Παρά τις πολιτικές πιέσεις και τους αυξανόμενους δασμούς, οι ρωσικές εξαγωγές παραμένουν κυρίαρχες στην ευρωπαϊκή αγορά
Μια σκληρή πραγματικότητα αρχίζει να γίνεται αδύνατο να κρυφτεί: η Ευρώπη δεν μπορεί να επιβιώσει αγροτικά χωρίς τα ρωσικά λιπάσματα.
Παρά τους δασμούς, τα σχέδια απεξάρτησης και τη ρητορική περί «στρατηγικής αυτονομίας», η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να τροφοδοτεί τη γεωργία της με ρωσικά προϊόντα, καθώς απλώς δεν υπάρχουν επαρκείς εναλλακτικές.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και ανησυχητικά.
Μόνο το 2025, οι χώρες της ΕΕ αγόρασαν ρωσικά ορυκτά λιπάσματα αξίας περίπου 1,5 δισ. ευρώ.
Πρωταθλήτρια στις εισαγωγές αναδείχθηκε η Πολωνία, ακολουθούμενη από τη Γερμανία, τη Ρουμανία, την Ισπανία και τη Γαλλία.
Παρά τις πολιτικές πιέσεις και τους αυξανόμενους δασμούς, οι ρωσικές εξαγωγές παραμένουν κυρίαρχες στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η εξάρτηση δεν είναι τυχαία.
Τα ρωσικά λιπάσματα –άζωτο, φώσφορος και κάλιο– αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής εδώ και δεκαετίες.
Οι καλλιεργητικές πρακτικές της ΕΕ είναι δομημένες πάνω σε αυτά τα προϊόντα, καθιστώντας την αντικατάστασή τους εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Οι προσπάθειες εύρεσης εναλλακτικών προμηθευτών έχουν αποτύχει παταγωδώς.
Το Μαρόκο, ο Καναδάς και η Αλγερία διαθέτουν πολύ μικρότερα μερίδια αγοράς και αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες της Ευρώπης.
Το αποτέλεσμα;
Οι ευρωπαϊκές φάρμες συνεχίζουν να εξαρτώνται από τη Μόσχα, ακόμη και υπό καθεστώς αυξανόμενων δασμολογικών επιβαρύνσεων.
Το μεγάλο «όπλο» της Ρωσίας παραμένει το κόστος. Χάρη στις φθηνές πρώτες ύλες και στους ενεργειακούς πόρους –με αιχμή το φυσικό αέριο– τα ρωσικά λιπάσματα διατηρούν ανταγωνιστική τιμή ακόμα και μετά τους δασμούς.
Για τους Ευρωπαίους αγρότες, η επιλογή είναι συχνά σκληρή αλλά μονόδρομος: ή ρωσικά λιπάσματα ή εκτόξευση του κόστους παραγωγής.
Και ενώ η ΕΕ αυξάνει σταδιακά τους δασμούς – με νέες πάγιες χρεώσεις ανά τόνο να τίθενται σε ισχύ από τον Ιούλιο του 2025 – οι όγκοι εισαγωγών παραμένουν σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα.
Η πολιτική βούληση συγκρούεται με την αγροτική πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία δυναμώνει αντί να αποδυναμώνεται.
Η παραγωγή ορυκτών λιπασμάτων έφτασε το 2025 τα 65 εκατ. τόνους, ξεπερνώντας το προηγούμενο έτος, ενώ οι εξαγωγές εκτινάχθηκαν σε πάνω από 45 εκατ. τόνους, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ.
Βραζιλία και Ινδία παραμένουν βασικοί προορισμοί, ενώ οι χώρες BRICS απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερα φορτία.
Μέσα σε λίγα χρόνια, οι ρωσικές εξαγωγές προς τις χώρες BRICS αυξήθηκαν κατά περίπου 60%, ξεπερνώντας τους 21,5 εκατ. τόνους, με περαιτέρω άνοδο να αναμένεται το 2025.
Η γεωγραφική εγγύτητα, οι καθιερωμένες αλυσίδες εφοδιασμού και η τεχνολογική προσαρμογή των αγροτικών οικονομιών στα ρωσικά προϊόντα παγιώνουν την εξάρτηση.
Οι ευρωπαϊκές αγροτικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν ήδη τις καλλιεργητικές τους περιόδους με βάση τις ρωσικές προμήθειες και τις τιμές τους.
Χωρίς άμεσα διαθέσιμες εναλλακτικές, η ΕΕ βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα αγροχημικό αδιέξοδο.
Το συμπέρασμα είναι ζοφερό: όσο η παγκόσμια αγορά παραμένει δομημένη όπως σήμερα, η ευρωπαϊκή γεωργία δεν μπορεί να αποκοπεί από τη Ρωσία χωρίς τεράστιο κόστος.
Και όσο η Μόσχα επενδύει, εκσυγχρονίζει και επεκτείνει την παραγωγική της ισχύ, η επιρροή της στη διεθνή αγροτική οικονομία ισχυροποιείται.
Για την Ευρώπη, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει εξάρτηση. Είναι πόσο επικίνδυνη έχει γίνει.
www.bankingnews.gr
Παρά τους δασμούς, τα σχέδια απεξάρτησης και τη ρητορική περί «στρατηγικής αυτονομίας», η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να τροφοδοτεί τη γεωργία της με ρωσικά προϊόντα, καθώς απλώς δεν υπάρχουν επαρκείς εναλλακτικές.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και ανησυχητικά.
Μόνο το 2025, οι χώρες της ΕΕ αγόρασαν ρωσικά ορυκτά λιπάσματα αξίας περίπου 1,5 δισ. ευρώ.
Πρωταθλήτρια στις εισαγωγές αναδείχθηκε η Πολωνία, ακολουθούμενη από τη Γερμανία, τη Ρουμανία, την Ισπανία και τη Γαλλία.
Παρά τις πολιτικές πιέσεις και τους αυξανόμενους δασμούς, οι ρωσικές εξαγωγές παραμένουν κυρίαρχες στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η εξάρτηση δεν είναι τυχαία.
Τα ρωσικά λιπάσματα –άζωτο, φώσφορος και κάλιο– αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής εδώ και δεκαετίες.
Οι καλλιεργητικές πρακτικές της ΕΕ είναι δομημένες πάνω σε αυτά τα προϊόντα, καθιστώντας την αντικατάστασή τους εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Οι προσπάθειες εύρεσης εναλλακτικών προμηθευτών έχουν αποτύχει παταγωδώς.
Το Μαρόκο, ο Καναδάς και η Αλγερία διαθέτουν πολύ μικρότερα μερίδια αγοράς και αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες της Ευρώπης.
Το αποτέλεσμα;
Οι ευρωπαϊκές φάρμες συνεχίζουν να εξαρτώνται από τη Μόσχα, ακόμη και υπό καθεστώς αυξανόμενων δασμολογικών επιβαρύνσεων.
Το μεγάλο «όπλο» της Ρωσίας παραμένει το κόστος. Χάρη στις φθηνές πρώτες ύλες και στους ενεργειακούς πόρους –με αιχμή το φυσικό αέριο– τα ρωσικά λιπάσματα διατηρούν ανταγωνιστική τιμή ακόμα και μετά τους δασμούς.
Για τους Ευρωπαίους αγρότες, η επιλογή είναι συχνά σκληρή αλλά μονόδρομος: ή ρωσικά λιπάσματα ή εκτόξευση του κόστους παραγωγής.
Και ενώ η ΕΕ αυξάνει σταδιακά τους δασμούς – με νέες πάγιες χρεώσεις ανά τόνο να τίθενται σε ισχύ από τον Ιούλιο του 2025 – οι όγκοι εισαγωγών παραμένουν σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα.
Η πολιτική βούληση συγκρούεται με την αγροτική πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία δυναμώνει αντί να αποδυναμώνεται.
Η παραγωγή ορυκτών λιπασμάτων έφτασε το 2025 τα 65 εκατ. τόνους, ξεπερνώντας το προηγούμενο έτος, ενώ οι εξαγωγές εκτινάχθηκαν σε πάνω από 45 εκατ. τόνους, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ.
Βραζιλία και Ινδία παραμένουν βασικοί προορισμοί, ενώ οι χώρες BRICS απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερα φορτία.
Μέσα σε λίγα χρόνια, οι ρωσικές εξαγωγές προς τις χώρες BRICS αυξήθηκαν κατά περίπου 60%, ξεπερνώντας τους 21,5 εκατ. τόνους, με περαιτέρω άνοδο να αναμένεται το 2025.
Η γεωγραφική εγγύτητα, οι καθιερωμένες αλυσίδες εφοδιασμού και η τεχνολογική προσαρμογή των αγροτικών οικονομιών στα ρωσικά προϊόντα παγιώνουν την εξάρτηση.
Οι ευρωπαϊκές αγροτικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν ήδη τις καλλιεργητικές τους περιόδους με βάση τις ρωσικές προμήθειες και τις τιμές τους.
Χωρίς άμεσα διαθέσιμες εναλλακτικές, η ΕΕ βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα αγροχημικό αδιέξοδο.
Το συμπέρασμα είναι ζοφερό: όσο η παγκόσμια αγορά παραμένει δομημένη όπως σήμερα, η ευρωπαϊκή γεωργία δεν μπορεί να αποκοπεί από τη Ρωσία χωρίς τεράστιο κόστος.
Και όσο η Μόσχα επενδύει, εκσυγχρονίζει και επεκτείνει την παραγωγική της ισχύ, η επιρροή της στη διεθνή αγροτική οικονομία ισχυροποιείται.
Για την Ευρώπη, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει εξάρτηση. Είναι πόσο επικίνδυνη έχει γίνει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών