Στα 239,6 εκατ. ευρώ μειώθηκε η αξία των συναλλαγών, με τα 229,4 να αφορούν μετοχές του FTSE25
Ούτε αυξάνουν πολύ το ρίσκο, αλλά ούτε και το μειώνουν πολύ.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονται οι διαχειριστές κεφαλαίων στην Αθήνα, εν μέσω της αβεβαιότητας για την πορεία του πολέμου και κυρίως των επιπτώσεων που θα επιφέρουν στην οικονομία.
Αυτό το κλίμα αδυναμίας τιμολόγησης του κινδύνου και της αβεβαιότητας αποτυπώθηκε και στον τζίρο των συναλλαγών, καθώς χθες σημειώθηκε ο δεύτερος χαμηλότερος τζίρος από την έναρξη του πολέμου, ύψους 239,6 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 229,4 εκατ. ευρώ αφορούν συναλλαγές σε μετοχές του FTSE 25.
Οι υψηλότεροι τζίροι διακινήθηκαν τις τρεις πρώτες ημέρες της σύρραξης (27 Φεβρουαρίου – 3 Μαρτίου), φθάνοντας το 1,7 δισ. ευρώ, όταν ο Γενικός Δείκτης υποχώρησε κατά 10,26% και σχεδόν εξαφανίστηκαν όλα τα κέρδη του πρώτου διμήνου της χρονιάς.
Δύο εβδομάδες λοιπόν πριν από την ετυμηγορία της MSCI (31 Μαρτίου) για την αναβάθμιση του καθεστώτος της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς σε ανεπτυγμένη αγορά, οι ξένοι επενδυτές βρίσκονται σε εγρήγορση, καθώς η αγορά δεν έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και κυρίως δεν υπάρχει η υψηλή ζήτηση για μετοχές όπως τους τελευταίους μήνες του 2025 και τις αρχές του 2026.
Ρευστότητα δίχως ανάληψη νέων κινδύνων
Όπως επισημαίνει ξένος fund manager στην Ελλάδα, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου εν μέσω του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.
Σύμφωνα με τον ίδιο manager, η ρευστότητα του χαρτοφυλακίου του fund έχει αυξηθεί σε 15% — προχωρώντας σε ρευστοποιήσεις θέσεων — προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα αντίδρασης απέναντι στην αγορά.
Σε ότι αφορά τις τοποθετήσεις σε μετοχές, ούτε αυξάνεται το ρίσκο σε μεγάλο βαθμό, αλλά ούτε και μειώνεται υπερβολικά, διατηρώντας τις θέσεις όπου υπάρχουν μακροχρόνια κέρδη.
Στην ίδια, όμως, ακριβώς κατάσταση με τους διαχειριστές των funds βρίσκονται και οι επενδυτές — για λογαριασμό των οποίων διαχειρίζονται τα κεφάλαια.
Όπως σημειώνει ο ξένος διαχειριστής, οι πελάτες του ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμοι για ρευστοποιήσεις, αλλά ταυτόχρονα δεν μειώνουν πολύ και την έκθεσή τους στις αγορές. Και τα σενάρια τα οποία επεξεργάζονται σήμερα είναι δύο.
Πρώτον, η διατήρηση της πολεμικής σύρραξης με σποραδικές επιθέσεις πυραύλων και drones, ώστε όλοι να διατηρούνται σε εγρήγορση.
Το δεύτερο σενάριο, πιο αρνητικό, είναι να σημειωθεί μια άσχημη εξέλιξη μέχρις ότου να αποδυναμωθεί το θεοκρατικό καθεστώς — γεγονός που θα οδηγήσει και σε περισσότερες ρευστοποιήσεις.
Πριν από την πολεμική σύρραξη με το Ιράν, οι ξένοι επενδυτές ανέμεναν ότι εφόσον συνεχιστεί η άνοδος στην ελληνική αγορά, τότε πριν ή κατά τη διάρκεια της αναβάθμισης θα προχωρούσαν σε ρευστοποιήσεις — σε υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα του Γενικού Δείκτη (2800–3100 μονάδες).
Η ανατροπή
Η εκδοχή αυτή έχει ανατραπεί πλέον, αφού όλα καθορίζονται από τη διάρκεια του πολέμου και φυσικά από την αντίδραση των κεντρικών τραπεζών απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις που φέρνει στις οικονομίες, η αύξηση του κόστους της ενέργειας, αλλά και η διάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Εξάλλου, ακόμα κι αν ο πόλεμος τελείωνε μέσα στις επόμενες εβδομάδες, οι “πληγές” στην οικονομία δεν θα εξαφανιστούν αυτόματα, καθώς χρειάζεται να αποκατασταθούν οι ναυτιλιακές μεταφορές και η προσφορά στα ενεργειακά προϊόντα.
Το θετικό στοιχείο για τους ξένους διαχειριστές είναι ότι ο πόλεμος εξελίσσεται στις αρχές της χρονιάς και όχι τον Δεκέμβριο, αν και η εικόνα στις ΗΠΑ (ιδιωτικό χρέος) υποδεικνύει ότι υπάρχουν σοβαρά θέματα στον δανεισμό τα οποία οι αγορές αγνοούσαν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Παφίλας Δημήτρης
dpafilas@yahoo.com
www.bankingnews.gr
Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονται οι διαχειριστές κεφαλαίων στην Αθήνα, εν μέσω της αβεβαιότητας για την πορεία του πολέμου και κυρίως των επιπτώσεων που θα επιφέρουν στην οικονομία.
Αυτό το κλίμα αδυναμίας τιμολόγησης του κινδύνου και της αβεβαιότητας αποτυπώθηκε και στον τζίρο των συναλλαγών, καθώς χθες σημειώθηκε ο δεύτερος χαμηλότερος τζίρος από την έναρξη του πολέμου, ύψους 239,6 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 229,4 εκατ. ευρώ αφορούν συναλλαγές σε μετοχές του FTSE 25.
Οι υψηλότεροι τζίροι διακινήθηκαν τις τρεις πρώτες ημέρες της σύρραξης (27 Φεβρουαρίου – 3 Μαρτίου), φθάνοντας το 1,7 δισ. ευρώ, όταν ο Γενικός Δείκτης υποχώρησε κατά 10,26% και σχεδόν εξαφανίστηκαν όλα τα κέρδη του πρώτου διμήνου της χρονιάς.
Δύο εβδομάδες λοιπόν πριν από την ετυμηγορία της MSCI (31 Μαρτίου) για την αναβάθμιση του καθεστώτος της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς σε ανεπτυγμένη αγορά, οι ξένοι επενδυτές βρίσκονται σε εγρήγορση, καθώς η αγορά δεν έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και κυρίως δεν υπάρχει η υψηλή ζήτηση για μετοχές όπως τους τελευταίους μήνες του 2025 και τις αρχές του 2026.
Ρευστότητα δίχως ανάληψη νέων κινδύνων
Όπως επισημαίνει ξένος fund manager στην Ελλάδα, η διαχείριση του χαρτοφυλακίου εν μέσω του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.
Σύμφωνα με τον ίδιο manager, η ρευστότητα του χαρτοφυλακίου του fund έχει αυξηθεί σε 15% — προχωρώντας σε ρευστοποιήσεις θέσεων — προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα αντίδρασης απέναντι στην αγορά.
Σε ότι αφορά τις τοποθετήσεις σε μετοχές, ούτε αυξάνεται το ρίσκο σε μεγάλο βαθμό, αλλά ούτε και μειώνεται υπερβολικά, διατηρώντας τις θέσεις όπου υπάρχουν μακροχρόνια κέρδη.
Στην ίδια, όμως, ακριβώς κατάσταση με τους διαχειριστές των funds βρίσκονται και οι επενδυτές — για λογαριασμό των οποίων διαχειρίζονται τα κεφάλαια.
Όπως σημειώνει ο ξένος διαχειριστής, οι πελάτες του ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμοι για ρευστοποιήσεις, αλλά ταυτόχρονα δεν μειώνουν πολύ και την έκθεσή τους στις αγορές. Και τα σενάρια τα οποία επεξεργάζονται σήμερα είναι δύο.
Πρώτον, η διατήρηση της πολεμικής σύρραξης με σποραδικές επιθέσεις πυραύλων και drones, ώστε όλοι να διατηρούνται σε εγρήγορση.
Το δεύτερο σενάριο, πιο αρνητικό, είναι να σημειωθεί μια άσχημη εξέλιξη μέχρις ότου να αποδυναμωθεί το θεοκρατικό καθεστώς — γεγονός που θα οδηγήσει και σε περισσότερες ρευστοποιήσεις.
Πριν από την πολεμική σύρραξη με το Ιράν, οι ξένοι επενδυτές ανέμεναν ότι εφόσον συνεχιστεί η άνοδος στην ελληνική αγορά, τότε πριν ή κατά τη διάρκεια της αναβάθμισης θα προχωρούσαν σε ρευστοποιήσεις — σε υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα του Γενικού Δείκτη (2800–3100 μονάδες).
Η ανατροπή
Η εκδοχή αυτή έχει ανατραπεί πλέον, αφού όλα καθορίζονται από τη διάρκεια του πολέμου και φυσικά από την αντίδραση των κεντρικών τραπεζών απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις που φέρνει στις οικονομίες, η αύξηση του κόστους της ενέργειας, αλλά και η διάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Εξάλλου, ακόμα κι αν ο πόλεμος τελείωνε μέσα στις επόμενες εβδομάδες, οι “πληγές” στην οικονομία δεν θα εξαφανιστούν αυτόματα, καθώς χρειάζεται να αποκατασταθούν οι ναυτιλιακές μεταφορές και η προσφορά στα ενεργειακά προϊόντα.
Το θετικό στοιχείο για τους ξένους διαχειριστές είναι ότι ο πόλεμος εξελίσσεται στις αρχές της χρονιάς και όχι τον Δεκέμβριο, αν και η εικόνα στις ΗΠΑ (ιδιωτικό χρέος) υποδεικνύει ότι υπάρχουν σοβαρά θέματα στον δανεισμό τα οποία οι αγορές αγνοούσαν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Παφίλας Δημήτρης
dpafilas@yahoo.com
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών