Η παρουσίαση τεχνικά ακριβών δεδομένων από τον πρόεδρο Trump δημιουργεί την εντύπωση ευημερίας, την οποία όμως η πραγματικότητα στα πρατήρια ξεκάθαρα διαψεύδει
Aντιμέτωπος με τη δυσάρεστη πραγματικότητα της βενζίνης στα 4,5 δολάρια το γαλόνι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump στράφηκε σε ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής αριθμητικής για να ισοσκελίσει την δυσάρεστη κατάσταση που κινδυνεύει να τον πετάξει έξω από τον Λευκό Οίκο.
«Οι τιμές της βενζίνης έπεσαν σήμερα», είπε ο Trump στους δημοσιογράφους στις 7 Μαΐου, όταν ρωτήθηκε αν επανεξετάζει το Project Freedom, το επιχειρησιακό σχέδιο για τον Κόλπο του Ηοrmuz το οποίο εγκαταλείφθηκε - λόγω της αύξησης των τιμών.
«Το είδατε; Έπεσαν πολύ σημαντικά σήμερα.
Το χρηματιστήριο είναι πολύ ψηλά.»
Η επιλεκτική χρήση αριθμών έγινε το νέο ρητορικό επιχείρημα του προέδρου, το οποίο χρησιμοποιούσε κάθε φορά που δεχόταν ερωτήσεις για τις τιμές της βενζίνης.
Αυτή η παρουσίαση τεχνικά ακριβών δεδομένων δημιουργεί την εντύπωση ευημερίας, την οποία όμως η πραγματικότητα στα πρατήρια διαψεύδει ξεκάθαρα.
Είναι μια ρητορική ασπίδα που αξίζει πιο προσεκτική εξέταση, γιατί το χρηματιστήριο που είναι «πολύ ψηλά» δεν είναι αυτό που αναγνωρίζουν οι περισσότεροι Αμερικανοί — και η «ειρήνη» που υποτίθεται ότι το ενίσχυε ήταν εκείνη τη στιγμή σχεδόν εντελώς φανταστική.

Πίσω από την άνοδο των μετοχών και τα Στενά του Ηοrmuz
Στις 28 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν κοινές αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Ιράν.
Ο ανώτατος ηγέτης Ali Khamenei σκοτώθηκε.
Το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Hormuz και μέσα στις επόμενες πέντε εβδομάδες ο δείκτης S&P υποχώρησε σχεδόν 9%.
Τα hedge funds, σύμφωνα με το τμήμα prime brokerage της Goldman Sachs — το οποίο εξυπηρετεί τους περισσότερους μεγάλους παίκτες της Wall Street και συνεπώς γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζουν, τι πουλούν και πόσο μοχλευμένοι είναι — πουλούσαν με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων 13 ετών.
Η συνολική μόχλευση ξεπέρασε το 300%, κοντά σε ιστορικό υψηλό.
Η έκθεση σε short θέσεις σε macro ETFs έφτασε σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την περίοδο της πανδημίας.
Το κλίμα στη Wall Street δεν ήταν απλώς απαισιόδοξο, θύμιζε στιγμές Αποκάλυψης.
Όπως το έθεσε αναλυτής της αγοράς εμπορευμάτων η λέξη «ύφεση» ήταν υπερβολικά ήπια για την κρίση που διαφαινόταν.
Προειδοποίησε ότι ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών χωρίς εναλλακτικούς αγωγούς θα ανάγκαζε τον κόσμο να χάσει 15 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας ζήτησης.


Η εκτίμησή του για την τιμή του Brent σε αυτό το εφιαλτικό σενάριο: από 250 έως 300 δολάρια το βαρέλι.
Μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον δημοσιεύτηκε στις 7 Απριλίου η ανάρτηση του προέδρου στο Truth Social.
Και μόνο η ανακοίνωση μιας κατάπαυσης πυρός προκάλεσε σοκ στο χρηματιστήριο.
Μέχρι το επόμενο πρωί, ο Dow κατέγραψε την καλύτερη ημερήσια επίδοσή του εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, ανεβαίνοντας κατά 1.300 μονάδες, ενώ οι δείκτες S&P και Nasdaq ακολούθησαν με σημαντικά κέρδη 2,5% και 3% αντίστοιχα.
Τα mainstream οικονομικά μέσα ενημέρωσης, επιτελώντας τον προβλεπόμενο ρόλο τους, χαρακτήρισαν την άνοδο ως «ράλι ανακούφισης».
Η αγορά, εξηγούσαν οι παρουσιαστές, η αγορά πανηγύριζε την ειρήνη.
Μέχρι το επόμενο πρωί, η πραγματικότητα στη θάλασσα απείχε πολύ από την αισιοδοξία των αγορών.
Σύμφωνα με την εταιρεία ναυτιλιακής πληροφόρησης Windward, μόνο περίπου πέντε δεξαμενόπλοια είχαν καταγραφεί να περνούν από τα Στενά μέχρι το μεσημέρι.
Για σύγκριση, πριν από τον πόλεμο ο μέσος όρος ήταν περίπου 130 διελεύσεις την ημέρα.
Παρά τους τίτλους των ειδήσεων, η θαλάσσια οδός από την οποία περνά το ένα τρίτο του παγκόσμιου πετρελαίου παρέμενε, στην πράξη, κλειστή.

Η «ειρήνη» που υποτίθεται ότι γιόρταζε το ράλι των αγορών αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα σε μείωση 96% της δραστηριότητας στα Στενά σε σχέση με τις κανονικές συνθήκες.
Η μηχανή που λειτουργεί με ερεθίσματα, όχι με αλήθεια
Υπάρχει μια εντυπωσιακή αντίφαση στην παγκόσμια οικονομία, την οποία η φράση «το χρηματιστήριο είναι πολύ ψηλά» βολικά αποκρύπτει.
Στη Wall Street — τον κόσμο των χρηματιστηριακών δεικτών και των ticker symbols — οι τιμές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά.
Στη Main Street — τον κόσμο των προβλέψεων ανάπτυξης, της καταναλωτικής δαπάνης και των προσλήψεων — οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα κάτω.
Αυτά τα δύο συμβαίνουν ταυτόχρονα και το χάσμα ανάμεσά τους δεν είναι ανωμαλία.
Είναι η ίδια η ιστορία.
Μέρος της εξήγησης δεν σχετίζεται καθόλου με τον πόλεμο στο Ιράν.
Οι αγορές των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας ανεβαίνουν χάρη στην έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία έχει αποδειχθεί σε μεγάλο βαθμό αδιάφορη απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Οι δείκτες στη Σεούλ και την Ταϊπέι κυριαρχούνται από κατασκευαστές ημιαγωγών και chip μνήμης, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης ψηφιακής οικονομίας.
Οι παραγγελίες τους ενισχύονται από επενδύσεις σε data centers και υποδομές AI, οι οποίες συνεχίζονται ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στα Στενά του Hormuz.
Όταν αυτές οι μετοχές ανεβαίνουν, ανεβαίνουν και οι γενικοί δείκτες, είτε περνά περισσότερο πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο είτε όχι.
Όμως η άνοδος της 8ης Απριλίου ήταν κάτι πιο συγκεκριμένο από ένα απλό τεχνολογικό ράλι.
Στις αρχές Απριλίου, η Wall Street είχε στοιχηματίσει τόσο έντονα εναντίον της αγοράς — δανειζόμενη και πουλώντας με την προσδοκία περαιτέρω πτώσης — ώστε είχε ουσιαστικά συμπιέσει ένα ελατήριο.
Η ανάρτηση του Τrump στο Truth Social ήταν η απελευθέρωσή του.
Η Goldman Sachs εκτίμησε ότι μόνο οι συστηματικές εταιρείες trading επαναγόρασαν μετοχές αξίας 86 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε πέντε συνεδριάσεις — ένα από τα ταχύτερα μηχανικά κύματα αγορών που έχουν καταγραφεί — καθώς οι αλγόριθμοι άλλαζαν αυτόματα κατεύθυνση και οι dealers έσπευδαν να εξισορροπήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους.
Τα Στενά του Hormuz εξακολουθούσαν να λειτουργούν στο 4% της φυσιολογικής τους κίνησης.
Η αγορά δεν προεξοφλούσε ειρήνη.
Προεξοφλούσε τη δική της αποσύνθεση.

Ο φαύλος κύκλος ως πολιτική κάλυψη
Αυτό που κάνει αυτή το πολιτικό αφηγημα ανθεκτικό είναι ότι η αγορά στην οποία αναφέρεται ο Trump έχει μετατραπεί σιωπηλά σε κάτι που οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν αναγνωρίζουν πλέον ως τον θεσμό που κάποτε εμπιστεύονταν.
Το χρηματιστήριο μιας προηγούμενης γενιάς λειτουργούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, ως συλλογική κρίση όσον αφορά την υγεία της ευρύτερης οικονομίας.
Σήμερα, αυτή η αγορά έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από ένα σύστημα όπου πάνω από 13 τρισεκατομμύρια δολάρια κινούνται αυτόματα με τη fintech μέσω παθητικών index funds.
Σε αυτό το νέο τοπίο, γιγαντιαίες εταιρείες trading αγοράζουν και πωλούν βάσει προγραμματισμένων αριθμητικών ορίων και όχι θεμελιώδους οικονομικής ανάλυσης.
Ίσως το σημαντικότερο είναι ότι οι γίγαντες της τεχνητής νοημοσύνης και των ημιαγωγών που πλέον κυριαρχούν στους δείκτες λειτουργούν σε έναν κύκλο ανάπτυξης δομικά αποσυνδεδεμένο από παραδοσιακούς δείκτες όπως οι τιμές της ενέργειας, η καταναλωτική εμπιστοσύνη ή το κόστος να γεμίσει κάποιος ένα ρεζερβουάρ.
Όταν μια εταιρεία όπως η Nvidia παρουσιάζει καλά αποτελέσματα, ο S&P 500 ανεβαίνει - και αυτό παραμένει αλήθεια είτε η βενζίνη κοστίζει 2,5 είτε 4,5 δολάρια.
Αυτή η αποσύνδεση είναι ακριβώς αυτό που καθιστά το χρηματιστήριο τόσο χρήσιμο ως πολιτικό εργαλείο αυτή τη στιγμή.
Ένας πρόεδρος μπορεί να σταθεί στο βήμα και να δείξει έναν αριθμό που αντανακλά την υγεία της οικονομίας της AI, την αυτόματη εκκαθάριση short θέσεων και τη δυναμική των ασιατικών μετοχών ημιαγωγών — και να τον παρουσιάσει ως απόδειξη ότι η διαχείριση ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή αποδίδει.

Αντλία βενζίνης εναντίον χαρτοφυλακίου - Οι δύο Αμερικές
Αυτή η διαπίστωση μας φέρνει πίσω στη συνέντευξη Τύπου και στην απάντηση που άξιζε πολύ μεγαλύτερη προσοχή από όση έλαβε.
Η αντλία βενζίνης και το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο αφηγούνται σήμερα δύο διαφορετικές ιστορίες σε δύο πολύ διαφορετικές ομάδες Αμερικανών.
Ενώ ένα χρηματιστήριο σε ιστορικά υψηλά αποτελεί τεχνικά «καλή είδηση», το όφελος αυτό είναι αυστηρά περιορισμένο.
Αφορά περίπου το 58% των Αμερικανών που κατέχουν μετοχές και ευνοεί δυσανάλογα τα πλουσιότερα νοικοκυριά, τα οποία κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα αυτού του πλούτου.
Η βενζίνη στα 4,5 δολάρια το γαλόνι είναι είδηση για όλους, αλλά πλήττει περισσότερο εκείνους που δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους στις μεταφορές και στην ενέργεια — αυτούς που είναι λιγότερο πιθανό να διαθέτουν επενδυτικό λογαριασμό που να επωφελήθηκε από ένα μηχανικό κύμα αγορών 86 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η απάντηση του Trump στις 7 Μαΐου είναι το νέο του επιχείρημα, το οποίο θα επαναλαμβάνει πολλές ακόμη φορές ώστε να αποφεύγεται η συζήτηση για τις τιμές της βενζίνης.
Θα προσπαθήσει να μετατοπίσει την προσοχή από τον αριθμό που πιέζει τους ψηφοφόρους του στην αντλία προς τον αριθμό που κολακεύει την πολιτική του κληρονομιά, στο ticker του χρηματιστηρίου.
Η ειλικρινής απάντηση στην ερώτηση του δημοσιογράφου θα απαιτούσε ένα επίπεδο διαφάνειας που η κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να προσφέρει.
Θα σήμαινε την παραδοχή ότι οι τιμές της βενζίνης παραμένουν υψηλές επειδή τα Στενά του Hormuz εξακολουθούν ουσιαστικά να είναι κλειστά και επειδή τα Στρατηγικά Αποθέματα Πετρελαίου έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι θα απαιτούσε την αναγνώριση πως τα ιστορικά υψηλά του χρηματιστηρίου δεν προήλθαν από πίστη σε μια λύση της κρίσης με το Ιράν. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα ενός μηχανικού «short squeeze» — της επιθετικής εκκαθάρισης των πιο ακραίων στοιχημάτων που είχε τοποθετήσει η Wall Street εναντίον της αγοράς από την εποχή της πανδημίας.
Το «short squeeze» είναι ένα φαινόμενο στο χρηματιστήριο όπου οι επενδυτές που είχαν στοιχηματίσει στην πτώση μιας μετοχής ή της αγοράς αναγκάζονται ξαφνικά να αγοράσουν πίσω τις θέσεις τους, προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη άνοδο στις τιμές.
Αυτή η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ.
Και αυτή ακριβώς η απόσταση — το κενό ανάμεσα σε όσα ειπώθηκαν και σε όσα ισχύουν πραγματικά — είναι αυτή τη στιγμή η σημαντικότερη οικονομική ιστορία που συμβαίνει στην Ουάσιγκτον.
www.bankingnews.gr
«Οι τιμές της βενζίνης έπεσαν σήμερα», είπε ο Trump στους δημοσιογράφους στις 7 Μαΐου, όταν ρωτήθηκε αν επανεξετάζει το Project Freedom, το επιχειρησιακό σχέδιο για τον Κόλπο του Ηοrmuz το οποίο εγκαταλείφθηκε - λόγω της αύξησης των τιμών.
«Το είδατε; Έπεσαν πολύ σημαντικά σήμερα.
Το χρηματιστήριο είναι πολύ ψηλά.»
Η επιλεκτική χρήση αριθμών έγινε το νέο ρητορικό επιχείρημα του προέδρου, το οποίο χρησιμοποιούσε κάθε φορά που δεχόταν ερωτήσεις για τις τιμές της βενζίνης.
Αυτή η παρουσίαση τεχνικά ακριβών δεδομένων δημιουργεί την εντύπωση ευημερίας, την οποία όμως η πραγματικότητα στα πρατήρια διαψεύδει ξεκάθαρα.
Είναι μια ρητορική ασπίδα που αξίζει πιο προσεκτική εξέταση, γιατί το χρηματιστήριο που είναι «πολύ ψηλά» δεν είναι αυτό που αναγνωρίζουν οι περισσότεροι Αμερικανοί — και η «ειρήνη» που υποτίθεται ότι το ενίσχυε ήταν εκείνη τη στιγμή σχεδόν εντελώς φανταστική.

Πίσω από την άνοδο των μετοχών και τα Στενά του Ηοrmuz
Στις 28 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν κοινές αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Ιράν.
Ο ανώτατος ηγέτης Ali Khamenei σκοτώθηκε.
Το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Hormuz και μέσα στις επόμενες πέντε εβδομάδες ο δείκτης S&P υποχώρησε σχεδόν 9%.
Τα hedge funds, σύμφωνα με το τμήμα prime brokerage της Goldman Sachs — το οποίο εξυπηρετεί τους περισσότερους μεγάλους παίκτες της Wall Street και συνεπώς γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζουν, τι πουλούν και πόσο μοχλευμένοι είναι — πουλούσαν με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων 13 ετών.
Η συνολική μόχλευση ξεπέρασε το 300%, κοντά σε ιστορικό υψηλό.
Η έκθεση σε short θέσεις σε macro ETFs έφτασε σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την περίοδο της πανδημίας.
Το κλίμα στη Wall Street δεν ήταν απλώς απαισιόδοξο, θύμιζε στιγμές Αποκάλυψης.
Όπως το έθεσε αναλυτής της αγοράς εμπορευμάτων η λέξη «ύφεση» ήταν υπερβολικά ήπια για την κρίση που διαφαινόταν.
Προειδοποίησε ότι ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών χωρίς εναλλακτικούς αγωγούς θα ανάγκαζε τον κόσμο να χάσει 15 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας ζήτησης.


Η εκτίμησή του για την τιμή του Brent σε αυτό το εφιαλτικό σενάριο: από 250 έως 300 δολάρια το βαρέλι.
Μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον δημοσιεύτηκε στις 7 Απριλίου η ανάρτηση του προέδρου στο Truth Social.
Και μόνο η ανακοίνωση μιας κατάπαυσης πυρός προκάλεσε σοκ στο χρηματιστήριο.
Μέχρι το επόμενο πρωί, ο Dow κατέγραψε την καλύτερη ημερήσια επίδοσή του εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, ανεβαίνοντας κατά 1.300 μονάδες, ενώ οι δείκτες S&P και Nasdaq ακολούθησαν με σημαντικά κέρδη 2,5% και 3% αντίστοιχα.
Τα mainstream οικονομικά μέσα ενημέρωσης, επιτελώντας τον προβλεπόμενο ρόλο τους, χαρακτήρισαν την άνοδο ως «ράλι ανακούφισης».
Η αγορά, εξηγούσαν οι παρουσιαστές, η αγορά πανηγύριζε την ειρήνη.
Μέχρι το επόμενο πρωί, η πραγματικότητα στη θάλασσα απείχε πολύ από την αισιοδοξία των αγορών.
Σύμφωνα με την εταιρεία ναυτιλιακής πληροφόρησης Windward, μόνο περίπου πέντε δεξαμενόπλοια είχαν καταγραφεί να περνούν από τα Στενά μέχρι το μεσημέρι.
Για σύγκριση, πριν από τον πόλεμο ο μέσος όρος ήταν περίπου 130 διελεύσεις την ημέρα.
Παρά τους τίτλους των ειδήσεων, η θαλάσσια οδός από την οποία περνά το ένα τρίτο του παγκόσμιου πετρελαίου παρέμενε, στην πράξη, κλειστή.

Η «ειρήνη» που υποτίθεται ότι γιόρταζε το ράλι των αγορών αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα σε μείωση 96% της δραστηριότητας στα Στενά σε σχέση με τις κανονικές συνθήκες.
Η μηχανή που λειτουργεί με ερεθίσματα, όχι με αλήθεια
Υπάρχει μια εντυπωσιακή αντίφαση στην παγκόσμια οικονομία, την οποία η φράση «το χρηματιστήριο είναι πολύ ψηλά» βολικά αποκρύπτει.
Στη Wall Street — τον κόσμο των χρηματιστηριακών δεικτών και των ticker symbols — οι τιμές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά.
Στη Main Street — τον κόσμο των προβλέψεων ανάπτυξης, της καταναλωτικής δαπάνης και των προσλήψεων — οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα κάτω.
Αυτά τα δύο συμβαίνουν ταυτόχρονα και το χάσμα ανάμεσά τους δεν είναι ανωμαλία.
Είναι η ίδια η ιστορία.
Μέρος της εξήγησης δεν σχετίζεται καθόλου με τον πόλεμο στο Ιράν.
Οι αγορές των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας ανεβαίνουν χάρη στην έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία έχει αποδειχθεί σε μεγάλο βαθμό αδιάφορη απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Οι δείκτες στη Σεούλ και την Ταϊπέι κυριαρχούνται από κατασκευαστές ημιαγωγών και chip μνήμης, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης ψηφιακής οικονομίας.
Οι παραγγελίες τους ενισχύονται από επενδύσεις σε data centers και υποδομές AI, οι οποίες συνεχίζονται ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στα Στενά του Hormuz.
Όταν αυτές οι μετοχές ανεβαίνουν, ανεβαίνουν και οι γενικοί δείκτες, είτε περνά περισσότερο πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο είτε όχι.
Όμως η άνοδος της 8ης Απριλίου ήταν κάτι πιο συγκεκριμένο από ένα απλό τεχνολογικό ράλι.
Στις αρχές Απριλίου, η Wall Street είχε στοιχηματίσει τόσο έντονα εναντίον της αγοράς — δανειζόμενη και πουλώντας με την προσδοκία περαιτέρω πτώσης — ώστε είχε ουσιαστικά συμπιέσει ένα ελατήριο.
Η ανάρτηση του Τrump στο Truth Social ήταν η απελευθέρωσή του.
Η Goldman Sachs εκτίμησε ότι μόνο οι συστηματικές εταιρείες trading επαναγόρασαν μετοχές αξίας 86 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε πέντε συνεδριάσεις — ένα από τα ταχύτερα μηχανικά κύματα αγορών που έχουν καταγραφεί — καθώς οι αλγόριθμοι άλλαζαν αυτόματα κατεύθυνση και οι dealers έσπευδαν να εξισορροπήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους.
Τα Στενά του Hormuz εξακολουθούσαν να λειτουργούν στο 4% της φυσιολογικής τους κίνησης.
Η αγορά δεν προεξοφλούσε ειρήνη.
Προεξοφλούσε τη δική της αποσύνθεση.

Ο φαύλος κύκλος ως πολιτική κάλυψη
Αυτό που κάνει αυτή το πολιτικό αφηγημα ανθεκτικό είναι ότι η αγορά στην οποία αναφέρεται ο Trump έχει μετατραπεί σιωπηλά σε κάτι που οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν αναγνωρίζουν πλέον ως τον θεσμό που κάποτε εμπιστεύονταν.
Το χρηματιστήριο μιας προηγούμενης γενιάς λειτουργούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, ως συλλογική κρίση όσον αφορά την υγεία της ευρύτερης οικονομίας.
Σήμερα, αυτή η αγορά έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από ένα σύστημα όπου πάνω από 13 τρισεκατομμύρια δολάρια κινούνται αυτόματα με τη fintech μέσω παθητικών index funds.
Σε αυτό το νέο τοπίο, γιγαντιαίες εταιρείες trading αγοράζουν και πωλούν βάσει προγραμματισμένων αριθμητικών ορίων και όχι θεμελιώδους οικονομικής ανάλυσης.
Ίσως το σημαντικότερο είναι ότι οι γίγαντες της τεχνητής νοημοσύνης και των ημιαγωγών που πλέον κυριαρχούν στους δείκτες λειτουργούν σε έναν κύκλο ανάπτυξης δομικά αποσυνδεδεμένο από παραδοσιακούς δείκτες όπως οι τιμές της ενέργειας, η καταναλωτική εμπιστοσύνη ή το κόστος να γεμίσει κάποιος ένα ρεζερβουάρ.
Όταν μια εταιρεία όπως η Nvidia παρουσιάζει καλά αποτελέσματα, ο S&P 500 ανεβαίνει - και αυτό παραμένει αλήθεια είτε η βενζίνη κοστίζει 2,5 είτε 4,5 δολάρια.
Αυτή η αποσύνδεση είναι ακριβώς αυτό που καθιστά το χρηματιστήριο τόσο χρήσιμο ως πολιτικό εργαλείο αυτή τη στιγμή.
Ένας πρόεδρος μπορεί να σταθεί στο βήμα και να δείξει έναν αριθμό που αντανακλά την υγεία της οικονομίας της AI, την αυτόματη εκκαθάριση short θέσεων και τη δυναμική των ασιατικών μετοχών ημιαγωγών — και να τον παρουσιάσει ως απόδειξη ότι η διαχείριση ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή αποδίδει.

Αντλία βενζίνης εναντίον χαρτοφυλακίου - Οι δύο Αμερικές
Αυτή η διαπίστωση μας φέρνει πίσω στη συνέντευξη Τύπου και στην απάντηση που άξιζε πολύ μεγαλύτερη προσοχή από όση έλαβε.
Η αντλία βενζίνης και το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο αφηγούνται σήμερα δύο διαφορετικές ιστορίες σε δύο πολύ διαφορετικές ομάδες Αμερικανών.
Ενώ ένα χρηματιστήριο σε ιστορικά υψηλά αποτελεί τεχνικά «καλή είδηση», το όφελος αυτό είναι αυστηρά περιορισμένο.
Αφορά περίπου το 58% των Αμερικανών που κατέχουν μετοχές και ευνοεί δυσανάλογα τα πλουσιότερα νοικοκυριά, τα οποία κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα αυτού του πλούτου.
Η βενζίνη στα 4,5 δολάρια το γαλόνι είναι είδηση για όλους, αλλά πλήττει περισσότερο εκείνους που δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους στις μεταφορές και στην ενέργεια — αυτούς που είναι λιγότερο πιθανό να διαθέτουν επενδυτικό λογαριασμό που να επωφελήθηκε από ένα μηχανικό κύμα αγορών 86 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η απάντηση του Trump στις 7 Μαΐου είναι το νέο του επιχείρημα, το οποίο θα επαναλαμβάνει πολλές ακόμη φορές ώστε να αποφεύγεται η συζήτηση για τις τιμές της βενζίνης.
Θα προσπαθήσει να μετατοπίσει την προσοχή από τον αριθμό που πιέζει τους ψηφοφόρους του στην αντλία προς τον αριθμό που κολακεύει την πολιτική του κληρονομιά, στο ticker του χρηματιστηρίου.
Η ειλικρινής απάντηση στην ερώτηση του δημοσιογράφου θα απαιτούσε ένα επίπεδο διαφάνειας που η κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να προσφέρει.
Θα σήμαινε την παραδοχή ότι οι τιμές της βενζίνης παραμένουν υψηλές επειδή τα Στενά του Hormuz εξακολουθούν ουσιαστικά να είναι κλειστά και επειδή τα Στρατηγικά Αποθέματα Πετρελαίου έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι θα απαιτούσε την αναγνώριση πως τα ιστορικά υψηλά του χρηματιστηρίου δεν προήλθαν από πίστη σε μια λύση της κρίσης με το Ιράν. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα ενός μηχανικού «short squeeze» — της επιθετικής εκκαθάρισης των πιο ακραίων στοιχημάτων που είχε τοποθετήσει η Wall Street εναντίον της αγοράς από την εποχή της πανδημίας.
Το «short squeeze» είναι ένα φαινόμενο στο χρηματιστήριο όπου οι επενδυτές που είχαν στοιχηματίσει στην πτώση μιας μετοχής ή της αγοράς αναγκάζονται ξαφνικά να αγοράσουν πίσω τις θέσεις τους, προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη άνοδο στις τιμές.
Αυτή η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ.
Και αυτή ακριβώς η απόσταση — το κενό ανάμεσα σε όσα ειπώθηκαν και σε όσα ισχύουν πραγματικά — είναι αυτή τη στιγμή η σημαντικότερη οικονομική ιστορία που συμβαίνει στην Ουάσιγκτον.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών