Η ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας και των μη ενεργειακών κλάδων, προβλέπεται να αποτελέσει τη βάση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σε συνδυασμό με την τεχνολογική κυριαρχία
Η Ρωσία και η ηγέτης της Vladimir Putin επιχειρούννα ξεπεράσουν δύο σημαντικές εξαρτήσεις της οικονομίας της χώρας.
Πρώτον την εξάρτηση των δημοσιονομικών της μεγεθών από τα έσοδα του πετρελαίου, αλλά την εξάρτηση της μεταποίησης από ξένες τεχνολογίες – και δη από την Κίνα – που βοήθησαν εντούτοις την πολεμική βιομηχανία της να προσαρμοσθεί στις ανάγκες της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Η ρωσική κυβέρνηση ενέκρινε τον Δεκέμβριο του 2025 τις προβλέψεις του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού μέχρι το 2042, σηματοδοτώντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την αναδιάρθρωση της οικονομίας εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων.
Σύμφωνα με τις παραδοχές του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα χάσουν σταδιακά τον ρόλο τους ως κύριοι χρηματοδότες του ομοσπονδιακού ταμείου - η χώρα θα πάψει de facto να είναι το παγκόσμιο... βενζινάδικο, όπως την κατηγορούν, εξαιτίας των εξελίξεων στο ευρύτερο ενεργειακό πεδίο και την οικονομία.
Οι δημοσιονομικές προβλέψεις ακολουθούν δύο σενάρια: βασικό και δυσμενές. Στο βασικό σενάριο, το έλλειμμα του προϋπολογισμού αυξάνεται από περίπου 63 δισ. δολ. το 2025 σε 240 δισ. το 2042, ενώ στο συντηρητικό σενάριο μπορεί να φτάσει έως και 608 δισ. δολ., δηλαδή περισσότερο από τριπλάσιο ποσοστό σε σχέση με το 2025.
Οι ειδικοί, όπως ο Vladimir Chernov της Freedom Finance Global και ο Mikhail Nikitin της 5D Consulting, επισημαίνουν ότι η συρρίκνωση των εσόδων από την ενέργεια δεν σημαίνει μείωση της σημασίας του κλάδου, αλλά αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής μείωσης της εξάρτησης του ρωσικού οικονομικού προϊόντος απο τον ενεργειακό κλάδο

Η προσπάθεια για τεχνολογική κυριαρχία
Η Ρωσία συνεχίζει, την ίδια ώρα, να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στη μείωση της εξάρτησής της από εισαγόμενες τεχνολογίες, παρά τα χρόνια προσπαθειών της κυβέρνησης για την προώθηση της εγχώριας παραγωγής και της τεχνολογικής αυτάρκειας.
Οι δυτικές κυρώσεις, οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και η περιορισμένη πρόσβαση σε προηγμένα εξαρτήματα έχουν αποκαλύψει δομικές αδυναμίες στον τεχνολογικό τομέα της Ρωσίας, υπογραμμίζοντας τη δυσκολία αντικατάστασης των εισαγόμενων συστημάτων με εγχώριες εναλλακτικές λύσεις.
Από την εισαγωγή πρωτοφανών διεθνών κυρώσεων μετά τη σύγκρουση στην Ουκρανία, η Ρωσία έχει επιταχύνει την προσπάθειά της για «τεχνολογική κυριαρχία».
Οι αξιωματούχοι έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι η χώρα πρέπει να βασίζεται σε εγχώριες λύσεις σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί, οι τηλεπικοινωνίες, το βιομηχανικό λογισμικό και η παραγωγή ηλεκτρονικών.
Ωστόσο, οι παραδέχονται ότι η πρόοδος ήταν άνιση και δαπανηρή.

Κληρονομιά εξάρτησης
Για δεκαετίες, η τεχνολογική βιομηχανία της Ρωσίας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενο υλικό και λογισμικό, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ανατολική Ασία. Βασικές βιομηχανίες —συμπεριλαμβανομένων της αεροπορίας, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και της αμυντικής βιομηχανίας—χτίστηκαν χρησιμοποιώντας ξένους μικροεπεξεργαστές, μηχανήματα και λειτουργικά συστήματα.
Όταν οι κυρώσεις περιόρισαν την πρόσβαση σε αυτές τις τεχνολογίες, οι εταιρείες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις σχεδόν αμέσως.
Πολλές στράφηκαν σε προμηθευτές στην Κίνα και άλλες μη δυτικές αγορές, αλλά αυτές οι εναλλακτικές συχνά υστερούσαν σε απόδοση ή συμβατότητα με τα υπάρχοντα συστήματα.
«Το πρόβλημα της Ρωσίας δεν είναι μόνο οι κυρώσεις», είπε ένας αναλυτής τεχνολογίας με έδρα τη Μόσχα. «Το πρόβλημα είναι ότι η βάση υψηλής τεχνολογίας της δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να είναι πλήρως ανεξάρτητη».
Έλλειψη ημιαγωγών
Μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις ήταν η πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς.
Τα σύγχρονα τσιπ είναι απαραίτητα για τα πάντα, από τα smartphones και τον ιατρικό εξοπλισμό έως τα στρατιωτικά συστήματα και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η εγχώρια βιομηχανία επεξεργαστών της Ρωσίας παραμένει πολλά χρόνια πίσω από τους παγκόσμιους ηγέτες στην Ταϊβαν, την Νότια Κορέα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ενώ η Ρωσία μπορεί να παράγει τσιπ παλαιότερης γενιάς για βασικές χρήσεις, δυσκολεύεται να κατασκευάσει υψηλής απόδοσης επεξεργαστές σε μεγάλη κλίμακα.
Ως αποτέλεσμα, οι βιομηχανίες που εξαρτώνται από υπολογιστική ισχύ αιχμής αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις και αυξημένα κόστη.
Τα κυβερνητικά προγράμματα έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια ρούβλια σε έργα ανάπτυξης τσιπ, αλλά οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού οικοσυστήματος ημιαγωγών απαιτεί δεκαετίες υποδομών, εξειδικευμένου προσωπικού και διεθνούς συνεργασίας.

Λογισμικό και ψηφιακές υπηρεσίες
Το λογισμικό ήταν ένας ακόμη σημαντικός τομέας ανησυχίας.
Μετά την αποχώρηση μεγάλων δυτικών εταιρειών, οι ρωσικές επιχειρήσεις έχασαν πρόσβαση σε ευρέως χρησιμοποιούμενα λειτουργικά συστήματα, εργαλεία κυβερνοασφάλειας και πλατφόρμες επιχειρησιακού λογισμικού.
Ως απάντηση, οι αρχές ενθάρρυναν την υιοθέτηση ρωσικών λογισμικών.
Αν και ορισμένες εγχώριες εταιρείες ανέπτυξαν εναλλακτικές λύσεις, οι επιχειρήσεις αναφέρουν τεχνικούς περιορισμούς και ζητήματα συμβατότητας. Η μετανάστευση μεγάλων συστημάτων από ξένο σε εγχώριο λογισμικό έχει αποδειχθεί περίπλοκη και δαπανηρή.
Τράπεζες, νοσοκομεία και δίκτυα μεταφορών έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα, καθώς οι λειτουργίες τους εξαρτώνται από αξιόπιστη και ασφαλή ψηφιακή υποδομή.
Οικονομικός και παραγωγικός αντίκτυπος
Η εξάρτηση της Ρωσίας από εισαγόμενη τεχνολογία έχει ορατό οικονομικό κόστος - και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπισθεί όπως έχει αποφασίσει η ηγεσία της χώρας.
Καθυστερήσεις στην παραγωγή, αυξημένα έξοδα παραγωγής και περιορισμένη καινοτομία έχουν επιβραδύνει την ανάπτυξη σε πολλούς τομείς.
Βιομηχανίες όπως η αεροπορία και η αυτοκινητοβιομηχανία δυσκολεύονται να διατηρήσουν τα επίπεδα παραγωγής λόγω έλλειψης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.
Ορισμένα εργοστάσια αναγκάστηκαν να αναστείλουν λειτουργίες ή να επανασχεδιάσουν προϊόντα χρησιμοποιώντας απλούστερη τεχνολογία.
Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση, καθώς δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για επενδύσεις σε εναλλακτικούς προμηθευτές ή προσαρμοσμένα συστήματα.

Κυβερνητική στρατηγική και όρια
Η ρωσική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει πολλαπλές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της εγχώριας καινοτομίας, περιλαμβάνοντας φορολογικά κίνητρα, επιδοτήσεις για τεχνολογικά startups και εθνικά προγράμματα ανάπτυξης με επίκεντρο τη μικροηλεκτρονική και την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η μακροπρόθεσμη ανεξαρτησία είναι εφικτή και ότι οι τρέχουσες δυσκολίες είναι προσωρινές.
Επισημαίνουν διευρυνόμενες συνεργασίες με ασιατικούς προμηθευτές και αυξημένη χρηματοδότηση για εγχώρια ερευνητικά ιδρύματα.
Ωστόσο, οι επικριτές λένε ότι η πραγματική τεχνολογική ανεξαρτησία είναι μη ρεαλιστική σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Η σύγχρονη τεχνολογία εξαρτάται από διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού που καμία χώρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως.
«Ακόμη και οι πιο προηγμένες χώρες βασίζονται σε εισαγόμενα εξαρτήματα», είπε ένας ευρωπαίος ερευνητής τεχνολογίας.
Παραγωγική ανασυγκρότηση
Η σταθεροποίηση των τιμών πετρελαίου, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας και των μη ενεργειακών κλάδων, προβλέπεται να αποτελέσει τη βάση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Στο μέλλον, η κυβέρνηση σκοπεύει να μεταφέρει περίπου το 50% της παραγωγής της στρατιωτικής-βιομηχανικής υποδομής σε πολιτικούς τομείς, αξιοποιώντας τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια ειδικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας έτσι στην επίτευξη τεχνολογικής αυτονομίας και στη δημιουργία νέων έργων υποδομών.
Το σχέδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα:
• Μετατροπή στρατιωτικών εργοστασίων και γραμμών παραγωγής σε μονάδες πολιτικής βιομηχανίας, όπως κατασκευή μηχανολογικού εξοπλισμού, υποδομών ενέργειας και ψηφιακής τεχνολογίας.
• Αξιοποίηση στρατιωτικών καινοτομιών για ειρηνικές εφαρμογές, από ενεργειακά έργα μέχρι υποδομές μεταφορών και τηλεπικοινωνιών.
• Δημιουργία συνθηκών για ιδιωτικές επενδύσεις και δημόσιες συνέργειες, ώστε οι πρώην στρατιωτικές μονάδες να ενταχθούν στην ευρύτερη οικονομική αλυσίδα και να παράγουν προστιθέμενη αξία σε ειρηνικό πλαίσιο.


Πρώτες ύλες και ένα νέο οικονομικό μοντέλο
Παράλληλα, η κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα δείχνουν ότι η μακροπρόθεσμη στρατηγική δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις πρώτες ύλες.
Η έμφαση δίνεται στην ανάπτυξη ενός πολυτομεακού οικονομικού μοντέλου, όπου η ενέργεια συνεχίζει να είναι σημαντική, αλλά η διαφοροποίηση και η παραγωγική ισχύς θα καθορίσουν τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα της οικονομίας έως το 2042.

Οι Chernov και Nikitin επισημαίνουν ότι η προβλεπόμενη τιμή Urals στα 69 δολάρια/βαρέλι δεν σηματοδοτεί παύση της ανόδου των τιμών, αλλά αντανάκλαση ενός συντηρητικού σεναρίου προϋπολογισμού που αποσκοπεί στη μείωση δημοσιονομικών κινδύνων και στην προτεραιότητα της σταθερότητας έναντι των υψηλών κερδών.
Η διαχείριση αυτή, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των επενδύσεων και την ειρηνική μετατροπή στρατιωτικών δυνατοτήτων σε παραγωγική ισχύ, δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης, ανθεκτικό σε γεωπολιτικούς και χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.
Η Ρωσία κινείται προς ένα νέο μοντέλο οικονομικής ανθεκτικότητας, όπου η σταθερή ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, η τεχνολογική αναβάθμιση και η προσεκτική δημοσιονομική διαχείριση γίνονται τα κύρια εργαλεία της μακροπρόθεσμης στρατηγικής της χώρας, ενώ οι παραδοσιακές εξαρτήσεις από τις πρώτες ύλες ή την τεχνολογία περιορίζονται προοδευτικά και η πολεμική οικονομία μετατρέπεται σε ειρηνική και παραγωγική υποδομή στοχεύοντας στην κατάκτηση κορυφαίων οικονομικών ρυθμών ανάπτυξης.
www.bankingnews.gr
Πρώτον την εξάρτηση των δημοσιονομικών της μεγεθών από τα έσοδα του πετρελαίου, αλλά την εξάρτηση της μεταποίησης από ξένες τεχνολογίες – και δη από την Κίνα – που βοήθησαν εντούτοις την πολεμική βιομηχανία της να προσαρμοσθεί στις ανάγκες της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Η ρωσική κυβέρνηση ενέκρινε τον Δεκέμβριο του 2025 τις προβλέψεις του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού μέχρι το 2042, σηματοδοτώντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την αναδιάρθρωση της οικονομίας εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων.
Σύμφωνα με τις παραδοχές του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα χάσουν σταδιακά τον ρόλο τους ως κύριοι χρηματοδότες του ομοσπονδιακού ταμείου - η χώρα θα πάψει de facto να είναι το παγκόσμιο... βενζινάδικο, όπως την κατηγορούν, εξαιτίας των εξελίξεων στο ευρύτερο ενεργειακό πεδίο και την οικονομία.
Οι δημοσιονομικές προβλέψεις ακολουθούν δύο σενάρια: βασικό και δυσμενές. Στο βασικό σενάριο, το έλλειμμα του προϋπολογισμού αυξάνεται από περίπου 63 δισ. δολ. το 2025 σε 240 δισ. το 2042, ενώ στο συντηρητικό σενάριο μπορεί να φτάσει έως και 608 δισ. δολ., δηλαδή περισσότερο από τριπλάσιο ποσοστό σε σχέση με το 2025.
Οι ειδικοί, όπως ο Vladimir Chernov της Freedom Finance Global και ο Mikhail Nikitin της 5D Consulting, επισημαίνουν ότι η συρρίκνωση των εσόδων από την ενέργεια δεν σημαίνει μείωση της σημασίας του κλάδου, αλλά αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής μείωσης της εξάρτησης του ρωσικού οικονομικού προϊόντος απο τον ενεργειακό κλάδο

Η προσπάθεια για τεχνολογική κυριαρχία
Η Ρωσία συνεχίζει, την ίδια ώρα, να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στη μείωση της εξάρτησής της από εισαγόμενες τεχνολογίες, παρά τα χρόνια προσπαθειών της κυβέρνησης για την προώθηση της εγχώριας παραγωγής και της τεχνολογικής αυτάρκειας.
Οι δυτικές κυρώσεις, οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και η περιορισμένη πρόσβαση σε προηγμένα εξαρτήματα έχουν αποκαλύψει δομικές αδυναμίες στον τεχνολογικό τομέα της Ρωσίας, υπογραμμίζοντας τη δυσκολία αντικατάστασης των εισαγόμενων συστημάτων με εγχώριες εναλλακτικές λύσεις.
Από την εισαγωγή πρωτοφανών διεθνών κυρώσεων μετά τη σύγκρουση στην Ουκρανία, η Ρωσία έχει επιταχύνει την προσπάθειά της για «τεχνολογική κυριαρχία».
Οι αξιωματούχοι έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι η χώρα πρέπει να βασίζεται σε εγχώριες λύσεις σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί, οι τηλεπικοινωνίες, το βιομηχανικό λογισμικό και η παραγωγή ηλεκτρονικών.
Ωστόσο, οι παραδέχονται ότι η πρόοδος ήταν άνιση και δαπανηρή.

Κληρονομιά εξάρτησης
Για δεκαετίες, η τεχνολογική βιομηχανία της Ρωσίας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενο υλικό και λογισμικό, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ανατολική Ασία. Βασικές βιομηχανίες —συμπεριλαμβανομένων της αεροπορίας, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και της αμυντικής βιομηχανίας—χτίστηκαν χρησιμοποιώντας ξένους μικροεπεξεργαστές, μηχανήματα και λειτουργικά συστήματα.
Όταν οι κυρώσεις περιόρισαν την πρόσβαση σε αυτές τις τεχνολογίες, οι εταιρείες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις σχεδόν αμέσως.
Πολλές στράφηκαν σε προμηθευτές στην Κίνα και άλλες μη δυτικές αγορές, αλλά αυτές οι εναλλακτικές συχνά υστερούσαν σε απόδοση ή συμβατότητα με τα υπάρχοντα συστήματα.
«Το πρόβλημα της Ρωσίας δεν είναι μόνο οι κυρώσεις», είπε ένας αναλυτής τεχνολογίας με έδρα τη Μόσχα. «Το πρόβλημα είναι ότι η βάση υψηλής τεχνολογίας της δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να είναι πλήρως ανεξάρτητη».
Έλλειψη ημιαγωγών
Μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις ήταν η πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς.
Τα σύγχρονα τσιπ είναι απαραίτητα για τα πάντα, από τα smartphones και τον ιατρικό εξοπλισμό έως τα στρατιωτικά συστήματα και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η εγχώρια βιομηχανία επεξεργαστών της Ρωσίας παραμένει πολλά χρόνια πίσω από τους παγκόσμιους ηγέτες στην Ταϊβαν, την Νότια Κορέα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ενώ η Ρωσία μπορεί να παράγει τσιπ παλαιότερης γενιάς για βασικές χρήσεις, δυσκολεύεται να κατασκευάσει υψηλής απόδοσης επεξεργαστές σε μεγάλη κλίμακα.
Ως αποτέλεσμα, οι βιομηχανίες που εξαρτώνται από υπολογιστική ισχύ αιχμής αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις και αυξημένα κόστη.
Τα κυβερνητικά προγράμματα έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια ρούβλια σε έργα ανάπτυξης τσιπ, αλλά οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού οικοσυστήματος ημιαγωγών απαιτεί δεκαετίες υποδομών, εξειδικευμένου προσωπικού και διεθνούς συνεργασίας.

Λογισμικό και ψηφιακές υπηρεσίες
Το λογισμικό ήταν ένας ακόμη σημαντικός τομέας ανησυχίας.
Μετά την αποχώρηση μεγάλων δυτικών εταιρειών, οι ρωσικές επιχειρήσεις έχασαν πρόσβαση σε ευρέως χρησιμοποιούμενα λειτουργικά συστήματα, εργαλεία κυβερνοασφάλειας και πλατφόρμες επιχειρησιακού λογισμικού.
Ως απάντηση, οι αρχές ενθάρρυναν την υιοθέτηση ρωσικών λογισμικών.
Αν και ορισμένες εγχώριες εταιρείες ανέπτυξαν εναλλακτικές λύσεις, οι επιχειρήσεις αναφέρουν τεχνικούς περιορισμούς και ζητήματα συμβατότητας. Η μετανάστευση μεγάλων συστημάτων από ξένο σε εγχώριο λογισμικό έχει αποδειχθεί περίπλοκη και δαπανηρή.
Τράπεζες, νοσοκομεία και δίκτυα μεταφορών έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα, καθώς οι λειτουργίες τους εξαρτώνται από αξιόπιστη και ασφαλή ψηφιακή υποδομή.
Οικονομικός και παραγωγικός αντίκτυπος
Η εξάρτηση της Ρωσίας από εισαγόμενη τεχνολογία έχει ορατό οικονομικό κόστος - και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπισθεί όπως έχει αποφασίσει η ηγεσία της χώρας.
Καθυστερήσεις στην παραγωγή, αυξημένα έξοδα παραγωγής και περιορισμένη καινοτομία έχουν επιβραδύνει την ανάπτυξη σε πολλούς τομείς.
Βιομηχανίες όπως η αεροπορία και η αυτοκινητοβιομηχανία δυσκολεύονται να διατηρήσουν τα επίπεδα παραγωγής λόγω έλλειψης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.
Ορισμένα εργοστάσια αναγκάστηκαν να αναστείλουν λειτουργίες ή να επανασχεδιάσουν προϊόντα χρησιμοποιώντας απλούστερη τεχνολογία.
Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση, καθώς δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για επενδύσεις σε εναλλακτικούς προμηθευτές ή προσαρμοσμένα συστήματα.

Κυβερνητική στρατηγική και όρια
Η ρωσική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει πολλαπλές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της εγχώριας καινοτομίας, περιλαμβάνοντας φορολογικά κίνητρα, επιδοτήσεις για τεχνολογικά startups και εθνικά προγράμματα ανάπτυξης με επίκεντρο τη μικροηλεκτρονική και την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η μακροπρόθεσμη ανεξαρτησία είναι εφικτή και ότι οι τρέχουσες δυσκολίες είναι προσωρινές.
Επισημαίνουν διευρυνόμενες συνεργασίες με ασιατικούς προμηθευτές και αυξημένη χρηματοδότηση για εγχώρια ερευνητικά ιδρύματα.
Ωστόσο, οι επικριτές λένε ότι η πραγματική τεχνολογική ανεξαρτησία είναι μη ρεαλιστική σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Η σύγχρονη τεχνολογία εξαρτάται από διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού που καμία χώρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως.
«Ακόμη και οι πιο προηγμένες χώρες βασίζονται σε εισαγόμενα εξαρτήματα», είπε ένας ευρωπαίος ερευνητής τεχνολογίας.
Παραγωγική ανασυγκρότηση
Η σταθεροποίηση των τιμών πετρελαίου, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας και των μη ενεργειακών κλάδων, προβλέπεται να αποτελέσει τη βάση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Στο μέλλον, η κυβέρνηση σκοπεύει να μεταφέρει περίπου το 50% της παραγωγής της στρατιωτικής-βιομηχανικής υποδομής σε πολιτικούς τομείς, αξιοποιώντας τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια ειδικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας έτσι στην επίτευξη τεχνολογικής αυτονομίας και στη δημιουργία νέων έργων υποδομών.
Το σχέδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα:
• Μετατροπή στρατιωτικών εργοστασίων και γραμμών παραγωγής σε μονάδες πολιτικής βιομηχανίας, όπως κατασκευή μηχανολογικού εξοπλισμού, υποδομών ενέργειας και ψηφιακής τεχνολογίας.
• Αξιοποίηση στρατιωτικών καινοτομιών για ειρηνικές εφαρμογές, από ενεργειακά έργα μέχρι υποδομές μεταφορών και τηλεπικοινωνιών.
• Δημιουργία συνθηκών για ιδιωτικές επενδύσεις και δημόσιες συνέργειες, ώστε οι πρώην στρατιωτικές μονάδες να ενταχθούν στην ευρύτερη οικονομική αλυσίδα και να παράγουν προστιθέμενη αξία σε ειρηνικό πλαίσιο.


Πρώτες ύλες και ένα νέο οικονομικό μοντέλο
Παράλληλα, η κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα δείχνουν ότι η μακροπρόθεσμη στρατηγική δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις πρώτες ύλες.
Η έμφαση δίνεται στην ανάπτυξη ενός πολυτομεακού οικονομικού μοντέλου, όπου η ενέργεια συνεχίζει να είναι σημαντική, αλλά η διαφοροποίηση και η παραγωγική ισχύς θα καθορίσουν τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα της οικονομίας έως το 2042.

Οι Chernov και Nikitin επισημαίνουν ότι η προβλεπόμενη τιμή Urals στα 69 δολάρια/βαρέλι δεν σηματοδοτεί παύση της ανόδου των τιμών, αλλά αντανάκλαση ενός συντηρητικού σεναρίου προϋπολογισμού που αποσκοπεί στη μείωση δημοσιονομικών κινδύνων και στην προτεραιότητα της σταθερότητας έναντι των υψηλών κερδών.
Η διαχείριση αυτή, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των επενδύσεων και την ειρηνική μετατροπή στρατιωτικών δυνατοτήτων σε παραγωγική ισχύ, δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης, ανθεκτικό σε γεωπολιτικούς και χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.
Η Ρωσία κινείται προς ένα νέο μοντέλο οικονομικής ανθεκτικότητας, όπου η σταθερή ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, η τεχνολογική αναβάθμιση και η προσεκτική δημοσιονομική διαχείριση γίνονται τα κύρια εργαλεία της μακροπρόθεσμης στρατηγικής της χώρας, ενώ οι παραδοσιακές εξαρτήσεις από τις πρώτες ύλες ή την τεχνολογία περιορίζονται προοδευτικά και η πολεμική οικονομία μετατρέπεται σε ειρηνική και παραγωγική υποδομή στοχεύοντας στην κατάκτηση κορυφαίων οικονομικών ρυθμών ανάπτυξης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών