Η εντατικοποίηση των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη από την Ουκρανία σε ρωσικά διυλιστήρια, λιμάνια, πετρελαιοφόρα και ενεργειακές εγκαταστάσεις έχει οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων της Ρωσίας.
Νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (FSU) προκαλεί η κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας - Ουκρανίας, σύμφωνα με ανάλυση της Oxford Economics.
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια και ενεργειακές υποδομές, σε συνδυασμό με τις απαγορεύσεις εξαγωγών καυσίμων από τη Ρωσία, οδηγούν σε αυξήσεις των τιμών των καυσίμων, ενισχύουν τους πληθωριστικούς κινδύνους και ενδέχεται να αναγκάσουν αρκετές κεντρικές τράπεζες της περιοχής να υιοθετήσουν πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.
Οι απαγορεύσεις εξαγωγών καυσίμων από τη Ρωσία ανεβάζουν τον πληθωρισμό
Η Oxford Economics επισημαίνει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στον πόλεμο έχουν οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Πιο ευάλωτες εμφανίζονται η Κιργιζία και η Αρμενία, καθώς εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τις εισαγωγές ρωσικών καυσίμων. Σημαντική έκθεση διατηρούν επίσης η Γεωργία, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Παράλληλα, η απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ που ανακοίνωσε η Ρωσία στις αρχές Ιουλίου εκτιμάται ότι θα έχει επιπτώσεις και εκτός της περιοχής, καθώς η χώρα αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα ντίζελ παγκοσμίως.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είχε περιορισμένη επίδραση
Σε αντίθεση με άλλες αναδυόμενες οικονομίες, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρέασε σχετικά περιορισμένα τον πληθωρισμό στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Σύμφωνα με την Oxford Economics, οι εξελίξεις στον πληθωρισμό καθορίστηκαν κυρίως από εγχώριους παράγοντες.
Στους πρώτους μήνες της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, η ενίσχυση του ρωσικού ρουβλίου λειτούργησε αποπληθωριστικά, περιορίζοντας το κόστος των εισαγωγών. Ωστόσο, η πρόσφατη επιστροφή του ρουβλίου σε τροχιά υποτίμησης ασκεί πλέον πιέσεις και στα υπόλοιπα νομίσματα της περιοχής, αυξάνοντας τους κινδύνους για τον πληθωρισμό.
Οι ουκρανικές επιθέσεις προκαλούν ελλείψεις καυσίμων
Η εντατικοποίηση των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη από την Ουκρανία σε ρωσικά διυλιστήρια, λιμάνια, πετρελαιοφόρα και ενεργειακές εγκαταστάσεις έχει οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων της Ρωσίας.
Ως αποτέλεσμα, αυξήθηκαν οι τιμές της βενζίνης στη Ρωσία, ενώ αρκετές περιφέρειες προχώρησαν ακόμη και σε δελτίο καυσίμων. Η ρωσική κυβέρνηση απαγόρευσε τις εξαγωγές βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων και στις 8 Ιουλίου ανακοίνωσε και απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ.
Η Oxford Economics εκτιμά ότι, προς το παρόν, μόνο το Καζακστάν έχει υποστεί άμεσες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, ωστόσο ο κίνδυνος περαιτέρω διαταραχών παραμένει υψηλός.
Οι πιο εκτεθειμένες οικονομίες
Η Κιργιζία και η Αρμενία θεωρούνται οι πλέον εκτεθειμένες, καθώς καλύπτουν σχεδόν το σύνολο των αναγκών τους σε υγρά καύσιμα από τη Ρωσία.
Η Γεωργία καλύπτει περίπου το 60%-70% της ζήτησης για βενζίνη και ντίζελ μέσω εισαγωγών από τη Ρωσία, ενώ το Τατζικιστάν εισάγει από τη Ρωσία το 80%-90% των καυσίμων του, αν και έχει αρχίσει να διαφοροποιεί τις προμήθειές του προς το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν.
Το Ουζμπεκιστάν εισάγει το 30%-40% των καυσίμων που καταναλώνει από τη Ρωσία. Παρά την εγχώρια παραγωγή, οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν σχεδόν κατά 12% τον Ιούνιο, λόγω της περιορισμένης προσφοράς από τη Ρωσία.
Αντίθετα, η Μολδαβία εμφανίζεται η λιγότερο εκτεθειμένη, καθώς έχει σχεδόν διακόψει τις άμεσες εισαγωγές ρωσικών καυσίμων από το 2022.
Το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν διαθέτουν επαρκή εγχώρια παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων, αν και ενδέχεται να επηρεαστούν έμμεσα από την αυξημένη ζήτηση των γειτονικών χωρών.
Η Λευκορωσία θα μπορούσε ακόμη και να ωφεληθεί, καθώς εισάγει ρωσικό αργό πετρέλαιο, το διυλίζει εγχώρια και εξάγει μέρος της παραγωγής της πίσω στη Ρωσία.
Επιπτώσεις και εκτός πρώην Σοβιετικής Ένωσης
Η Oxford Economics προειδοποιεί ότι οι συνέπειες της απαγόρευσης εξαγωγών ρωσικού ντίζελ δεν θα περιοριστούν στην πρώην Σοβιετική Ένωση.
Μετά τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2023, η Ρωσία ανακατεύθυνε μεγάλο μέρος των εξαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων προς αναδυόμενες οικονομίες.
Μεταξύ των χωρών που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το ρωσικό ντίζελ συγκαταλέγονται η Τουρκία, η Βραζιλία, η Λιβύη, η Τυνησία, το Μαρόκο, η Γκάνα και η Σενεγάλη.
Το Καζακστάν δέχεται ήδη πλήγμα στην ανάπτυξη
Το Καζακστάν αποτελεί τη μοναδική χώρα της περιοχής όπου η οικονομική ανάπτυξη έχει ήδη επηρεαστεί άμεσα από την κλιμάκωση του πολέμου.
Η χώρα εξακολουθεί να εξάγει περίπου το 80% του πετρελαίου της μέσω του αγωγού CPC, ο οποίος διέρχεται από τη νότια Ρωσία και καταλήγει στο λιμάνι του Νοβοροσίσκ στη Μαύρη Θάλασσα.
Τον Μάρτιο, ουκρανικές επιθέσεις με drones προκάλεσαν ζημιές στις εγκαταστάσεις φόρτωσης του λιμανιού, με αποτέλεσμα το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ του Καζακστάν να συρρικνωθεί κατά 2,4% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο.
Πιο αυστηρή στάση από τις κεντρικές τράπεζες
Η Oxford Economics εκτιμά ότι το νέο ενεργειακό σοκ αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα περαιτέρω αυξήσεων επιτοκίων στις χώρες που πλήττονται περισσότερο.
Στην Κιργιζία, όπου η οικονομία εμφανίζει ήδη σημάδια υπερθέρμανσης, η κεντρική τράπεζα ενδέχεται να προχωρήσει σε μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων από όσες προβλέπονταν μέχρι σήμερα.
Στην Αρμενία, η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων έχει επίσης ενισχυθεί, καθώς η κεντρική τράπεζα έχει ήδη προειδοποιήσει για τους κινδύνους που προέρχονται από την άνοδο των διεθνών τιμών των εμπορευμάτων.
Η Γεωργία, που αύξησε τα επιτόκια τον Μάιο, έχει ήδη επισημάνει τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων, ενώ η Εθνική Τράπεζα του Καζακστάν, η οποία αιφνιδιαστικά μείωσε τα επιτόκια τον Ιούνιο, ενδέχεται να επιστρέψει σε πιο επιθετική στάση κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Για το Ουζμπεκιστάν, το βασικό σενάριο παραμένει η διατήρηση των επιτοκίων, αν και η ισχυρή εγχώρια ζήτηση και οι εξωτερικές πληθωριστικές πιέσεις αυξάνουν πλέον τις πιθανότητες μιας νέας αύξησης μέσα στο δεύτερο εξάμηνο.
www.bankingnews.gr
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια και ενεργειακές υποδομές, σε συνδυασμό με τις απαγορεύσεις εξαγωγών καυσίμων από τη Ρωσία, οδηγούν σε αυξήσεις των τιμών των καυσίμων, ενισχύουν τους πληθωριστικούς κινδύνους και ενδέχεται να αναγκάσουν αρκετές κεντρικές τράπεζες της περιοχής να υιοθετήσουν πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.
Οι απαγορεύσεις εξαγωγών καυσίμων από τη Ρωσία ανεβάζουν τον πληθωρισμό
Η Oxford Economics επισημαίνει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στον πόλεμο έχουν οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Πιο ευάλωτες εμφανίζονται η Κιργιζία και η Αρμενία, καθώς εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τις εισαγωγές ρωσικών καυσίμων. Σημαντική έκθεση διατηρούν επίσης η Γεωργία, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Παράλληλα, η απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ που ανακοίνωσε η Ρωσία στις αρχές Ιουλίου εκτιμάται ότι θα έχει επιπτώσεις και εκτός της περιοχής, καθώς η χώρα αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα ντίζελ παγκοσμίως.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είχε περιορισμένη επίδραση
Σε αντίθεση με άλλες αναδυόμενες οικονομίες, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρέασε σχετικά περιορισμένα τον πληθωρισμό στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Σύμφωνα με την Oxford Economics, οι εξελίξεις στον πληθωρισμό καθορίστηκαν κυρίως από εγχώριους παράγοντες.
Στους πρώτους μήνες της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, η ενίσχυση του ρωσικού ρουβλίου λειτούργησε αποπληθωριστικά, περιορίζοντας το κόστος των εισαγωγών. Ωστόσο, η πρόσφατη επιστροφή του ρουβλίου σε τροχιά υποτίμησης ασκεί πλέον πιέσεις και στα υπόλοιπα νομίσματα της περιοχής, αυξάνοντας τους κινδύνους για τον πληθωρισμό.
Οι ουκρανικές επιθέσεις προκαλούν ελλείψεις καυσίμων
Η εντατικοποίηση των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη από την Ουκρανία σε ρωσικά διυλιστήρια, λιμάνια, πετρελαιοφόρα και ενεργειακές εγκαταστάσεις έχει οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων της Ρωσίας.
Ως αποτέλεσμα, αυξήθηκαν οι τιμές της βενζίνης στη Ρωσία, ενώ αρκετές περιφέρειες προχώρησαν ακόμη και σε δελτίο καυσίμων. Η ρωσική κυβέρνηση απαγόρευσε τις εξαγωγές βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων και στις 8 Ιουλίου ανακοίνωσε και απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ.
Η Oxford Economics εκτιμά ότι, προς το παρόν, μόνο το Καζακστάν έχει υποστεί άμεσες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, ωστόσο ο κίνδυνος περαιτέρω διαταραχών παραμένει υψηλός.
Οι πιο εκτεθειμένες οικονομίες
Η Κιργιζία και η Αρμενία θεωρούνται οι πλέον εκτεθειμένες, καθώς καλύπτουν σχεδόν το σύνολο των αναγκών τους σε υγρά καύσιμα από τη Ρωσία.
Η Γεωργία καλύπτει περίπου το 60%-70% της ζήτησης για βενζίνη και ντίζελ μέσω εισαγωγών από τη Ρωσία, ενώ το Τατζικιστάν εισάγει από τη Ρωσία το 80%-90% των καυσίμων του, αν και έχει αρχίσει να διαφοροποιεί τις προμήθειές του προς το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν.
Το Ουζμπεκιστάν εισάγει το 30%-40% των καυσίμων που καταναλώνει από τη Ρωσία. Παρά την εγχώρια παραγωγή, οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν σχεδόν κατά 12% τον Ιούνιο, λόγω της περιορισμένης προσφοράς από τη Ρωσία.
Αντίθετα, η Μολδαβία εμφανίζεται η λιγότερο εκτεθειμένη, καθώς έχει σχεδόν διακόψει τις άμεσες εισαγωγές ρωσικών καυσίμων από το 2022.
Το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν διαθέτουν επαρκή εγχώρια παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων, αν και ενδέχεται να επηρεαστούν έμμεσα από την αυξημένη ζήτηση των γειτονικών χωρών.
Η Λευκορωσία θα μπορούσε ακόμη και να ωφεληθεί, καθώς εισάγει ρωσικό αργό πετρέλαιο, το διυλίζει εγχώρια και εξάγει μέρος της παραγωγής της πίσω στη Ρωσία.
Επιπτώσεις και εκτός πρώην Σοβιετικής Ένωσης
Η Oxford Economics προειδοποιεί ότι οι συνέπειες της απαγόρευσης εξαγωγών ρωσικού ντίζελ δεν θα περιοριστούν στην πρώην Σοβιετική Ένωση.
Μετά τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2023, η Ρωσία ανακατεύθυνε μεγάλο μέρος των εξαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων προς αναδυόμενες οικονομίες.
Μεταξύ των χωρών που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το ρωσικό ντίζελ συγκαταλέγονται η Τουρκία, η Βραζιλία, η Λιβύη, η Τυνησία, το Μαρόκο, η Γκάνα και η Σενεγάλη.
Το Καζακστάν δέχεται ήδη πλήγμα στην ανάπτυξη
Το Καζακστάν αποτελεί τη μοναδική χώρα της περιοχής όπου η οικονομική ανάπτυξη έχει ήδη επηρεαστεί άμεσα από την κλιμάκωση του πολέμου.
Η χώρα εξακολουθεί να εξάγει περίπου το 80% του πετρελαίου της μέσω του αγωγού CPC, ο οποίος διέρχεται από τη νότια Ρωσία και καταλήγει στο λιμάνι του Νοβοροσίσκ στη Μαύρη Θάλασσα.
Τον Μάρτιο, ουκρανικές επιθέσεις με drones προκάλεσαν ζημιές στις εγκαταστάσεις φόρτωσης του λιμανιού, με αποτέλεσμα το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ του Καζακστάν να συρρικνωθεί κατά 2,4% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο.
Πιο αυστηρή στάση από τις κεντρικές τράπεζες
Η Oxford Economics εκτιμά ότι το νέο ενεργειακό σοκ αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα περαιτέρω αυξήσεων επιτοκίων στις χώρες που πλήττονται περισσότερο.
Στην Κιργιζία, όπου η οικονομία εμφανίζει ήδη σημάδια υπερθέρμανσης, η κεντρική τράπεζα ενδέχεται να προχωρήσει σε μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων από όσες προβλέπονταν μέχρι σήμερα.
Στην Αρμενία, η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων έχει επίσης ενισχυθεί, καθώς η κεντρική τράπεζα έχει ήδη προειδοποιήσει για τους κινδύνους που προέρχονται από την άνοδο των διεθνών τιμών των εμπορευμάτων.
Η Γεωργία, που αύξησε τα επιτόκια τον Μάιο, έχει ήδη επισημάνει τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων, ενώ η Εθνική Τράπεζα του Καζακστάν, η οποία αιφνιδιαστικά μείωσε τα επιτόκια τον Ιούνιο, ενδέχεται να επιστρέψει σε πιο επιθετική στάση κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Για το Ουζμπεκιστάν, το βασικό σενάριο παραμένει η διατήρηση των επιτοκίων, αν και η ισχυρή εγχώρια ζήτηση και οι εξωτερικές πληθωριστικές πιέσεις αυξάνουν πλέον τις πιθανότητες μιας νέας αύξησης μέσα στο δεύτερο εξάμηνο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών