Τελευταία Νέα
Οικονομία

Πιερρακάκης: Από κάθε πρόωρη αποπληρωμή ενός δισ. ευρώ κερδίζουμε 30 εκατ. ευρώ το χρόνο - Τρίτη θητεία Στουρνάρα στην ΤτΕ

Πιερρακάκης: Από κάθε πρόωρη αποπληρωμή ενός δισ. ευρώ κερδίζουμε 30 εκατ. ευρώ το χρόνο - Τρίτη θητεία Στουρνάρα στην ΤτΕ
«Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί όχι μόνο από την ανάπτυξη των οικονομιών, αλλά και από την αξιοπιστία των επιλογών και την ισχύ της κάθε χώρας μέσα στην Ευρώπη», ανέφερε ο Κ. Πιερρακάκης
«Από κάθε δισεκατομμύριο πρόωρης αποπληρωμής χρέους, κερδίζουμε 30 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο»,ενώ «έως τώρα έχουμε αποπληρώσει 26,5 δισ. ευρώ», ανέφερε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, στη δευτερολογία του στη συνεδρίαση της Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, εισηγούμενος τον επαναδιορισμό του Γιάννη Στούρναρα ως διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος.
Ο κ. Πιερρακάκης εστίασε στο χρέος, στις πρόωρες αποπληρωμές και στη στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών.
Εξήγησε ότι στην Ευρώπη υπάρχει ο κανόνας δαπανών που ορίζει ότι το κομμάτι του πλεονάσματος που δύνασαι να ξοδέψεις είναι μόνο εκείνο το οποίο είτε το έχεις προσυμφωνήσει με την Κομισιόν, σε βάθος χρόνου είτε απορρέει από ενεργητικά μέτρα πολιτικής.
Εξήγησε πως «από τα έξτρα 2,9 δισ. ευρώ που είχαμε, που πήγαμε το 3,7 στο 4,9 πλεόνασμα, μπορούσαμε να ξοδέψουμε το 1 δισ. ευρώ και έχουμε ήδη ξοδέψει τα 800 εκατ. ευρώ για την στήριξη της κοινωνίας».
«Από κάθε πρόωρη αποπληρωμή ενός δισ. ευρώ πόσο κερδίζουμε; Κερδίζουμε 30 εκατομμύρια το χρόνο. Πόσα έχουμε αποπληρώσει μέχρι τώρα; Έχουμε αποπληρώσει 26,5 δισ. ευρώ. Αυτά είναι περίπου 800 εκατομμύρια. Άρα, έχουμε από το 1,5 δισ. ευρώ έξτρα που θα μας έρθει μετά το 2032, τα 800 εκατομμύρια ήδη τα αφαιρούμε.
Ο στόχος είναι και από τα υπόλοιπα χρήματα τα οποία θα συνεχίσουμε με τις πρόωρες αποπληρωμές, άρα περίπου 19,5 δισ. ευρώ, να έχουμε παλαντζάρει το κόστος αυτού του ποσού και να μην υφίσταται κανένα ρίσκο για τη χώρα», συμπλήρωσε.

Δεν υπάρχει ρίσκο το 2032

Υπενθύμισε ότι «το 2019 όταν αναλαμβάναμε την κυβέρνηση υπήρχε μία συζήτηση για το 2032. Το 2032 θα ερχόταν η χώρα σε πάρα πολύ δύσκολη θέση από το πώς θα έρχονταν πρόσθετα κόστη από τον αναβαλλόμενο τόκο του Greek Loan Facility (GLF).
Ο υπολογισμός είναι ότι είναι περίπου 25-30 δισ. ευρώ, το ακριβές πόσο θα το ξέρουμε τότε. Αυτή η συζήτηση δεν υφίσταται πλέον. Έχει τελειώσει. Δεν υπάρχει ρίσκο 2032».
Εξήγησε ότι αυτό συμβαίνει «από την καταπληκτική δουλειά που έχει κάνει ο ΟΔΔΗΧ, αυτά τα 25-30 δισ. ευρώ, έχει αποφασιστεί ότι θα πάνε σε βάθος 20ετίας.Άρα, διαιρέστε το με το χρόνο -να πάρουμε το σενάριο το κακό- 30 δισ. ευρώ. Ας το διαιρέσουμε σε ετήσια βάση, 1,5 δισ. ευρώ το χρόνο. Και τι ξέραμε εμείς ως κυβέρνηση ότι πρέπει να κάνουμε; Να το ισοσκελίσουμε, να μπορέσουμε δηλαδή αυτό το έξτρα βάρος να το απορροφήσουμε με τις κινήσεις που θα έχουμε κάνει μέχρι τότε. Αυτό το κάνουν οι πρόωρες αποπληρωμές.
Γιατί εν αντιθέσει με αυτό το οποίο είπε ο κύριος Παππάς, είναι πιο κοστοβόρο αν το δει κανείς σε όρους spread το κόστος του πρώτου Μνημονίου, γιατί είναι ονομαστική η σύγκριση που έκανε.
Είναι τρίμηνο Euribor και 50 basis points το κόστος. Εμείς στο επταετές γιατί εμείς η διάρκεια είναι επτά χρόνια στο GLF είναι τρίμηνο Euribor και 35 basis points, μονάδες βάσης.
Άρα, από την ίδια τη σύγκριση κερδίζουμε».

Φορολόγηση τραπεζών

Ως προς τη φορολόγηση τραπεζών, επανέλαβε δύο στοιχεία.
Όπως ανέφερε ο κ. Πιερρακάκης: «τα στοιχεία τα δικά σας, της Τραπέζης της Ελλάδος, κύριε Διοικητά, για το 2025 δείχνουν ότι τα λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν μόλις κατά 0,5%. Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 15%. Ενώ τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 7,2%. Το αποτέλεσμα ποιο είναι; Τα καθαρά λειτουργικά αποτελέσματα των τραπεζών μειώθηκαν κατά περίπου 247 εκατομμύρια ευρώ. Παρ' όλα αυτά, τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν. Αυξήθηκαν από τα 5,44 δισ. ευρώ στα 5,82 δισ. ευρώ. Αυτό δεν έχει συμβεί επειδή αυξήθηκαν σημαντικά τα βασικά έσοδα των τραπεζών. Έχει συμβεί γιατί έχουμε μείωση προβλέψεων πιστωτικού κινδύνου κατά 438 εκατομμύρια ευρώ. Μείωση λοιπών ζημιών κατά 158 εκατομμύρια ευρώ και μικρότερες μη επαναλαμβανόμενες θετικές επιδράσεις».
Τόνισε πως οι τράπεζες χρειάζονται λιγότερες προβλέψεις πλέον γιατί μειώθηκαν οι επισφάλειες και βελτιώθηκε η κατάσταση της οικονομίας.

Παρεμβάσεις


Για τις τραπεζικές χρεώσεις η κυβέρνηση έχει ήδη κάνει παρεμβάσεις, συνέχισε ο υπουργός και υπενθύμισε ότι στις 21 Ιουλίου του 2025 συνεργάστηκε πολύ στενά με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος για να καταλήξουν στην κατάργηση προμηθειών που έγινε μέσα στο καλοκαίρι.
«Θέλουμε το σύστημα να δουλεύει. Αν κρίνουμε ότι πρέπει να παρεμβαίνουμε, παρεμβαίνουμε, το τι είναι ευεργετικό για τη μεγάλη εικόνα. Αν χρειαστεί να παρεμβούμε ξανά, θα ξαναπαρέμβουμε.
Δεν ξεκινάμε, όμως, από μια αφετηρία η οποία λέει ότι πρέπει να εργαλειοποιούμε τις τράπεζες πολιτικά για να παράξουμε κάποιο πολιτικό μήνυμα. Γιατί όσες φορές αυτό συνέβη στην ελληνική Ιστορία, δεν ήταν για καλό. Και δεν ήταν για καλό σίγουρα των πιο ευάλωτων», ξεκαθάρισε.

Αναβαλλόμενο φόρο

Τέλος, για τον αναβαλλόμενο φόρο, ανέφερε πως «το ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό, εγώ να πω, ως προς το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος από 70% που ήταν το 2018, το Q4 του ‘25, ήταν 57%. Κάνουμε συνεχώς ενέργειες για να μπορέσουμε να το διαχειριστούμε. Πρόσφατα, είδατε, κάναμε τις 72 δόσεις. Έχουμε μειώσει από τις 10.000 ευρώ στις 5.000 ευρώ τη δυνατότητα υπαγωγής στον εξωδικαστικό. Βοηθάμε τις επιχειρήσεις. Κάνουμε ό,τι μπορούμε... στήριξη πρώτης κατοικίας μέσω του εξωδικαστικού για να στηρίξουμε τους πολίτες που έχουν περισσότερο ανάγκη στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της χώρας».

Αμηχανία ΠΑΣΟΚ

Ο κ. Πιερρακάκης σχολίασε ότι «το «παρών» το οποίο άκουσα από το ΠΑΣΟΚ δεν είναι μια αντανάκλαση της αξίας του διοικητή. Είναι μια αντανάκλαση της πολιτικής αμηχανίας του ΠΑΣΟΚ στο σύνολο της πολιτικής του».

Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί από την ανάπτυξη, την αξιοπιστία των επιλογών και την ισχύ κάθε χώρας στην Ευρώπη

Ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε πως «η επόμενη δεκαετία θα κριθεί όχι μόνο από την ανάπτυξη των οικονομιών, αλλά και από την αξιοπιστία των επιλογών και την ισχύ της κάθε χώρας μέσα στην Ευρώπη».
Δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην κατάσταση στη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας πως «ελπίζουμε ότι οι ειρηνευτικές προσπάθειες στη Μέση Ανατολή που βρίσκονται σε εξέλιξη θα αποδώσουν και θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη σταθερότητα στην περιοχή. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια εμπεδώσαμε με τον πιο δύσκολο και τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι ζούμε σε μια εποχή μεγάλων ανατροπών».
Δίνοντας το στίγμα για το πού βρίσκεται σήμερα η οικονομία και το τραπεζικό σύστημα, τόνισε ότι «η Ελλάδα έχει πλέον ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. Και αυτό σημαίνει αλλαγή θέσης της χώρας στον παγκόσμιο οικονομικό χάρτη. Σήμερα η Ελλάδα δανείζεται με όρους που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητοι και όχι αυτονόητοι. Η αποκατάσταση αυτής της αξιοπιστίας αποτυπώνεται πλέον και στο τραπεζικό σύστημα. Το 2019 η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν αρνητική, περίπου στο -0,4%. Σήμερα η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις καταγράφει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την περίοδο 2022-2025 η Ελλάδα κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις 10,9%, ένας από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που το 2016 ξεπερνούσαν το 48% των συνολικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών, έχουν πλέον περιοριστεί στο 3,3%, το χαμηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα τραπεζικό σύστημα που παλεύει να επιβιώσει και σε ένα τραπεζικό σύστημα που μπορεί ξανά να στηρίξει την παραγωγική οικονομία».
Πρόσθεσε πως «δεν πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση και περισσότερη χρηματοδότηση της καινοτομίας, των επενδύσεων και της εξωστρέφειας. Γιατί το ζητούμενο, πλέον, δεν είναι μόνο η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Είναι η δυνατότητά του να στηρίξει πιο δυναμικά το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας και την ανάπτυξη που θα χρειαστούμε την επόμενη δεκαετία».
Υπογράμμισε δε, ότι «η Ελλάδα αντιμετωπίζεται, πλέον, διαφορετικά από τις διεθνείς αγορές, αποτυπώνεται και στη διεθνή εμπιστοσύνη προς το τραπεζικό σύστημα».
«Η στρατηγική συνεργασία της UniCredit με την Alpha Bank αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες ψήφους εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, βλέπουμε ελληνικά τραπεζικά σχήματα να αποκτούν μεγαλύτερη εξωστρέφεια και μεγαλύτερη περιφερειακή παρουσία, κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητο. Όμως ακριβώς γι' αυτό οι απαιτήσεις της επόμενης περιόδου γίνονται ακόμη μεγαλύτερες», σημείωσε.
Κατά τον ίδιο, «εδώ βρίσκεται μια μεγάλη πρόκληση όχι μόνο για τη χώρα μας, αλλά και ευρύτερα και για την Ευρώπη. Διαθέτουμε στην Ευρώπη τεράστιες αποταμιεύσεις, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό. Και όμως, μεγάλο μέρος αυτών των πόρων εξακολουθεί να χρηματοδοτεί επενδύσεις εκτός Ευρώπης. Γι' αυτό η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό στοίχημα της Ευρώπης και όλων των κρατών-μελών της. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της μεγάλης συζήτησης για το μέλλον της ανταγωνιστικότητας, της χρηματοδότησης και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Μαζί με τον Γιάννη Στουρνάρα συμμετέχουμε καθημερινά σε αυτές τις κρίσιμες ευρωπαϊκές μάχες, ο καθένας από την ιδιότητά του. Και εδώ βρίσκεται, επιτρέψτε μου να πω, και η βαθύτερη σημασία της σημερινής επιλογής. Η Ελλάδα χρειάζεται ανθρώπους με γνώση, με εμπειρία και διεθνές κύρος, που μπορούν να εκπροσωπούν τη χώρα με σοβαρότητα και αξιοπιστία σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον».

Τρίτη θητεία Στουρνάρα στην ΤτΕ

«Η Ελλάδα της κρίσης ανήκει πλέον στο παρελθόν. Η Ελλάδα οφείλει να πρωταγωνιστήσει σε αυτήν τη νέα εποχή», ανέφερε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κ. Πιερρακάκης, εισηγούμενος τον επαναδιορισμό του Γιάννη Στούρναρα ως διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, στην Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.
Κατά την ακρόαση του κ. Στουρνάρα ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε πως «εισηγούμαι με ιδιαίτερη αίσθηση ευθύνης την ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στη θέση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Και η απόφαση αυτή δεν αφορά μόνο το πρόσωπο του Γιάννη Στουρνάρα, αφορά τη θεσμική αντοχή της χώρας και την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας σε μια εποχή όπου η αβεβαιότητα έχει μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της διεθνούς πραγματικότητας».
Πρόσθεσε πως με «την ανανέωση της θητείας του κ. Στουρνάρα, αυτός γίνεται ο πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος με τρεις διαδοχικές θητείες», ξεπερνώντας ιστορικά τον χρόνο θητείας του Ξενοφώντα Ζολώτα, οι θητείες του οποίου δεν ήταν συνεχόμενες.
«Η θεσμική συνέχεια για εμάς αποκτά ιδιαίτερη αξία σε στιγμές που η σταθερότητα και η αξιοπιστία αποτελούν στρατηγικά πλεονεκτήματα για κάθε χώρα, πόσο μάλλον για τη δική μας», σημείωσε ο υπουργός.
Έκανε αναφορά στην εμπειρία του κ. Στουρνάρα, υπογραμμίζοντας όττι «τις πιο κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της χώρας ήταν παρών. Η δημόσια διαδρομή του συνδέεται με τις μεγάλες καμπές της οικονομικής πορείας της Ελλάδας. Με την ευρωπαϊκή σύγκλιση και την προετοιμασία της χώρας για τη συμμετοχή της στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Με τη δύσκολη περίοδο της κρίσης χρέους, όταν η Ελλάδα έδωσε μάχη για να παραμείνει όρθια μέσα στην Ευρωζώνη. Και με την αποκατάσταση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και της αξιοπιστίας της οικονομίας μετά από μια δεκαετία βαθιάς αμφισβήτησης».
Σύμφωνα με τον κ. Πειρρακάκη, ο Γιάννης Στουρνάρας «δεν υπήρξε ποτέ ένας βολικός κεντρικός τραπεζίτης. Μίλησε όταν πίστευε ότι έπρεπε να μιλήσει. Υπερασπίστηκε δύσκολες θέσεις ακόμη και όταν αυτό είχε πολιτικό κόστος. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της ανεξαρτησίας των θεσμών. Η αξιοπιστία τους».

Στουρνάρας: Οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού τομέα

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση στην Επιτροπή δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών, οργανισμών κοινής ωφελείας και φορέων κοινωνικής ασφάλισης της Βουλής ο κ. Στουρνάρας παρουσίασε τις βασικές εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για το διεθνές περιβάλλον, τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τις εξελίξεις του τραπεζικού συστήματος και τις κύριες προκλήσεις της επόμενης περιόδου.
Εξήγησε πως «οι κίνδυνοι για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία έχουν ενταθεί. Η άνοδος του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή, και οι συνεχιζόμενες διαταραχές των αλυσίδων εφοδιασμού επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ έχει προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με πιθανές δευτερογενείς επιδράσεις σε μισθούς και τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τους κινδύνους στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, δηλαδή ανόδου του πληθωρισμού με ταυτόχρονη μείωση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως στις χώρες που είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας, όπως οι οικονομίες της Ευρώπης. Παράλληλα, η αβεβαιότητα οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και της μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, διατηρώντας υψηλό τον κίνδυνο απότομης διόρθωσης των τιμών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς».
Πρόσθεσε πως η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ και από την συνολική ένταση της σύρραξης.
Σημείωσε ότι η συγκυρία αυτή διαμορφώνει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία για τη νομισματική πολιτική: από τη μία πλευρά, είναι αναγκαία η διασφάλιση της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί μια υπερβολικά περιοριστική νομισματική κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις. Σε περίπτωση σημαντικής αλλά παροδικής υπέρβασης του πληθωριστικού στόχου, η απάντηση θα πρέπει να είναι ισορροπημένη: μια προσεκτική προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση είναι ικανή να περιορίσει την ένταση των δευτερογενών επιδράσεων, χωρίς να πλήξει δυσανάλογα την οικονομική δραστηριότητα».
Σημείωσε ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον, ενώ οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές.
Όπως ανέφερε, «η πρόσφατη έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας εκτιμάται ότι θα μετριάσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του σεναρίου βάσης της Τράπεζας της Ελλάδος, που αντιστοιχούν στο σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του περασμένου Μαρτίου, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,1%. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την οικονομική δραστηριότητα είναι κυρίως καθοδικοί ενώ για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί και αφορούν πρωτίστως τις
τρέχουσες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η διάρκεια και η ένταση της σύρραξης θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης σε εγχώριο επίπεδο.
Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα,  η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, που αφορούν τον δημοσιονομικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων.
Ακόμη, υπογράμμισε πως το 2025 ο ελληνικός τραπεζικός τομέας ενίσχυσε περαιτέρω τα θεμελιώδη μεγέθη του.
«Τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη του τραπεζικού τομέα αποτελούν εχέγγυο για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές».
Ωστόσο, σημείωσε πως το ιδιαίτερα ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον δύναται να επηρεάσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για πιστωτική επέκταση.
Κατά τον ίδιο, η άσκηση συνεκτικών πολιτικών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αποτελεί ανάχωμα στους εξωγενείς κινδύνους, ενώ οι τράπεζες οφείλουν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εφαρμόζοντας συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, αξιοποιώντας την ισχυρή τους ρευστότητα και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια.
Αναφέρθηκε στις  μεγάλες νέες προκλήσεις και καταλήγονατς τόνισε ότι οι πρόσφατες διεθνείς οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας για τον διεθνή ρόλο του ευρώ, για την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Η Ελλάδα, έχοντας ανακάμψει από τη μεγάλη οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, έχει κερδίσει αξιοπιστία και θεωρείται παράδειγμα οικονομικής προσαρμογής, ανθεκτικότητας και πρωτοβουλιών για την περαιτέρω προώθηση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, πρόσθεσε ο κ. Στουρνάρας.
«Η Ελλάδα έχει πλέον κάθε δυνατότητα να επωφεληθεί από τις διεθνείς οικονομικές ανακατατάξεις, αν συνεχίσει να διακρίνεται από δημοσιονομική υπευθυνότητα, νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα και προώθηση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Η αξιοποίηση των ευκαιριών που διανοίγονται συνδέεται κυρίως με σημαντικές επενδύσεις, και η Ελλάδα προσφέρει ευκαιρίες για την προσέλκυση τέτοιων στρατηγικών επενδύσεων κατά τα επόμενα έτη. Ο συνδυασμός μακροοικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, βελτιωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργεί ένα ελκυστικό περιβάλλον για τους επενδυτές. Και για την Ελλάδα σήμερα, οι επενδύσεις, ιδιαιτέρως σε υποδομές και σε τομείς που ενισχύουν την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, που είτε εξάγονται είτε υποκαθιστούν εισαγωγές, είναι πολύτιμες, διότι, πέραν της συμβολής τους στην οικονομική ανάπτυξη, συμβάλλουν και στη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που αποτελεί σημαντική διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Η κεντρική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τη σημερινή μακροοικονομική σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και ταχύτερη πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη», κατέληξε.


www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης