Το χρήμα, η πολιτική επιρροή και η μεταμόρφωση μιας συμμαχίας σε μηχανισμό διαμόρφωσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής
Yπάρχουν δύο τρόποι να δει κανείς τη σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.
Ο πρώτος είναι ο συμβατικός: δύο στενοί σύμμαχοι, με κοινά στρατηγικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, συνεργασία στις μυστικές υπηρεσίες, στην άμυνα και στην τεχνολογία και με το Ισραήλ να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εταίρους της Ουάσιγκτον.
Ο δεύτερος είναι πολύ πιο άβολος.
Τι συμβαίνει όταν μια ξένη κυβέρνηση αποκτά στην Ουάσιγκτον ένα τόσο πυκνό δίκτυο πολιτικών, χρηματοδοτών, οργανώσεων, think tanks και ομάδων πίεσης, ώστε η αμφισβήτηση της πολιτικής της να αποκτά σημαντικό πολιτικό κόστος;
Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα πίσω από το America in the Grip of a Foreign Power των Eli Clifton και Ian Lustick. Και η σημερινή αμερικανική πολιτική δείχνει ότι το ερώτημα δεν είναι πλέον ακαδημαϊκό.
Η πραγματική ιστορία δεν είναι ότι «το Ισραήλ ελέγχει την Αμερική». Μια τέτοια διατύπωση είναι υπεραπλουστευτική και δεν εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Η πιο ενδιαφέρουσα και τεκμηριώσιμη θέση είναι διαφορετική:
ένα εξαιρετικά οργανωμένο φιλοϊσραηλινό πολιτικό δίκτυο έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να επηρεάζει δυσανάλογα το κόστος και το όφελος των πολιτικών αποφάσεων στην Ουάσιγκτον.
Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από μια θεωρία συνωμοσίας.

Από το lobbying στην εκλογική μηχανή
Για δεκαετίες, το American Israel Public Affairs Committee, γνωστό ως AIPAC, λειτουργούσε κυρίως ως κλασική ομάδα πίεσης: επαφές με βουλευτές, ενημέρωση, κινητοποίηση ψηφοφόρων και προσπάθεια διατήρησης μιας σταθερής, διακομματικής σχέσης ΗΠΑ–Ισραήλ.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν η επιρροή πέρασε από το lobbying στην άμεση πολιτική επηρεασμού τωνε εκλογικών αποτελεσμάτων.
Η AIPAC δημιούργησε PAC και super PAC για την εκλογική περίοδο του 2022, ενώ το United Democracy Project έγινε ένας από τους βασικούς μηχανισμούς ανεξάρτητων εκλογικών δαπανών του φιλοϊσραηλινού δικτύου.
Η αλλαγή είναι θεμελιώδης.
Ένα λόμπι μπορεί να προσπαθήσει να πείσει έναν βουλευτή.
Ένα super PAC μπορεί να προσπαθήσει να επηρεάσει το αν ο γερουστιαστής θα παραμείνει στη θέση του.
Αυτό αλλάζει τη σχέση εξουσίας.
Ο πολιτικός δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο ένα επιχείρημα
. Αντιμετωπίζει την πιθανότητα να χρηματοδοτηθεί ένας αντίπαλός του, να βομβαρδιστεί η περιφέρειά του με διαφημίσεις ή να παρουσιαστεί ως πολιτικά «μη αξιόπιστος» σε ένα κρίσιμο θέμα.
Και αυτός είναι ένας πολύ πιο αποτελεσματικός τρόπος επιρροής από την παραδοσιακή άσκηση lobbying.
Η δύναμη του «πολιτικού κόστους»
Η πραγματική ισχύς ενός λόμπι δεν μετριέται μόνο από το πόσους πολιτικούς πείθει.
Μετριέται από το πόσους πολιτικούς φοβίζει να διαφωνήσουν.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ιδέα που προκύπτει από την υπόθεση AIPAC.
Το 2026 η πρακτική αυτή έχει γίνει ιδιαίτερα ορατή.
Σε εκλογικές αναμετρήσεις, φιλοϊσραηλινά πολιτικά δίκτυα έχουν δαπανήσει εκατομμύρια δολάρια για να επηρεάσουν τις προκριματικές εκλογές Δημοκρατικών.
Σε πρόσφατη αναμέτρηση στο Michigan, η Haley Stevens δέχθηκε σημαντική οικονομική υποστήριξη από φιλοϊσραηλινές δυνάμεις, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον Abdul El-Sayed, ο οποίος είχε υιοθετήσει πολύ πιο επικριτική στάση απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ.
Το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Δείχνει ότι η δύναμη του λόμπι είναι μεγάλη, αλλά δεν είναι απόλυτη.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Αν το AIPAC μπορούσε να καθορίζει κάθε εκλογή, τότε θα μιλούσαμε για πλήρη πολιτική αιχμαλωσία.
Το γεγονός ότι υποψήφιοι που αντιτίθενται στην πολιτική του μπορούν να κερδίζουν δείχνει ότι το αμερικανικό εκλογικό σώμα εξακολουθεί να διαθέτει ανεξάρτητη δυναμική.
Όμως δείχνει επίσης κάτι άλλο: οι εκλογές έχουν μετατραπεί σε πεδίο μάχης για το ποια πολιτική απέναντι στο Ισραήλ επιτρέπεται να θεωρείται πολιτικά βιώσιμη.

Το «τείχος» ανάμεσα στο Ισραήλ και την αμερικανική εξωτερική πολιτική
Η δεύτερη διάσταση είναι πολύ πιο σημαντική από τις εκλογικές δαπάνες.
Είναι η ίδια η εξωτερική πολιτική.
Η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες.
Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, η συνεργασία στις πληροφορίες, η τεχνολογία και η περιφερειακή στρατηγική αποτελούν πραγματικά αμερικανικά συμφέροντα.
Το ίδιο το Congressional Research Service έχει καταγράψει την εξαιρετικά στενή σχέση των δύο χωρών και τον κεντρικό ρόλο θεμάτων όπως το Ιράν και η περιφερειακή ασφάλεια.
Άρα το επιχείρημα ότι κάθε αμερικανική φιλοϊσραηλινή πολιτική είναι προϊόν lobbying είναι λανθασμένο.
Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο:
Πόσο από αυτή την πολιτική θα παρέμενε ίδιο αν δεν υπήρχε η πολιτική πίεση του φιλοϊσραηλινού δικτύου;
Αυτό είναι το ερώτημα που είχαν θέσει και οι John Mearsheimer και Stephen Walt στην περίφημη μελέτη τους The Israel Lobby and U.S. Foreign Policy. Η βασική τους θέση ήταν ότι η ιδιαίτερη σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από γεωστρατηγικούς λόγους και ότι οι δραστηριότητες του «Israel Lobby» έχουν συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωσή της.
Η συζήτηση αυτή παραμένει αμφιλεγόμενη. Αλλά το γεγονός ότι διεξάγεται εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες δείχνει ότι το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να απορριφθεί ως περιθωριακό.
Η δεύτερη δύναμη: η πρόσβαση
Το χρήμα είναι μόνο η μισή ιστορία.
Η άλλη μισή είναι η πρόσβαση.

Το φιλοϊσραηλινό οικοσύστημα έχει δημιουργήσει επί δεκαετίες σχέσεις με το Κογκρέσο.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αποστολές Αμερικανών πολιτικών στο Ισραήλ.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Guardian, οργανισμός που συνδέεται με την AIPAC έχει χρηματοδοτήσει από την 7η Οκτωβρίου 2023 ταξίδια στο Ισραήλ για τουλάχιστον 78 μέλη του Κογκρέσου και συνεργάτες τους, με συνολικό κόστος άνω των 4,2 εκατ. δολαρίων.
Τα ταξίδια αυτά είναι νόμιμα και δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη αθέμιτης επιρροής.
Αλλά πολιτικά είναι σημαντικά.
Όταν ένας νομοθέτης ταξιδεύει σε μια χώρα, συναντά την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της και βλέπει τον κόσμο μέσα από τη συγκεκριμένη εθνική οπτική, δημιουργείται ένα πλαίσιο κατανόησης.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι η δωροδοκία.
Είναι η διαμόρφωση του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Από την εξωτερική πολιτική στην ελευθερία του λόγου
Εδώ βρίσκεται το πιο εκρηκτικό σημείο της σημερινής σύγκρουσης.
Η συζήτηση για το Ισραήλ έχει μεταφερθεί από τη Μέση Ανατολή στο εσωτερικό της Αμερικής: πανεπιστήμια, δημοσιογράφοι, κοινωνικά δίκτυα και πολιτικές εκστρατείες.
Από τη μία πλευρά υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα: ο αντισημιτισμός έχει αυξηθεί και πολλοί Εβραίοι Αμερικανοί αισθάνονται ότι η ασφάλειά τους απειλείται.
Από την άλλη, η κατηγορία του αντισημιτισμού μπορεί να γίνει πολιτικό όπλο εάν χρησιμοποιείται για να εξισώσει την κριτική προς την ισραηλινή κυβέρνηση με την εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους.
Αμερικανικές οργανώσεις ελευθερίας του λόγου έχουν προειδοποιήσει ότι η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό περιορισμού της πολιτικής έκφρασης.
Ταυτόχρονα, τα στοιχεία της ADL δείχνουν ότι το πρόβλημα του αντισημιτισμού είναι πραγματικό: το 2025 καταγράφηκαν 6.274 περιστατικά στις ΗΠΑ, ενώ 203 αφορούσαν επιθέσεις, με τρεις θανάτους.
Επομένως η δημοκρατική πρόκληση είναι διπλή: να προστατευθούν οι Εβραίοι από τον αντισημιτισμό χωρίς να μετατραπεί η προστασία αυτή σε ασπίδα απέναντι στη νόμιμη πολιτική κριτική του Ισραήλ.
Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο το ζήτημα του λόμπι αποκτά συνταγματική διάσταση.
Το παράδοξο του 2026
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία.
Το σύστημα που επί δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν πανίσχυρο αρχίζει να αντιμετωπίζει αντιδράσεις.
Η αμερικανική κοινή γνώμη αλλάζει, ιδιαίτερα μεταξύ νεότερων Δημοκρατικών.
Η παραδοσιακή διακομματική συναίνεση γύρω από το Ισραήλ έχει αρχίσει να σπάει.
Σχεδόν οι μισοί Δημοκρατικοί στη Βουλή υποστήριξαν πρόσφατα τροπολογία για περιορισμό στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις της AIPAC δεν οδηγούν πάντοτε στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, φιλοϊσραηλινό δίκτυο έχει ήδη δαπανήσει περίπου 4,4 εκατ. δολάρια σε ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες σε ειδική εκλογή του 2026.
Αυτό δείχνει πόσο έχει αυξηθεί το διακύβευμα.
Αλλά δείχνει και την αρχή μιας πιθανής αντιστροφής.
Όσο περισσότερο ένα λόμπι χρησιμοποιεί την οικονομική του ισχύ για να καθορίσει ποιοι πολιτικοί μπορούν να εκλεγούν, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να δημιουργήσει πολιτική αντίδραση.
Άρα, «κατέλαβε» πράγματι την Ουάσιγκτον;
Η απάντηση είναι πιο σύνθετη από ένα απλό ναι ή όχι.
Όχι, δεν υπάρχει τεκμηρίωση για την ιδέα ότι το Ισραήλ ελέγχει την αμερικανική κυβέρνηση.
Υπάρχει όμως ισχυρή βάση για μια πολύ σοβαρότερη διαπίστωση:
το φιλοϊσραηλινό πολιτικό δίκτυο έχει δημιουργήσει έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς επιρροής στην Ουάσιγκτον, συνδυάζοντας lobbying, εκλογική χρηματοδότηση, πολιτική κινητοποίηση, πρόσβαση στο Κογκρέσο και διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αμερικανική απόφαση υπαγορεύεται από το Ισραήλ.
Σημαίνει ότι το πολιτικό κόστος μιας διαφορετικής πολιτικής μπορεί να είναι σημαντικό.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία του βιβλίου των Clifton και Lustick.
Δεν μας ζητά απλώς να αποφασίσουμε αν αγαπάμε ή αν απορρίπτουμε το Ισραήλ.
Μας ζητά να εξετάσουμε πώς λειτουργεί η εξουσία στην Ουάσιγκτον.
Ποιος χρηματοδοτεί;
Ποιος έχει πρόσβαση;
Ποιος μπορεί να επιβραβεύσει;
Ποιος μπορεί να τιμωρήσει;
Ποιος καθορίζει την ατζέντα;
Και τελικά ποιος αποφασίζει τι σημαίνει «αμερικανικό εθνικό συμφέρον»;
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο — εάν υπάρχει σκάνδαλο.
Όχι ότι μια ξένη χώρα έχει φίλους στην Ουάσιγκτον.
Αλλά ότι σε μια δημοκρατία η πολιτική επιρροή μπορεί να γίνει τόσο οργανωμένη, τόσο πλούσια και τόσο αποτελεσματική ώστε η διαφωνία να γίνεται ακριβή και η συμμόρφωση πολιτικά ασφαλής.
Και ίσως αυτός είναι ο πιο ακριβής τρόπος να περιγράψουμε τη σημερινή κατάσταση:
το ισραηλινό λόμπι δεν «κατέλαβε» την Ουάσιγκτον με την έννοια ενός κρυφού πραξικοπήματος.
Κατέλαβε ένα μέρος του πολιτικού μηχανισμού μέσα από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αμερικανική δημοκρατία: χρήμα, εκλογές, πρόσβαση, lobbying και πολιτικό κόστος.
Και τώρα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, αυτό το μοντέλο αρχίζει να δοκιμάζεται από την ίδια την αμερικανική κοινωνία.
www.bankingnews.gr
Ο πρώτος είναι ο συμβατικός: δύο στενοί σύμμαχοι, με κοινά στρατηγικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, συνεργασία στις μυστικές υπηρεσίες, στην άμυνα και στην τεχνολογία και με το Ισραήλ να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εταίρους της Ουάσιγκτον.
Ο δεύτερος είναι πολύ πιο άβολος.
Τι συμβαίνει όταν μια ξένη κυβέρνηση αποκτά στην Ουάσιγκτον ένα τόσο πυκνό δίκτυο πολιτικών, χρηματοδοτών, οργανώσεων, think tanks και ομάδων πίεσης, ώστε η αμφισβήτηση της πολιτικής της να αποκτά σημαντικό πολιτικό κόστος;
Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα πίσω από το America in the Grip of a Foreign Power των Eli Clifton και Ian Lustick. Και η σημερινή αμερικανική πολιτική δείχνει ότι το ερώτημα δεν είναι πλέον ακαδημαϊκό.
Η πραγματική ιστορία δεν είναι ότι «το Ισραήλ ελέγχει την Αμερική». Μια τέτοια διατύπωση είναι υπεραπλουστευτική και δεν εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Η πιο ενδιαφέρουσα και τεκμηριώσιμη θέση είναι διαφορετική:
ένα εξαιρετικά οργανωμένο φιλοϊσραηλινό πολιτικό δίκτυο έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να επηρεάζει δυσανάλογα το κόστος και το όφελος των πολιτικών αποφάσεων στην Ουάσιγκτον.
Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από μια θεωρία συνωμοσίας.

Από το lobbying στην εκλογική μηχανή
Για δεκαετίες, το American Israel Public Affairs Committee, γνωστό ως AIPAC, λειτουργούσε κυρίως ως κλασική ομάδα πίεσης: επαφές με βουλευτές, ενημέρωση, κινητοποίηση ψηφοφόρων και προσπάθεια διατήρησης μιας σταθερής, διακομματικής σχέσης ΗΠΑ–Ισραήλ.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν η επιρροή πέρασε από το lobbying στην άμεση πολιτική επηρεασμού τωνε εκλογικών αποτελεσμάτων.
Η AIPAC δημιούργησε PAC και super PAC για την εκλογική περίοδο του 2022, ενώ το United Democracy Project έγινε ένας από τους βασικούς μηχανισμούς ανεξάρτητων εκλογικών δαπανών του φιλοϊσραηλινού δικτύου.
Η αλλαγή είναι θεμελιώδης.
Ένα λόμπι μπορεί να προσπαθήσει να πείσει έναν βουλευτή.
Ένα super PAC μπορεί να προσπαθήσει να επηρεάσει το αν ο γερουστιαστής θα παραμείνει στη θέση του.
Αυτό αλλάζει τη σχέση εξουσίας.
Ο πολιτικός δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο ένα επιχείρημα
. Αντιμετωπίζει την πιθανότητα να χρηματοδοτηθεί ένας αντίπαλός του, να βομβαρδιστεί η περιφέρειά του με διαφημίσεις ή να παρουσιαστεί ως πολιτικά «μη αξιόπιστος» σε ένα κρίσιμο θέμα.
Και αυτός είναι ένας πολύ πιο αποτελεσματικός τρόπος επιρροής από την παραδοσιακή άσκηση lobbying.
Η δύναμη του «πολιτικού κόστους»
Η πραγματική ισχύς ενός λόμπι δεν μετριέται μόνο από το πόσους πολιτικούς πείθει.
Μετριέται από το πόσους πολιτικούς φοβίζει να διαφωνήσουν.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ιδέα που προκύπτει από την υπόθεση AIPAC.
Το 2026 η πρακτική αυτή έχει γίνει ιδιαίτερα ορατή.
Σε εκλογικές αναμετρήσεις, φιλοϊσραηλινά πολιτικά δίκτυα έχουν δαπανήσει εκατομμύρια δολάρια για να επηρεάσουν τις προκριματικές εκλογές Δημοκρατικών.
Σε πρόσφατη αναμέτρηση στο Michigan, η Haley Stevens δέχθηκε σημαντική οικονομική υποστήριξη από φιλοϊσραηλινές δυνάμεις, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον Abdul El-Sayed, ο οποίος είχε υιοθετήσει πολύ πιο επικριτική στάση απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ.
Το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Δείχνει ότι η δύναμη του λόμπι είναι μεγάλη, αλλά δεν είναι απόλυτη.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Αν το AIPAC μπορούσε να καθορίζει κάθε εκλογή, τότε θα μιλούσαμε για πλήρη πολιτική αιχμαλωσία.
Το γεγονός ότι υποψήφιοι που αντιτίθενται στην πολιτική του μπορούν να κερδίζουν δείχνει ότι το αμερικανικό εκλογικό σώμα εξακολουθεί να διαθέτει ανεξάρτητη δυναμική.
Όμως δείχνει επίσης κάτι άλλο: οι εκλογές έχουν μετατραπεί σε πεδίο μάχης για το ποια πολιτική απέναντι στο Ισραήλ επιτρέπεται να θεωρείται πολιτικά βιώσιμη.

Το «τείχος» ανάμεσα στο Ισραήλ και την αμερικανική εξωτερική πολιτική
Η δεύτερη διάσταση είναι πολύ πιο σημαντική από τις εκλογικές δαπάνες.
Είναι η ίδια η εξωτερική πολιτική.
Η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες.
Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, η συνεργασία στις πληροφορίες, η τεχνολογία και η περιφερειακή στρατηγική αποτελούν πραγματικά αμερικανικά συμφέροντα.
Το ίδιο το Congressional Research Service έχει καταγράψει την εξαιρετικά στενή σχέση των δύο χωρών και τον κεντρικό ρόλο θεμάτων όπως το Ιράν και η περιφερειακή ασφάλεια.
Άρα το επιχείρημα ότι κάθε αμερικανική φιλοϊσραηλινή πολιτική είναι προϊόν lobbying είναι λανθασμένο.
Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο:
Πόσο από αυτή την πολιτική θα παρέμενε ίδιο αν δεν υπήρχε η πολιτική πίεση του φιλοϊσραηλινού δικτύου;
Αυτό είναι το ερώτημα που είχαν θέσει και οι John Mearsheimer και Stephen Walt στην περίφημη μελέτη τους The Israel Lobby and U.S. Foreign Policy. Η βασική τους θέση ήταν ότι η ιδιαίτερη σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από γεωστρατηγικούς λόγους και ότι οι δραστηριότητες του «Israel Lobby» έχουν συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωσή της.
Η συζήτηση αυτή παραμένει αμφιλεγόμενη. Αλλά το γεγονός ότι διεξάγεται εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες δείχνει ότι το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να απορριφθεί ως περιθωριακό.
Η δεύτερη δύναμη: η πρόσβαση
Το χρήμα είναι μόνο η μισή ιστορία.
Η άλλη μισή είναι η πρόσβαση.

Το φιλοϊσραηλινό οικοσύστημα έχει δημιουργήσει επί δεκαετίες σχέσεις με το Κογκρέσο.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αποστολές Αμερικανών πολιτικών στο Ισραήλ.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Guardian, οργανισμός που συνδέεται με την AIPAC έχει χρηματοδοτήσει από την 7η Οκτωβρίου 2023 ταξίδια στο Ισραήλ για τουλάχιστον 78 μέλη του Κογκρέσου και συνεργάτες τους, με συνολικό κόστος άνω των 4,2 εκατ. δολαρίων.
Τα ταξίδια αυτά είναι νόμιμα και δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη αθέμιτης επιρροής.
Αλλά πολιτικά είναι σημαντικά.
Όταν ένας νομοθέτης ταξιδεύει σε μια χώρα, συναντά την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της και βλέπει τον κόσμο μέσα από τη συγκεκριμένη εθνική οπτική, δημιουργείται ένα πλαίσιο κατανόησης.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι η δωροδοκία.
Είναι η διαμόρφωση του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Από την εξωτερική πολιτική στην ελευθερία του λόγου
Εδώ βρίσκεται το πιο εκρηκτικό σημείο της σημερινής σύγκρουσης.
Η συζήτηση για το Ισραήλ έχει μεταφερθεί από τη Μέση Ανατολή στο εσωτερικό της Αμερικής: πανεπιστήμια, δημοσιογράφοι, κοινωνικά δίκτυα και πολιτικές εκστρατείες.
Από τη μία πλευρά υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα: ο αντισημιτισμός έχει αυξηθεί και πολλοί Εβραίοι Αμερικανοί αισθάνονται ότι η ασφάλειά τους απειλείται.
Από την άλλη, η κατηγορία του αντισημιτισμού μπορεί να γίνει πολιτικό όπλο εάν χρησιμοποιείται για να εξισώσει την κριτική προς την ισραηλινή κυβέρνηση με την εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους.
Αμερικανικές οργανώσεις ελευθερίας του λόγου έχουν προειδοποιήσει ότι η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό περιορισμού της πολιτικής έκφρασης.
Ταυτόχρονα, τα στοιχεία της ADL δείχνουν ότι το πρόβλημα του αντισημιτισμού είναι πραγματικό: το 2025 καταγράφηκαν 6.274 περιστατικά στις ΗΠΑ, ενώ 203 αφορούσαν επιθέσεις, με τρεις θανάτους.
Επομένως η δημοκρατική πρόκληση είναι διπλή: να προστατευθούν οι Εβραίοι από τον αντισημιτισμό χωρίς να μετατραπεί η προστασία αυτή σε ασπίδα απέναντι στη νόμιμη πολιτική κριτική του Ισραήλ.
Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο το ζήτημα του λόμπι αποκτά συνταγματική διάσταση.
Το παράδοξο του 2026
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία.
Το σύστημα που επί δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν πανίσχυρο αρχίζει να αντιμετωπίζει αντιδράσεις.
Η αμερικανική κοινή γνώμη αλλάζει, ιδιαίτερα μεταξύ νεότερων Δημοκρατικών.
Η παραδοσιακή διακομματική συναίνεση γύρω από το Ισραήλ έχει αρχίσει να σπάει.
Σχεδόν οι μισοί Δημοκρατικοί στη Βουλή υποστήριξαν πρόσφατα τροπολογία για περιορισμό στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις της AIPAC δεν οδηγούν πάντοτε στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, φιλοϊσραηλινό δίκτυο έχει ήδη δαπανήσει περίπου 4,4 εκατ. δολάρια σε ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες σε ειδική εκλογή του 2026.
Αυτό δείχνει πόσο έχει αυξηθεί το διακύβευμα.
Αλλά δείχνει και την αρχή μιας πιθανής αντιστροφής.
Όσο περισσότερο ένα λόμπι χρησιμοποιεί την οικονομική του ισχύ για να καθορίσει ποιοι πολιτικοί μπορούν να εκλεγούν, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να δημιουργήσει πολιτική αντίδραση.
Άρα, «κατέλαβε» πράγματι την Ουάσιγκτον;
Η απάντηση είναι πιο σύνθετη από ένα απλό ναι ή όχι.
Όχι, δεν υπάρχει τεκμηρίωση για την ιδέα ότι το Ισραήλ ελέγχει την αμερικανική κυβέρνηση.
Υπάρχει όμως ισχυρή βάση για μια πολύ σοβαρότερη διαπίστωση:
το φιλοϊσραηλινό πολιτικό δίκτυο έχει δημιουργήσει έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς επιρροής στην Ουάσιγκτον, συνδυάζοντας lobbying, εκλογική χρηματοδότηση, πολιτική κινητοποίηση, πρόσβαση στο Κογκρέσο και διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αμερικανική απόφαση υπαγορεύεται από το Ισραήλ.
Σημαίνει ότι το πολιτικό κόστος μιας διαφορετικής πολιτικής μπορεί να είναι σημαντικό.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία του βιβλίου των Clifton και Lustick.
Δεν μας ζητά απλώς να αποφασίσουμε αν αγαπάμε ή αν απορρίπτουμε το Ισραήλ.
Μας ζητά να εξετάσουμε πώς λειτουργεί η εξουσία στην Ουάσιγκτον.
Ποιος χρηματοδοτεί;
Ποιος έχει πρόσβαση;
Ποιος μπορεί να επιβραβεύσει;
Ποιος μπορεί να τιμωρήσει;
Ποιος καθορίζει την ατζέντα;
Και τελικά ποιος αποφασίζει τι σημαίνει «αμερικανικό εθνικό συμφέρον»;
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο — εάν υπάρχει σκάνδαλο.
Όχι ότι μια ξένη χώρα έχει φίλους στην Ουάσιγκτον.
Αλλά ότι σε μια δημοκρατία η πολιτική επιρροή μπορεί να γίνει τόσο οργανωμένη, τόσο πλούσια και τόσο αποτελεσματική ώστε η διαφωνία να γίνεται ακριβή και η συμμόρφωση πολιτικά ασφαλής.
Και ίσως αυτός είναι ο πιο ακριβής τρόπος να περιγράψουμε τη σημερινή κατάσταση:
το ισραηλινό λόμπι δεν «κατέλαβε» την Ουάσιγκτον με την έννοια ενός κρυφού πραξικοπήματος.
Κατέλαβε ένα μέρος του πολιτικού μηχανισμού μέσα από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αμερικανική δημοκρατία: χρήμα, εκλογές, πρόσβαση, lobbying και πολιτικό κόστος.
Και τώρα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, αυτό το μοντέλο αρχίζει να δοκιμάζεται από την ίδια την αμερικανική κοινωνία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών