, η απευθείας διαπραγμάτευση με την Ουάσιγκτον θα μπορούσε να διευκολύνει την επίτευξη συνεννόησης σε κρίσιμα ζητήματα. Από την άλλη, οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη συμφωνία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια θα απαιτούσε τη συμμετοχή ή τουλάχιστον την αποδοχή σημαντικών ευρωπαϊκών κρατών.
Επομένως, η Μόσχα έχει λόγους να ενδιαφέρεται για την επαναλειτουργία αξιόπιστων διαύλων επικοινωνίας με την Ευρώπη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδέχεται εκ των προτέρων τις ευρωπαϊκές θέσεις.

Η Μόσχα αναζητεί συνομιλητές με πραγματική πολιτική ισχύ

Το κεντρικό ζήτημα για τη Ρωσία δεν περιορίζεται στην επιλογή ανάμεσα στους πέντε υποψήφιους Ευρωπαίους συνομιλητές.
Η ουσιαστική πρόκληση είναι να διαπιστωθεί εάν η Ευρώπη μπορεί να διαμορφώσει μια κοινή θέση για το ουκρανικό και τη μελλοντική ασφάλεια της ηπείρου.
Η έλλειψη ενιαίας στρατηγικής, οι αντιθέσεις μεταξύ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και η δυσπιστία στις σχέσεις με το Κρεμλίνο περιορίζουν τις δυνατότητες μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής διαπραγματευτικής πρωτοβουλίας.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει το πολιτικό βάρος και τα στρατηγικά μέσα που καθιστούν τη συμμετοχή της καθοριστική για μια πιθανή διευθέτηση.
Από τη ρωσική σκοπιά, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε θα αποκτήσει σαφή διαπραγματευτική εντολή και θα αποκαταστήσει ουσιαστικό διάλογο με τη Μόσχα είτε θα διακινδυνεύσει να περιοριστεί στον ρόλο του παρατηρητή μιας διαδικασίας που θα καθορίσει το μέλλον της δικής της ασφάλειας.
Για το Κρεμλίνο, συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος Ευρωπαίος ηγέτης μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο και να μιλήσει με τον Vladimir Putin. Είναι ποιος διαθέτει την εξουσία, την πολιτική βούληση και την αξιοπιστία να διαπραγματευτεί και να υλοποιήσει μια συμφωνία με τη Ρωσία.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης