Άρθρο του οικονομολόγου Σαράντου Λέκκα στο BN
Πολλές φορές όταν βιώνουμε ένα γεγονός στον οικονομικό τομέα νομίζουμε ότι πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κατάσταση που δεν έχει ανάλογο προηγούμενο.
Πρόκειται για ψευδαίσθηση διότι κυρίως στον οικονομικό τομέα με σπανιότητα ανάλογη τετράφυλλου τριφυλλιού δεν υπάρχει κάτι που να μην έχει εμφανιστεί, κάτι που δεν έχει αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα του τρόποu που αντιμετωπίστηκε, κάτι που δεν έγειρε συζητήσεις και αντιπαλότητες .
Απλά η λήθη ως βασικό χαρακτηριστικό του χρόνου όπως και οι πρωταγωνιστές ανάλογων γεγονότων μέλη γενεών που έφυγαν συμβάλουν άθελα τους στην διαμόρφωση μιας ψευδαίσθησης ότι αυτό που βιώνεται σε παρόντα χρόνο είναι πρωτοεμφανιζόμενο.
Μεγίστη πλάνη , η οποία όμως βολεύει το πολιτικό κατεστημένο μιας και θέλει να εμφανίζεται ως απομηχανής θεός, ως σωτήρας.
Οι πολιτικοί αρέσκονται να διαφημίζουν τις λύσεις που δίνουν στα διάφορα προβλήματα ξεχνώντας ότι τις περισσότερες φορές διαρρηγνύουν ανοιχτές πόρτες.
Δυστυχώς για αυτούς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν, η χρησιμοποίηση ίδιων ή ανάλογων είναι δεδομένη, εκείνο όμως που θα διαφέρει είναι το κατά ποσό κοντά στον λαϊκισμό και στα επιχειρηματικά συμφέροντα θα είναι η νέα εκδοχή της λύσης που θα επιλεγεί.
Ένα πρόβλημα που νομίζουμε ότι είναι πρωτόγνωρο είναι αυτό των δανείων σε ελβετικά φράγκα.
Την περίοδο 2005-2010 περίπου 55.000 νοικοκυριά πήραν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, συνολικού ύψους 10 δισ. € στην ισοτιμία 1 € = 1,67 ελβετικά φράγκα.
Σήμερα διαμορφώνεται στο 1 ευρώ= 0,93 ελβετικά φράγκα που σημαίνει αύξηση στο κεφάλαιο κατά 70% και όλος ο συναλλαγματικός κίνδυνος μετακυλύετε στους δανειολήπτες.
Σήμερα οι τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκια τους περί τις 20.000 στεγαστικά σε ελβετικό με το υπόλοιπο τους να υπολογίζεται στα 2,5 δισ. ευρώ.
Και άλλα 15.000 δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ, βρίσκονται στα χέρια των servicers.
Για να είμαστε απόλυτα αντικειμενικοί και για να διαχωρίσουμε την ήρα από το στάρι θέτοντας το πρόβλημα εις το τύπον των ήλων πρέπει να αναφέρουμε ότι :
Πρώτον, όλοι γνώριζαν τα πάντα και δεν αναφερόμαστε στην πλευρά των τραπεζών που οι γνώσεις για τον συγκεκριμένο τύπο δανείων θεωρούνται αυτονόητες αλλά και από την πλευρά των δανειοληπτών οι οποίοι επέλεξαν το σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο της ισοτιμίας.
Δεύτερον , οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες όπως και οι χορηγοί τους γνώριζαν καλά ότι σε περίπτωση ανατίμησης του ελβετικού φράγκου το ποσοστό της ανατίμησης προστίθεται στο επιτόκιο αυξάνοντας ισόποσα το κόστος εξυπηρέτησης .
Τρίτον, μιλούμε για στεγαστικά δάνεια με εξασφάλιση αστικό ακίνητο.
Τέταρτον, μιλούμε για κόκκινα δάνεια που έφυγαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών και επέστρεψαν σε αυτούς υπό την μορφή ομολόγων και μάλιστα εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο στα πλαίσια του προγράμματος ‘Ηρακλής’.
Πέμπτον, μιλούμε για κόκκινα δάνεια με υψηλό δείκτη στάθμισης για το χρονικό διάστημα που ήταν δάνεια και μηδενικό τώρα που είναι στην μορφή ομολογιών .
Έκτον, όσες χώρες αντιμετώπισαν το όλο θέμα είτε έχοντας ως νόμισμα το ευρώ , είτε το δικό τους μιας και δεν βρίσκονται στην ευρωζώνη , πρόκριναν την λύση μετατροπής τους στο εγχώριο νόμισμα με ισοτιμία την ημέρα χορήγησης τους.
Όλα όσα αναφέραμε θεωρούνται πρωτόγνωρα ενώ την τελευταία τριετία σταδιακά ωρίμαζε η ιδέα της εξεύρεσης μιας λύσης και για τους έλληνες δανειολήπτες.
Είναι όμως πρωτόγνωρα τέτοια προβλήματα ή έχουν ξαναεμφανιστεί και αντιμετωπιστεί με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν και στο παρελθόν;
Το ημερολόγιο έδειχνε 25 Απριλίου 1932 όταν ο Υπουργός οικονομικών Κυριάκος Βαρβαρέσος της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου από το βήμα της βουλής εισηγούνταν την έξοδο της δραχμής από τον κανόνα του χρυσού.
Η υποτίμηση της δραχμής θα ήταν πλέον δεδομένη με το ζητούμενο να επικεντρώνεται στο ύψος της υποτίμησης αφού πλέον η δραχμή θα προσδιορίζονταν ελεύθερα με αυστηρούς συναλλαγματικούς περιορισμούς .
Τελικά η υποτίμηση άμεσα έφτασε το 40% με την Τράπεζα της Ελλάδος να πουλά πλέον το δολάριο στις 130 δραχμές ενώ ακολούθησε μια περίοδος μικρής διολίσθησης που οδήγησε σωρευτικά τα επίπεδα υποτίμησης στο 43%.
Σε αυτά τα επίπεδα θα παρέμενε η δραχμή καθόλη την διάρκεια του μεσοπόλεμου.
Όμως την περίοδο που είχε προηγηθεί η έλλειψη εμπιστοσύνης για την δραχμή είχε οδηγήσει πολλούς δανειολήπτες με την προτροπή των εγχώριων εμπορικών τραπεζών στην λήψη δανείων με ρήτρα συναλλάγματος ενώ πολλοί καταθέτες διατηρούσαν τις αποταμιεύσεις τους σε συνάλλαγμα ειδικά για εκείνους που τα μεταναστευτικά εμβάσματα αποτελούσαν την πηγή των καταθέσεων τους.
Η υποτίμηση της δραχμής οδήγησε στο αυτονόητο στην υποχρέωση όσων είχαν λάβει δάνεια με ρήτρα συναλλάγματος να εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους με διπλάσιο περίπου κόστος.
Φυσικά στους οφειλέτες τοποθετούνταν και οι τράπεζες οι οποίες καλούνταν να εξοφλήσουν τους καταθέτες συναλλάγματος με βάση την νέα ισοτιμία.
Το πρόβλημα μεγάλο τα ηθικά διλήμματα πολλά και οι λύσεις συγκεκριμένες και υψηλού πολιτικού κόστους.
Τελικά επελέγη η μέση οδός η μετατροπή των υποχρεώσεων σε δραχμές όχι όμως με την τρέχουσα ισοτιμία των 144 δραχμών όπως είχε διαμορφωθεί αλλά προς 100 δραχμές ανά δολάριο.
Στην ουσία τα κέρδη των καταθέτων από την υποτίμηση της δραχμής χρηματοδοτούσαν τις απώλειες των δανειοληπτών δίνοντας την δυνατότητα στην κυβέρνηση να προβάλει το κοινωνικό της πρόσωπο.
Ο αυθαίρετος τρόπος της δραχμοποίησης των υποχρεώσεων στην ουσία προστάτευε τις τράπεζες οι οποίες την ίδια χρονική στιγμή θα βρίσκονταν αντιμέτωπες με τη αύξηση των αθετήσεων των δανείων με ρήτρα συναλλάγματος και παράλληλα με την αύξηση του κόστους αποπληρωμής των καταθετών τους σε
επίπεδα πάνω του 40%.
Άρα η παρέμβαση Βαρβαρέσου –Βενιζέλου δεν είχε σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη όπως προβάλλονταν, ούτε με την πάταξη κερδοσκοπικών πρακτικών , ήταν καθαρά πράξη στήριξης των εμπορικών τραπεζών εις βάρος των καταθετών .
Σε μια υποτίμηση δεν υπάρχει μόνο αύξηση της αξίας των καταθέσεων σε ξένο συνάλλαγμα αλλά και σε πλήθος περιουσιακών στοιχείων σε ξένο νόμισμα όπως ακίνητα, εμπορεύματα , μηχανήματα, οπότε το να απομονώνουμε μόνο τους καταθέτες επειδή επιβαρύνουν τις τράπεζες αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό κυβερνήσεων που άγονται και φέρονται από την έλλειψη πίστης στο κράτος δικαίου και φυσικά από τον λαϊκισμό.
Ακριβώς η ίδια λογική προκρίθηκε ως λύση του προβλήματος με τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα.
Το τραπεζικό κατεστημένο δεν θα επέτρεπε λύση υψηλού κόστους οπότε η επιλογή στην λαϊκίστικη μορφή βάσει κοινωνικών οικονομικών κριτηρίων ήταν μονόδρομος.
Όποτε το τραπεζικό κατεστημένο υιοθέτει λύσεις πάντα αρέσκεται στην λαϊκίστικη πρακτική των ελάχιστων επιπέδων διαβίωσης σαν όλοι οι πολίτες που κινούνται στα όρια της φτώχειας να έχουν την δυνατότητα λήψης δανείων σε ξένο συνάλλαγμα ή δανείων άνω των 200 χιλ. €
Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο με τους κυβερνητικούς μπάτλερ να σερβίρουν ότι τους έχουν παραγγέλλει τα οικονομικά λόμπυ και αυτό να θεωρείται ώριμη και τεχνοκρατική λύση υψηλού επιπέδου.
Εάν θεωρήσουμε ότι πολλά δάνεια σε ελβετικά φράγκα διανύουν την τρίτη δεκαετία από την χορήγηση τους και η ωρίμανση τους είναι τέτοιας μορφής που ακόμη και μια 5ετη επιμήκυνση ελάχιστα προσφέρει στην εξυπηρέτηση τους , όπως και εάν λάβουμε υπόψη ότι εξαιρούνται τα κόκκινα δάνεια, τότε σαφέστατα η κυβέρνηση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.
Λέκκας Σαράντος
Οικονομολόγος
www.bankingnews.gr
Πρόκειται για ψευδαίσθηση διότι κυρίως στον οικονομικό τομέα με σπανιότητα ανάλογη τετράφυλλου τριφυλλιού δεν υπάρχει κάτι που να μην έχει εμφανιστεί, κάτι που δεν έχει αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα του τρόποu που αντιμετωπίστηκε, κάτι που δεν έγειρε συζητήσεις και αντιπαλότητες .
Απλά η λήθη ως βασικό χαρακτηριστικό του χρόνου όπως και οι πρωταγωνιστές ανάλογων γεγονότων μέλη γενεών που έφυγαν συμβάλουν άθελα τους στην διαμόρφωση μιας ψευδαίσθησης ότι αυτό που βιώνεται σε παρόντα χρόνο είναι πρωτοεμφανιζόμενο.
Μεγίστη πλάνη , η οποία όμως βολεύει το πολιτικό κατεστημένο μιας και θέλει να εμφανίζεται ως απομηχανής θεός, ως σωτήρας.
Οι πολιτικοί αρέσκονται να διαφημίζουν τις λύσεις που δίνουν στα διάφορα προβλήματα ξεχνώντας ότι τις περισσότερες φορές διαρρηγνύουν ανοιχτές πόρτες.
Δυστυχώς για αυτούς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν, η χρησιμοποίηση ίδιων ή ανάλογων είναι δεδομένη, εκείνο όμως που θα διαφέρει είναι το κατά ποσό κοντά στον λαϊκισμό και στα επιχειρηματικά συμφέροντα θα είναι η νέα εκδοχή της λύσης που θα επιλεγεί.
Ένα πρόβλημα που νομίζουμε ότι είναι πρωτόγνωρο είναι αυτό των δανείων σε ελβετικά φράγκα.
Την περίοδο 2005-2010 περίπου 55.000 νοικοκυριά πήραν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, συνολικού ύψους 10 δισ. € στην ισοτιμία 1 € = 1,67 ελβετικά φράγκα.
Σήμερα διαμορφώνεται στο 1 ευρώ= 0,93 ελβετικά φράγκα που σημαίνει αύξηση στο κεφάλαιο κατά 70% και όλος ο συναλλαγματικός κίνδυνος μετακυλύετε στους δανειολήπτες.
Σήμερα οι τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκια τους περί τις 20.000 στεγαστικά σε ελβετικό με το υπόλοιπο τους να υπολογίζεται στα 2,5 δισ. ευρώ.
Και άλλα 15.000 δάνεια ύψους 5 δισ. ευρώ, βρίσκονται στα χέρια των servicers.
Για να είμαστε απόλυτα αντικειμενικοί και για να διαχωρίσουμε την ήρα από το στάρι θέτοντας το πρόβλημα εις το τύπον των ήλων πρέπει να αναφέρουμε ότι :
Πρώτον, όλοι γνώριζαν τα πάντα και δεν αναφερόμαστε στην πλευρά των τραπεζών που οι γνώσεις για τον συγκεκριμένο τύπο δανείων θεωρούνται αυτονόητες αλλά και από την πλευρά των δανειοληπτών οι οποίοι επέλεξαν το σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο της ισοτιμίας.
Δεύτερον , οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες όπως και οι χορηγοί τους γνώριζαν καλά ότι σε περίπτωση ανατίμησης του ελβετικού φράγκου το ποσοστό της ανατίμησης προστίθεται στο επιτόκιο αυξάνοντας ισόποσα το κόστος εξυπηρέτησης .
Τρίτον, μιλούμε για στεγαστικά δάνεια με εξασφάλιση αστικό ακίνητο.
Τέταρτον, μιλούμε για κόκκινα δάνεια που έφυγαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών και επέστρεψαν σε αυτούς υπό την μορφή ομολόγων και μάλιστα εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο στα πλαίσια του προγράμματος ‘Ηρακλής’.
Πέμπτον, μιλούμε για κόκκινα δάνεια με υψηλό δείκτη στάθμισης για το χρονικό διάστημα που ήταν δάνεια και μηδενικό τώρα που είναι στην μορφή ομολογιών .
Έκτον, όσες χώρες αντιμετώπισαν το όλο θέμα είτε έχοντας ως νόμισμα το ευρώ , είτε το δικό τους μιας και δεν βρίσκονται στην ευρωζώνη , πρόκριναν την λύση μετατροπής τους στο εγχώριο νόμισμα με ισοτιμία την ημέρα χορήγησης τους.
Όλα όσα αναφέραμε θεωρούνται πρωτόγνωρα ενώ την τελευταία τριετία σταδιακά ωρίμαζε η ιδέα της εξεύρεσης μιας λύσης και για τους έλληνες δανειολήπτες.
Είναι όμως πρωτόγνωρα τέτοια προβλήματα ή έχουν ξαναεμφανιστεί και αντιμετωπιστεί με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν και στο παρελθόν;
Το ημερολόγιο έδειχνε 25 Απριλίου 1932 όταν ο Υπουργός οικονομικών Κυριάκος Βαρβαρέσος της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου από το βήμα της βουλής εισηγούνταν την έξοδο της δραχμής από τον κανόνα του χρυσού.
Η υποτίμηση της δραχμής θα ήταν πλέον δεδομένη με το ζητούμενο να επικεντρώνεται στο ύψος της υποτίμησης αφού πλέον η δραχμή θα προσδιορίζονταν ελεύθερα με αυστηρούς συναλλαγματικούς περιορισμούς .
Τελικά η υποτίμηση άμεσα έφτασε το 40% με την Τράπεζα της Ελλάδος να πουλά πλέον το δολάριο στις 130 δραχμές ενώ ακολούθησε μια περίοδος μικρής διολίσθησης που οδήγησε σωρευτικά τα επίπεδα υποτίμησης στο 43%.
Σε αυτά τα επίπεδα θα παρέμενε η δραχμή καθόλη την διάρκεια του μεσοπόλεμου.
Όμως την περίοδο που είχε προηγηθεί η έλλειψη εμπιστοσύνης για την δραχμή είχε οδηγήσει πολλούς δανειολήπτες με την προτροπή των εγχώριων εμπορικών τραπεζών στην λήψη δανείων με ρήτρα συναλλάγματος ενώ πολλοί καταθέτες διατηρούσαν τις αποταμιεύσεις τους σε συνάλλαγμα ειδικά για εκείνους που τα μεταναστευτικά εμβάσματα αποτελούσαν την πηγή των καταθέσεων τους.
Η υποτίμηση της δραχμής οδήγησε στο αυτονόητο στην υποχρέωση όσων είχαν λάβει δάνεια με ρήτρα συναλλάγματος να εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους με διπλάσιο περίπου κόστος.
Φυσικά στους οφειλέτες τοποθετούνταν και οι τράπεζες οι οποίες καλούνταν να εξοφλήσουν τους καταθέτες συναλλάγματος με βάση την νέα ισοτιμία.
Το πρόβλημα μεγάλο τα ηθικά διλήμματα πολλά και οι λύσεις συγκεκριμένες και υψηλού πολιτικού κόστους.
Τελικά επελέγη η μέση οδός η μετατροπή των υποχρεώσεων σε δραχμές όχι όμως με την τρέχουσα ισοτιμία των 144 δραχμών όπως είχε διαμορφωθεί αλλά προς 100 δραχμές ανά δολάριο.
Στην ουσία τα κέρδη των καταθέτων από την υποτίμηση της δραχμής χρηματοδοτούσαν τις απώλειες των δανειοληπτών δίνοντας την δυνατότητα στην κυβέρνηση να προβάλει το κοινωνικό της πρόσωπο.
Ο αυθαίρετος τρόπος της δραχμοποίησης των υποχρεώσεων στην ουσία προστάτευε τις τράπεζες οι οποίες την ίδια χρονική στιγμή θα βρίσκονταν αντιμέτωπες με τη αύξηση των αθετήσεων των δανείων με ρήτρα συναλλάγματος και παράλληλα με την αύξηση του κόστους αποπληρωμής των καταθετών τους σε
επίπεδα πάνω του 40%.
Άρα η παρέμβαση Βαρβαρέσου –Βενιζέλου δεν είχε σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη όπως προβάλλονταν, ούτε με την πάταξη κερδοσκοπικών πρακτικών , ήταν καθαρά πράξη στήριξης των εμπορικών τραπεζών εις βάρος των καταθετών .
Σε μια υποτίμηση δεν υπάρχει μόνο αύξηση της αξίας των καταθέσεων σε ξένο συνάλλαγμα αλλά και σε πλήθος περιουσιακών στοιχείων σε ξένο νόμισμα όπως ακίνητα, εμπορεύματα , μηχανήματα, οπότε το να απομονώνουμε μόνο τους καταθέτες επειδή επιβαρύνουν τις τράπεζες αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό κυβερνήσεων που άγονται και φέρονται από την έλλειψη πίστης στο κράτος δικαίου και φυσικά από τον λαϊκισμό.
Ακριβώς η ίδια λογική προκρίθηκε ως λύση του προβλήματος με τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα.
Το τραπεζικό κατεστημένο δεν θα επέτρεπε λύση υψηλού κόστους οπότε η επιλογή στην λαϊκίστικη μορφή βάσει κοινωνικών οικονομικών κριτηρίων ήταν μονόδρομος.
Όποτε το τραπεζικό κατεστημένο υιοθέτει λύσεις πάντα αρέσκεται στην λαϊκίστικη πρακτική των ελάχιστων επιπέδων διαβίωσης σαν όλοι οι πολίτες που κινούνται στα όρια της φτώχειας να έχουν την δυνατότητα λήψης δανείων σε ξένο συνάλλαγμα ή δανείων άνω των 200 χιλ. €
Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο με τους κυβερνητικούς μπάτλερ να σερβίρουν ότι τους έχουν παραγγέλλει τα οικονομικά λόμπυ και αυτό να θεωρείται ώριμη και τεχνοκρατική λύση υψηλού επιπέδου.
Εάν θεωρήσουμε ότι πολλά δάνεια σε ελβετικά φράγκα διανύουν την τρίτη δεκαετία από την χορήγηση τους και η ωρίμανση τους είναι τέτοιας μορφής που ακόμη και μια 5ετη επιμήκυνση ελάχιστα προσφέρει στην εξυπηρέτηση τους , όπως και εάν λάβουμε υπόψη ότι εξαιρούνται τα κόκκινα δάνεια, τότε σαφέστατα η κυβέρνηση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.
Λέκκας Σαράντος
Οικονομολόγος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών