Τελευταία Νέα
Απόψεις - Άρθρα

Λέκκας (οικονομολόγος): Ο πρωτογενής τομέας σε αδιέξοδο - Πώς τα κόκκινα δάνεια στραγγαλίζουν την παραγωγή

Λέκκας (οικονομολόγος): Ο πρωτογενής τομέας σε αδιέξοδο - Πώς τα κόκκινα δάνεια στραγγαλίζουν την παραγωγή

Γράφει ο οικονομολόγος, Σαράντος Λέκκας

Υπάρχει οργή και αγανάκτηση στους εργαζόμενους στον πρωτογενή τομέα; Υπάρχει, όπως υπάρχουν προβλήματα, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, χειροτέρευση των όρων παραγωγής, πολιτικός λαϊκισμός, κυβερνητικός εμπαιγμός και κυρίως δραματικές προοπτικές που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδα και εγκατάλειψη σε σημείο αποδεκατισμού.
Η λειψυδρία είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των αγροτών, με τις ασθένειες τύπου φυλλοξήρας, την έλλειψη εργατικών χεριών, τις ελληνοποιήσεις φρούτων και λαχανικών, το αυξημένο κόστος ενέργειας και λιπασμάτων να συμπληρώνουν την ιδιαίτερα άσχημη ζώσα πραγματικότητα.
Οι ασθένειες, οι ελληνοποιήσεις, το κόστος εκτροφής, οι μεσάζοντες και η αδιαφορία των νέων για το επάγγελμα είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα των κτηνοτρόφων.

Επιδοτήσεις και προοπτικές

Οι επιδοτήσεις, όταν δεν προσφέρονται για ρεμούλες τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, αποτελούν ανάσα για τους παραγωγούς. Όμως, σύμφωνα με την πρόταση της Κομισιόν για τη χρηματοδότηση του αγροτικού τομέα στην βάση του νέου προϋπολογισμού 2028-2033, θα μειωθούν κατά 20% στα επίπεδα των 294 δισ. ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον εξοπλισμό και την άμυνα, με δαπάνες ύψους 800 δισ. ευρώ, παρά στη παραγωγή φυτικών και ζωικών προϊόντων.
Σημεία των καιρών, εάν λάβουμε υπόψη ότι οι προτεραιότητες των ελίτ είναι πάντα στην πρώτη θέση της ατζέντας των οργάνων της Ένωσης, ενώ η πραγματική οικονομία έπεται και αφήνεται στην τύχη της, με ότι αυτό σημαίνει για τις τιμές και το βιοτικό επίπεδο των απλών πολιτών.

Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων

Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και ένα σημαντικότατο και διαχρονικό πρόβλημα που μαστίζει αγρότες και κτηνοτρόφους, το πρόβλημα των κόκκινων δανείων τους.
Οι ενασχολούμενοι με τον αγροτικό τομέα της χώρας μας περίμεναν μια ουσιαστική κυβερνητική παρέμβαση για την λύση ενός μεγίστου προβλήματος, προς την κατεύθυνση διαγράφων αλλά και ρυθμίσεων με μεγάλη διάρκεια και μικρές επιτοκιακές επιβαρύνσεις.
Η αναμονή έλαβε τέλος με την ψήφιση του νόμου 5184/2025 στις αρχές Μαρτίου του προηγούμενου έτους, όπου το υποτιθέμενο κούρεμα των δανείων, που θα αφορούσε απαιτήσεις 2,5 δισ. ευρώ, 21 χιλιάδες αγρότες και 700 συνεταιρισμούς, μετατράπηκε σε θεσμοθέτηση της ανάθεσης του αγροτικού χαρτοφυλακίου της PQH σε διαχειριστή, που θα έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Αντί ουσιαστικής παρέμβασης, θεσμοθετήθηκε η παραχώρηση των απαιτήσεων των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων από τον ειδικό εκκαθαριστή σε διαχειριστή πιστώσεων.
Η διαχείριση των απαιτήσεων έναντι αγροτών, φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και αγροτικών συνεταιρισμών, θα δίνονταν σε διαχειριστή πιστώσεων, ο οποίος κατά προτίμηση θα μπορεί να αναχρηματοδοτήσει ο ίδιος ή να συμπράξει με πιστωτικό ίδρυμα.

Η πορεία των κόκκινων δανείων

Εδώ να θυμίσουμε πως φτάσαμε στην ανάθεση των κόκκινων δανείων των αγροτών σε ειδικό εκκαθαριστή.
Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) από το 2011 έχει στηρίξει κεφαλαιακά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων που αποσκοπούσαν στην κάλυψη του funding gap, του χρηματοδοτικού δηλαδή κενού που προέκυψε μετά τη διάσπαση ορισμένων τραπεζών σε καλές και κακές (good/bad).
Το 2016 ιδρύθηκε η PQH, η οποία διορίστηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ως Ενιαίος Ειδικός Εκκαθαριστής για όσα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα βρίσκονταν σε εκκαθάριση (τότε 20, σήμερα 18).
Ο ουσιαστικός στόχος του διορισμού ήταν η ανάκτηση των κεφαλαίων που είχαν καλύψει το χρηματοδοτικό κενό/funding gap.
Με τη θεσμοθέτηση της παραχώρησης των απαιτήσεων των υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων από τον ειδικό εκκαθαριστή – PQH σε διαχειριστή πιστώσεων – αποδεικνυόταν η αποτυχία του εκκαθαριστή να αντιμετωπίσει το όλο θέμα και κυρίως η παντελής απουσία ουσιαστικών παρεμβάσεων από την Κυβέρνηση και την Τράπεζα Ελλάδος προς την κατεύθυνση ομαλοποίησης των πιέσεων που δέχονταν ο αγροτικός κόσμος από τη θηλεία των καθυστερουμένων δανείων του.

Εμπαιγμός και ψευδαισθήσεις

Το ευτράπελο που εμπεριέχει στοιχεία εμπαιγμού προς τους αγρότες είναι το γεγονός ότι ο νόμος 5184/2025 αναφερόταν σε διαχείριση των απαιτήσεων από διαχειριστή πιστώσεων, ο οποίος κατά προτίμηση θα μπορεί να αναχρηματοδοτήσει ο ίδιος ή να συμπράξει με πιστωτικό ίδρυμα, τις οφειλές των αγροτών.
Και είναι εμπαιγμός και κοροϊδία, διότι στην Ελλάδα λειτουργούν 18 Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) και, παρά τη σχετική πρόβλεψη, καμία ΕΔΑΔΠ δεν έχει αιτηθεί άδεια για την αναχρηματοδότηση απαιτήσεων.
Το υπουργείο γνώριζε ότι, παρά τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας αναχρηματοδότησης των οφειλετών από τους servicers με την ψήφιση σχετικού νόμου το 2023, δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον από αυτούς για τη λήψη σχετικής άδειας.
Από το υπουργείο διέφευγε το αυτονόητο: ότι οι servicers επιζητούν το υψηλότερο κέρδος με τις λιγότερες δαπάνες και τις επίσης λιγότερες ευθύνες.
Εξάλλου η κεντρική τράπεζα, μέσω της καθιέρωσης των ελάχιστων ορίων στα μετοχικά κεφάλαια, τορπίλιζε ανάλογες δραστηριότητες από την πλευρά των servicers.
Για την απλή διαχείριση κόκκινων δανείων απαιτείται μετοχικό κεφάλαιο 100.000 ευρώ, ενώ για την αναχρηματοδότηση πιστούχων 4.000.000 ευρώ.
Πιστεύει κάποιος ότι οι servicers θα άφηναν τη σιγουριά των υψηλών προμηθειών της διαχείρισης με την υψηλού κόστους και μεγάλων ευθυνών αναχρηματοδότηση των δανειοληπτών που είχαν το προηγούμενο του κακοπληρωτή;
Μόνο το υπουργείο οικονομικών και η κεντρική τράπεζα θα μπορούσαν να έχουν τέτοιες ψευδαισθήσεις.
Μόνο όσοι χειρίζονται τέτοια προβλήματα από τη σιγουριά των καλά αμειβόμενων κλειστών τους γραφείων θα μπορούσαν να έχουν τέτοιες προσδοκίες.
Διότι μόνο όποιος έρχεται σε επαφή με τους πραγματικούς πρωταγωνιστές του προβλήματος των κόκκινων δανείων μπορεί να κατανοήσει ότι η λύση περνά μόνο μέσα από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και των κερδών των επιχειρήσεων.

Παρελθούσες λύσεις και ηθικός κίνδυνος

Οι όποιες άλλες λύσεις, με δεδομένο ότι ο ηθικός κίνδυνος αποτρέπει τη νομοθετική διαγραφή σημαντικών τμημάτων των κόκκινων δανείων, ανάλογη του νόμου περί Πανωτοκιών την περίοδο Καραμανλή, απλά ποντάρουν στον εκφυλισμό του προβλήματος προϊόντος του χρόνου.
Η ιστορία θα δείξει εάν αυτό πρακτικά θα επαναληφτεί, όπως με το σταφιδικό ζήτημα ή όπως τείνει να επαναληφτεί στην περίπτωση των δανείων σε ελβετικά φράγκα.
Όμως και ο αγροτικός κόσμος πρέπει να κάνει αυτοκριτική και να πάψει πλέον να πιστεύει ότι θα υπάρξει διαγραφή χρεών ή κάποια προνομιακή μεταχείριση.
Η προνομιακή μεταχείριση των αγροτών από το πιστωτικό σύστημα της χώρας πήρε τέλος το καλοκαίρι του 2012. Τότε έπρεπε να υπάρξει άμεση και καταλυτική αντίδραση, αντίδραση ουσίας, αντίδραση ζωής για το πιο παραγωγικό τμήμα της πραγματικής οικονομίας.
Η μοίρα των αγροτών, αλλά και ό,τι λαμβάνει χώρα την τελευταία 13ετία, κρίθηκε το καλοκαίρι του 2012, όταν πουλήθηκε η Αγροτική Τράπεζα.

Η πώληση της Αγροτικής Τράπεζας

Τον Ιούλιο του 2012, η Αγροτική τράπεζα διασπάστηκε σε καλή και κακή, το καλό τμήμα πέρασε στην Τράπεζα Πειραιώς έναντι του ευτελούς τιμήματος των 95 εκατ. ευρώ, ενώ δόθηκαν επιπλέον 7,5 δισ. ευρώ στην Πειραιώς για την κάλυψη του funding gap, δηλαδή των μη εξυπηρετούμενων αγροτικών δανείων.
Το τίμημα ήταν αστείο, μόνο το ξενοδοχείο που διέθετε η Αγροτική Τράπεζα στο εκπαιδευτικό της κέντρο στο Καστρί ξεπερνούσε τα 100 εκατ. ευρώ, πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε σε μια τράπεζα με 15,7 δισ. ευρώ καταθέσεις, πάνω από 1600 ακίνητα αξίας αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ, με το κτίριο της διοίκησης στην Πανεπιστημίου να εκτιμάται στο 1 δισ. ευρώ, με θυγατρικές, με εταιρείες όπως η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης και με πελατολόγιο ολόκληρο τον πρωτογενή τομέα.
Το ύπουλο παιχνίδι της προαποφασισμένης πώλησης ξεκίνησε από τη διαβεβαίωση της ανακεφαλαιοποίησης, εάν συμμετείχε στο PSI, κάτι που αναιρέθηκε, αφήνοντας την μεγαλύτερη, μετά την Εθνική Τράπεζα, ιστορική τράπεζα σε πορεία αφανισμού.
Παρότι υπερβολικές οι προβλέψεις των 2,2 δισ. ευρώ, είχαν εξυγιάνει το χαρτοφυλάκιο της τράπεζας με αποτέλεσμα να έχει καλύτερους δείκτες πιστωτικού κινδύνου από τον αγοραστή της, δεδομένου ότι οι έλεγχοι της Black Rock είχαν καταγράψει έλλειμμα προβλέψεων πιστωτικού κινδύνου για την ΑΤΕ στα επίπεδα του 5,6% του δανειακού της χαρτοφυλακίου και στα επίπεδα του 3,6% του ενεργητικού, την ώρα που τα αντίστοιχα μεγέθη της Τράπεζας Πειραιώς ήταν 10,4% και 7,5% αντίστοιχα.
Η αυτόνομη πορεία της απαιτούσε κεφάλαια της τάξεως των 3,82 δισ. ευρώ, αντί αυτών προτιμήθηκε να δοθούν 7,5 δισ. ευρώ στην Πειραιώς για να αποκτήσει το καλό της κομμάτι, με τη γενναιοδωρία του ελληνικού δημοσίου να αποτελεί χαρακτηριστικότερη επιδότηση του ιδιωτικού κεφαλαίου εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
Επιλέχτηκε η στήριξη των συμφερόντων ενός τμήματος της εγχώριας οικονομικής ελίτ, οπότε δικαίως η όλη διαδικασία να χαρακτηριστεί σκάνδαλο, και μάλιστα το μεγαλύτερο της μεταπολίτευσης με διαστάσεις λαφυραγωγίας.

Σήμερα…

Το έγκλημα συντελέστηκε διότι κανένας δεν αντέδρασε, συμπεριλαμβανομένων των αγροτών, των συνεταιρισμών αλλά και των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων.
Οι σημερινές διαμαρτυρίες δυστυχώς δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα. Όλα έχουν κριθεί εδώ και 13 χρόνια. Ό,τι πλέον ακούγεται εν είδη λεονταρισμού συνιστά λαϊκισμό και μάλιστα σε επίπεδο απόλυτης ευτέλειας.
Το πιο παραγωγικό τμήμα της χώρας δεν έχει πλέον εφεδρείες άμυνας και θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα με τους χειρότερους για αυτό όρους.
Τρεις μήνες μετά την ψήφιση του νόμου 5184/2025, στις αρχές Ιουνίου 2025, όταν είχαν πλέον καταπέσει οι κυβερνητικές κορώνες περί ουσιαστικής αντιμετώπισης των κόκκινων αγροτικών δανείων, η PQH ανέθεσε τη διαχείρισή τους στην QQuant.
Πόσα δάνεια και ποιο το λογιστικό ύψος τους κανένας δεν γνωρίζει, με τις ευλογίες της Τράπεζας Ελλάδας, η οποία στα πλαίσια του θεωρήματος περί ιδιωτικότητας των συναλλαγών ποτέ δεν δίνει στοιχεία των συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα σε ανάλογες συναλλαγές.
Εικάζουμε ότι, εφόσον μετά την πώληση τριών υπο χαρτοφυλακίων με την επωνυμία Alphabet από την PQH στις αρχές Φεβρουαρίου 2025, λογιστικής αξίας 4,8 δισ. ευρώ, το εναπομείναν χαρτοφυλάκιο μειώθηκε στα 4 δισ. ευρώ, οπότε με δεδομένο ότι τα περισσότερα αφορούν σε δάνεια της πρώην ΑΤΕ, το πακέτο που δόθηκε προς διαχείριση αφορά δάνεια ύψους περί τα 2,7–3 δισ. ευρώ.
Δεν είναι τα μόνα αγροτικά κόκκινα δάνεια. Στα τέλη του 2024, τα μη εξυπηρετούμενα αγροτικά δάνεια που διαχειρίζονταν οι servicers και θεωρούνται εκτός τραπεζικών ισολογισμών έφθαναν τα 4.036 εκατ. ευρώ.
Την ίδια χρονική περίοδο, εντός των τραπεζικών ισολογισμών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών και της Atticabank, τα αγροτικά δάνεια που εξυπηρετούνταν έφθαναν τα 2,2 δισ. ευρώ.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο χρηματοοικονομικός αγώνας των Ελλήνων αγροτών θα είναι μεγάλος. Τα τραπεζικά ανοίγματα θα συνεχίσουν να αποτελούν βρόγχο, με το μέλλον να προδιαγράφεται άσχημο.
Το ελληνικό δημόσιο, για τα αγροτικά δάνεια της πρώην ΑΤΕ που περιφέρονται μεταξύ PQH και QQuant, πλήρωσε το 2012 περί τα 7,5 δισ. ευρώ.
Εφόσον ο ειδικός διαχειριστής απέτυχε, η λύση για την ουσιαστική αντιμετώπιση των κόκκινων αγροτικών δανείων δεν είναι η διαχείρισή τους μέσω της QQuant, αφού νομοτελειακά και αυτή θα αποτύχει, αλλά μια Badbank υπό εθνικό έλεγχο και διοίκηση.
Σε αυτή την προοπτική πρέπει να στραφούν οι Έλληνες αγρότες και τα συνδικαλιστικά τους όργανα, μιας και ό,τιδήποτε άλλο είναι ημίμετρο μηδαμινής αποτελεσματικότητας και υψηλού ρίσκου για την επιβίωση του πρωτογενούς τομέα.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης