Γιατί το παγκόσμιο δίχτυ ασφαλείας μετατράπηκε σε θηλιά για την παγκόσμια οικονομία
Η παγκόσμια οικονομία δεν βρίσκεται απλώς σε μια φάση αστάθειας, βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν μηχανισμό αυτοτροφοδοτούμενης καταστροφής.
Ενώ οι γεωπολιτικές φλόγες στα Στενά του Hormuz εκτοξεύουν το Brent πάνω από τα 100 δολάρια και διαλύουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, η σκληρή αλήθεια που αναδεικνύει η Hanan Morsy (Αναπληρώτρια Εκτελεστική Γραμματέας και Επικεφαλής Οικονομολόγος της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Αφρική) είναι σοκαριστική: Το διεθνές χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα δεν είναι το «δίχτυ ασφαλείας» που μας υποσχέθηκαν, αλλά ένας πολλαπλασιαστής κρίσεων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Hanan Morsy, το κλείσιμο των Στενών του Hormuz προκάλεσε έντονες αυξήσεις τιμών, οι οποίες πλήττουν περισσότερο τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς του κόσμου.
Από τις αρχές του έτους, η τιμή του πετρελαίου Brent έχει αυξηθεί τουλάχιστον κατά 41% (ξεπερνώντας τα 100 δολάρια το βαρέλι), η τιμή της ουρίας (βασικού συστατικού των λιπασμάτων) κατά περίπου 50%, ενώ τα ναύλα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων αυξήθηκαν κατά 21%.
Τα ασφάλιστρα για τις θαλάσσιες μεταφορές εκτοξεύθηκαν έως και εννέα φορές, ενώ 29 αφρικανικά νομίσματα υποτιμήθηκαν.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η αντίδραση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Τη στιγμή που πολλές οικονομίες εμφανίζονται να έχουν ανάγκη από ρευστότητα, οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν γίνει αυστηρότερες, τα ασφάλιστρα κινδύνου έχουν διευρυνθεί και βασικά εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων πρόκειται να αποσυρθούν σταδιακά.
Οι μηχανισμοί που σχεδιάστηκαν για να απορροφούν τους κραδασμούς, τελικά τους ενίσχυσαν.
Η παγκόσμια οικονομία δεν είναι μόνο πιο ασταθής σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και δομικά ευάλωτη σε γεωπολιτικές συγκρούσεις, κατακερματισμό του εμπορίου, κλιματικά σοκ, τεχνολογικές ανακατατάξεις και άλλες ευρείες δυνάμεις που δρουν ταυτόχρονα και αλληλοενισχύονται σε πραγματικό χρόνο.
Η σημερινή χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική υποτίθεται ότι θα διασφάλιζε τη σταθερότητα, παρέχοντας ρευστότητα όταν το κεφάλαιο αποσύρεται, προστατεύοντας τις οικονομίες όταν ξεσπούν κρίσεις και ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα.
Ωστόσο, αυτό που μόλις βιώσαμε ήταν ακριβώς το αντίθετο.
Καθώς τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν προς ασφαλέστερα καταφύγια, το κόστος δανεισμού αυξήθηκε και πολλές χώρες βρέθηκαν με ακόμη μικρότερη δημοσιονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στο σοκ.
Στην Αφρική, για παράδειγμα, οι συνθήκες χρηματοδότησης επιδεινώθηκαν, καθώς οι καθαροί εισαγωγείς πετρελαίου βρέθηκαν αντιμέτωποι με εκρηκτική αύξηση του κόστους εισαγωγής καυσίμων και τροφίμων.
Παρ’ όλα αυτά, ένα από τα ελάχιστα εργαλεία που σχεδιάστηκαν ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις, η Διευκόλυνση Ταχείας Πίστωσης (Rapid Credit Facility) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για χώρες χαμηλού εισοδήματος, πρόκειται να καταργήσει σταδιακά τα αυξημένα όρια πρόσβασης που είχαν εφαρμοστεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Πρόσθετες χρεώσεις
Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η οικονομολόγος, χώρες μεσαίου εισοδήματος που δανείζονται υπό συνθήκες πίεσης συνεχίζουν να επιβαρύνονται με πρόσθετες χρεώσεις μέσω της πολιτικής επιπλέον επιβαρύνσεων (surcharges) του ΔΝΤ.
Παρότι το ΔΝΤ υπερασπίζεται αυτή την πολιτική ως αναγκαία για τη διασφάλιση της αποπληρωμής και την προστασία των πόρων του, στην πράξη λειτουργεί προκυκλικά, καθώς οι πρόσθετες χρεώσεις επιβάλλονται στα μεγαλύτερα ανεξόφλητα υπόλοιπα, τα οποία σχεδόν πάντα ανήκουν στις οικονομίες που βρίσκονται υπό τη μεγαλύτερη πίεση.
Πρόσφατες μελέτες καταγράφουν τις άνισες και επιβαρυντικές συνέπειες αυτής της δυναμικής.
Τη στιγμή ακριβώς που οι χώρες θα έπρεπε να εφαρμόζουν αντικυκλικά μέτρα, όπως δημοσιονομική τόνωση απέναντι σε μια ύφεση, το δίχτυ ασφαλείας περιορίζεται και το κόστος απορρόφησης των κραδασμών εκτοξεύεται.
Παράλληλα, το κόστος κεφαλαίου έχει αυξηθεί σημαντικά.
Αφού κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 2,4% κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 και υποχώρησε έως περίπου το 0,6% στη διάρκεια της πανδημίας, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου έχει πλέον ανέλθει περίπου στο 4,36% — επίπεδο που δείχνει ολοένα και περισσότερο να έχει διαρθρωτικό, και όχι προσωρινό, χαρακτήρα.
Για τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες με υψηλό χρέος, αυτό αυξάνει το ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό απόδοσης για κάθε επένδυση σε ενέργεια, υποδομές, συστήματα τροφίμων και ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Και πάλι, το σύστημα σφίγγει τις χρηματοδοτικές συνθήκες ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να τις χαλαρώνει.
Όμως αυτό δεν αποτελεί ακούσια συνέπεια.
Το σύστημα λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε.
Δημιουργήθηκε για έναν κόσμο περιστασιακών κρίσεων και ομαλών ανακάμψεων, όχι για έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διαρκείς και αλληλεπικαλυπτόμενες πηγές αποσταθεροποίησης.
Σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, η προκυκλικότητα δεν αποτελεί πλέον μια μικρή αδυναμία· είναι ένας καθοριστικός περιορισμός για την ανάπτυξη και τη σταθερότητα.
Η Αφρική υφίσταται τις σοβαρότερες συνέπειες αυτών των εξελίξεων, λόγω των τεράστιων επενδυτικών της αναγκών, των περιορισμένων δημοσιονομικών αποθεμάτων και της συνεχιζόμενης εξάρτησής της από εξωτερική χρηματοδότηση.
Καθώς τα κλιματικά, γεωπολιτικά και άλλα σοκ αυξάνουν τα επίπεδα χρέους σε ολόκληρη την ήπειρο, οι δαπάνες για την υγεία και την εκπαίδευση περιορίζονται ασφυκτικά.
Πολλές χώρες προωθούν συνετές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, όμως αυτές οι εξωτερικές πιέσεις υπονομεύουν τα αποτελέσματά τους.
Η κατάσταση απαιτεί όχι μόνο περισσότερη χρηματοδότηση ή ταχύτερες εκταμιεύσεις, αλλά και ενσωματωμένους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς που θα εξαλείψουν τις πιο εμφανείς πηγές προκυκλικότητας.
Στην περίπτωση του ΔΝΤ, αυτό σημαίνει διατήρηση των μηχανισμών έκτακτης χρηματοδότησης, επανενεργοποίηση του Food Shock Window και κατάργηση των προκυκλικών πρόσθετων χρεώσεων για τις χώρες που βασίζονται σε αυτά τα εργαλεία.
Αντίστοιχα, για την Παγκόσμια Τράπεζα, η μείωση της προκυκλικότητας σημαίνει την προώθηση εκ των προτέρων χρηματοδότησης μέσω της Διεθνούς Αναπτυξιακής Ένωσης (International Development Association), την ενίσχυση των έκτακτων πιστωτικών γραμμών —με υψηλότερα όρια— και άλλων πόρων για τις ευάλωτες χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, καθώς και την επέκταση του δανεισμού σε τοπικά νομίσματα, ώστε να μειωθούν οι συναλλαγματικές ανισορροπίες που καθιστούν τις περιόδους υποτίμησης ακόμη πιο επώδυνες.
Παράλληλα, για τις περιφερειακές αναπτυξιακές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αυτό σημαίνει την αξιοποίηση εργαλείων εμπορικής χρηματοδότησης και εγγυητικών επιστολών, ώστε να διατηρηθεί η ομαλή λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού ενέργειας και λιπασμάτων.
Σε ευρύτερο επίπεδο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να ξεκινήσουν τον ανασχεδιασμό της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής, ώστε να περιλαμβάνει προβλέψιμους μηχανισμούς βασισμένους σε κανόνες, οι οποίοι θα ενεργοποιούνται αυτόματα όταν παραβιάζονται προκαθορισμένοι δείκτες, αντί να αναμένονται αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων μήνες μετά το ξέσπασμα μιας κρίσης.
Με την ανακατεύθυνση των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων (Special Drawing Rights – SDRs) του ΔΝΤ προς τις πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες ως υβριδικό κεφάλαιο, μπορούμε να μετατρέψουμε ανενεργά αποθεματικά σε επενδύσεις ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των ευάλωτων οικονομιών.
Με την εφαρμογή της Ανεξάρτητης Αναθεώρησης του 2022 της G20 για τα Πλαίσια Κεφαλαιακής Επάρκειας των Πολυμερών Αναπτυξιακών Τραπεζών, μπορούμε να απελευθερώσουμε επιπλέον δανεισμό ύψους 300–400 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στην επόμενη δεκαετία, χωρίς νέα κεφάλαια από τους μετόχους.
Και με την επανεξέταση της δομής συμμετοχής, εκπροσώπησης και ποσοστώσεων στα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μπορούμε να δώσουμε στις χώρες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε παγκόσμιους κραδασμούς ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωση των κανόνων.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη χρηματοδότησης ή ρευστότητας.
Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διαρκείς αναταράξεις, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε σε ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για προσωρινούς κλυδωνισμούς.
Όμως η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να αυτοσχεδιαστεί· πρέπει να ενσωματωθεί εξαρχής στον ίδιο τον σχεδιασμό του συστήματος, καταλήγει η Hanan Morsy.
www.bankingnews.gr
Ενώ οι γεωπολιτικές φλόγες στα Στενά του Hormuz εκτοξεύουν το Brent πάνω από τα 100 δολάρια και διαλύουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, η σκληρή αλήθεια που αναδεικνύει η Hanan Morsy (Αναπληρώτρια Εκτελεστική Γραμματέας και Επικεφαλής Οικονομολόγος της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Αφρική) είναι σοκαριστική: Το διεθνές χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα δεν είναι το «δίχτυ ασφαλείας» που μας υποσχέθηκαν, αλλά ένας πολλαπλασιαστής κρίσεων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Hanan Morsy, το κλείσιμο των Στενών του Hormuz προκάλεσε έντονες αυξήσεις τιμών, οι οποίες πλήττουν περισσότερο τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς του κόσμου.
Από τις αρχές του έτους, η τιμή του πετρελαίου Brent έχει αυξηθεί τουλάχιστον κατά 41% (ξεπερνώντας τα 100 δολάρια το βαρέλι), η τιμή της ουρίας (βασικού συστατικού των λιπασμάτων) κατά περίπου 50%, ενώ τα ναύλα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων αυξήθηκαν κατά 21%.
Τα ασφάλιστρα για τις θαλάσσιες μεταφορές εκτοξεύθηκαν έως και εννέα φορές, ενώ 29 αφρικανικά νομίσματα υποτιμήθηκαν.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η αντίδραση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Τη στιγμή που πολλές οικονομίες εμφανίζονται να έχουν ανάγκη από ρευστότητα, οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν γίνει αυστηρότερες, τα ασφάλιστρα κινδύνου έχουν διευρυνθεί και βασικά εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων πρόκειται να αποσυρθούν σταδιακά.
Οι μηχανισμοί που σχεδιάστηκαν για να απορροφούν τους κραδασμούς, τελικά τους ενίσχυσαν.
Η παγκόσμια οικονομία δεν είναι μόνο πιο ασταθής σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και δομικά ευάλωτη σε γεωπολιτικές συγκρούσεις, κατακερματισμό του εμπορίου, κλιματικά σοκ, τεχνολογικές ανακατατάξεις και άλλες ευρείες δυνάμεις που δρουν ταυτόχρονα και αλληλοενισχύονται σε πραγματικό χρόνο.
Η σημερινή χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική υποτίθεται ότι θα διασφάλιζε τη σταθερότητα, παρέχοντας ρευστότητα όταν το κεφάλαιο αποσύρεται, προστατεύοντας τις οικονομίες όταν ξεσπούν κρίσεις και ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα.
Ωστόσο, αυτό που μόλις βιώσαμε ήταν ακριβώς το αντίθετο.
Καθώς τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν προς ασφαλέστερα καταφύγια, το κόστος δανεισμού αυξήθηκε και πολλές χώρες βρέθηκαν με ακόμη μικρότερη δημοσιονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στο σοκ.
Στην Αφρική, για παράδειγμα, οι συνθήκες χρηματοδότησης επιδεινώθηκαν, καθώς οι καθαροί εισαγωγείς πετρελαίου βρέθηκαν αντιμέτωποι με εκρηκτική αύξηση του κόστους εισαγωγής καυσίμων και τροφίμων.
Παρ’ όλα αυτά, ένα από τα ελάχιστα εργαλεία που σχεδιάστηκαν ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις, η Διευκόλυνση Ταχείας Πίστωσης (Rapid Credit Facility) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για χώρες χαμηλού εισοδήματος, πρόκειται να καταργήσει σταδιακά τα αυξημένα όρια πρόσβασης που είχαν εφαρμοστεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Πρόσθετες χρεώσεις
Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η οικονομολόγος, χώρες μεσαίου εισοδήματος που δανείζονται υπό συνθήκες πίεσης συνεχίζουν να επιβαρύνονται με πρόσθετες χρεώσεις μέσω της πολιτικής επιπλέον επιβαρύνσεων (surcharges) του ΔΝΤ.
Παρότι το ΔΝΤ υπερασπίζεται αυτή την πολιτική ως αναγκαία για τη διασφάλιση της αποπληρωμής και την προστασία των πόρων του, στην πράξη λειτουργεί προκυκλικά, καθώς οι πρόσθετες χρεώσεις επιβάλλονται στα μεγαλύτερα ανεξόφλητα υπόλοιπα, τα οποία σχεδόν πάντα ανήκουν στις οικονομίες που βρίσκονται υπό τη μεγαλύτερη πίεση.
Πρόσφατες μελέτες καταγράφουν τις άνισες και επιβαρυντικές συνέπειες αυτής της δυναμικής.
Τη στιγμή ακριβώς που οι χώρες θα έπρεπε να εφαρμόζουν αντικυκλικά μέτρα, όπως δημοσιονομική τόνωση απέναντι σε μια ύφεση, το δίχτυ ασφαλείας περιορίζεται και το κόστος απορρόφησης των κραδασμών εκτοξεύεται.
Παράλληλα, το κόστος κεφαλαίου έχει αυξηθεί σημαντικά.
Αφού κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 2,4% κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 και υποχώρησε έως περίπου το 0,6% στη διάρκεια της πανδημίας, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου έχει πλέον ανέλθει περίπου στο 4,36% — επίπεδο που δείχνει ολοένα και περισσότερο να έχει διαρθρωτικό, και όχι προσωρινό, χαρακτήρα.
Για τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες με υψηλό χρέος, αυτό αυξάνει το ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό απόδοσης για κάθε επένδυση σε ενέργεια, υποδομές, συστήματα τροφίμων και ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Και πάλι, το σύστημα σφίγγει τις χρηματοδοτικές συνθήκες ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να τις χαλαρώνει.
Όμως αυτό δεν αποτελεί ακούσια συνέπεια.
Το σύστημα λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε.
Δημιουργήθηκε για έναν κόσμο περιστασιακών κρίσεων και ομαλών ανακάμψεων, όχι για έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διαρκείς και αλληλεπικαλυπτόμενες πηγές αποσταθεροποίησης.
Σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, η προκυκλικότητα δεν αποτελεί πλέον μια μικρή αδυναμία· είναι ένας καθοριστικός περιορισμός για την ανάπτυξη και τη σταθερότητα.
Η Αφρική υφίσταται τις σοβαρότερες συνέπειες αυτών των εξελίξεων, λόγω των τεράστιων επενδυτικών της αναγκών, των περιορισμένων δημοσιονομικών αποθεμάτων και της συνεχιζόμενης εξάρτησής της από εξωτερική χρηματοδότηση.
Καθώς τα κλιματικά, γεωπολιτικά και άλλα σοκ αυξάνουν τα επίπεδα χρέους σε ολόκληρη την ήπειρο, οι δαπάνες για την υγεία και την εκπαίδευση περιορίζονται ασφυκτικά.
Πολλές χώρες προωθούν συνετές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, όμως αυτές οι εξωτερικές πιέσεις υπονομεύουν τα αποτελέσματά τους.
Η κατάσταση απαιτεί όχι μόνο περισσότερη χρηματοδότηση ή ταχύτερες εκταμιεύσεις, αλλά και ενσωματωμένους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς που θα εξαλείψουν τις πιο εμφανείς πηγές προκυκλικότητας.
Στην περίπτωση του ΔΝΤ, αυτό σημαίνει διατήρηση των μηχανισμών έκτακτης χρηματοδότησης, επανενεργοποίηση του Food Shock Window και κατάργηση των προκυκλικών πρόσθετων χρεώσεων για τις χώρες που βασίζονται σε αυτά τα εργαλεία.
Αντίστοιχα, για την Παγκόσμια Τράπεζα, η μείωση της προκυκλικότητας σημαίνει την προώθηση εκ των προτέρων χρηματοδότησης μέσω της Διεθνούς Αναπτυξιακής Ένωσης (International Development Association), την ενίσχυση των έκτακτων πιστωτικών γραμμών —με υψηλότερα όρια— και άλλων πόρων για τις ευάλωτες χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, καθώς και την επέκταση του δανεισμού σε τοπικά νομίσματα, ώστε να μειωθούν οι συναλλαγματικές ανισορροπίες που καθιστούν τις περιόδους υποτίμησης ακόμη πιο επώδυνες.
Παράλληλα, για τις περιφερειακές αναπτυξιακές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αυτό σημαίνει την αξιοποίηση εργαλείων εμπορικής χρηματοδότησης και εγγυητικών επιστολών, ώστε να διατηρηθεί η ομαλή λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού ενέργειας και λιπασμάτων.
Σε ευρύτερο επίπεδο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να ξεκινήσουν τον ανασχεδιασμό της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής, ώστε να περιλαμβάνει προβλέψιμους μηχανισμούς βασισμένους σε κανόνες, οι οποίοι θα ενεργοποιούνται αυτόματα όταν παραβιάζονται προκαθορισμένοι δείκτες, αντί να αναμένονται αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων μήνες μετά το ξέσπασμα μιας κρίσης.
Με την ανακατεύθυνση των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων (Special Drawing Rights – SDRs) του ΔΝΤ προς τις πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες ως υβριδικό κεφάλαιο, μπορούμε να μετατρέψουμε ανενεργά αποθεματικά σε επενδύσεις ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των ευάλωτων οικονομιών.
Με την εφαρμογή της Ανεξάρτητης Αναθεώρησης του 2022 της G20 για τα Πλαίσια Κεφαλαιακής Επάρκειας των Πολυμερών Αναπτυξιακών Τραπεζών, μπορούμε να απελευθερώσουμε επιπλέον δανεισμό ύψους 300–400 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στην επόμενη δεκαετία, χωρίς νέα κεφάλαια από τους μετόχους.
Και με την επανεξέταση της δομής συμμετοχής, εκπροσώπησης και ποσοστώσεων στα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μπορούμε να δώσουμε στις χώρες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε παγκόσμιους κραδασμούς ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωση των κανόνων.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη χρηματοδότησης ή ρευστότητας.
Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διαρκείς αναταράξεις, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε σε ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για προσωρινούς κλυδωνισμούς.
Όμως η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να αυτοσχεδιαστεί· πρέπει να ενσωματωθεί εξαρχής στον ίδιο τον σχεδιασμό του συστήματος, καταλήγει η Hanan Morsy.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών