Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Αδιάφορη αξιολόγηση από τη Fitch: Στο BBB παραμένει η Ελλάδα, σταθερό το outlook – «Αγκάθι» το χρέος, δομικές αδυναμίες

Αδιάφορη αξιολόγηση από τη Fitch: Στο BBB παραμένει η Ελλάδα, σταθερό το outlook – «Αγκάθι» το χρέος, δομικές αδυναμίες
Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η αξιολόγηση της χώρας στηρίζεται στους δείκτες κατά κεφαλήν εισοδήματος και διακυβέρνησης
Χωρίς εκπλήξεις ολοκληρώθηκε η νέα αξιολόγηση της Fitch, η οποία διατήρησε την ελληνική οικονομία στη βαθμίδα BBB με σταθερό outlook.
Παρά τη συνεχή βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, το δυσβάσταχτο δημόσιο χρέος συνεχίζει να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την περαιτέρω αναβάθμιση.
Την ίδια στιγμή, οι διαχρονικές δομικές αδυναμίες της χώρας παραμένουν στο στόχαστρο του οίκου, θέτοντας σαφή όρια στις αναπτυξιακές της προοπτικές.
Ειδικότερα, π οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας (IDR) στη βαθμίδα «BBB», διατηρώντας παράλληλα σταθερές τις προοπτικές (outlook).
Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η αξιολόγηση της χώρας στηρίζεται στους δείκτες κατά κεφαλήν εισοδήματος και διακυβέρνησης, οι οποίοι υπερβαίνουν τον μέσο όρο των χωρών της βαθμίδας «BBB», καθώς και στο αξιόπιστο πλαίσιο άσκησης πολιτικής που απορρέει από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.
Παράλληλα, οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, η συνετή οικονομική πολιτική και η ανθεκτικότητα της ανάπτυξης έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και έχουν επιταχύνει την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, τα πλεονεκτήματα αυτά εξακολουθούν να αντισταθμίζονται από τις διαρθρωτικές αδυναμίες που κληροδότησε η κρίση, με κυριότερες το εξαιρετικά υψηλό, αν και ταχέως μειούμενο, δημόσιο χρέος, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τους περιορισμούς στις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.

Οι βασικοί παράγοντες πίσω από την αξιολόγηση

Ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους

Το ιδιαίτερα υψηλό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο περιοριστικό παράγοντα για την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας. Ωστόσο, η ταχεία υποχώρησή του ενισχύει τη βιωσιμότητά του και λειτουργεί υποστηρικτικά για τη διατήρηση της βαθμίδας «BBB».
Το χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, ενώ η Fitch προβλέπει ότι θα περιοριστεί περαιτέρω, στο 124,6% το 2028. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να υποστηριχθεί από τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης, καθώς και την ενεργή διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων.
Παρά το γεγονός ότι ο δείκτης χρέους παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση «BBB», ο οποίος ανέρχεται στο 56,9% του ΑΕΠ, η Ελλάδα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του οίκου, δεν θα διαθέτει πλέον το υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη έως το τέλος του 2026, καθώς αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από την Ιταλία.

Περιορισμένοι χρηματοδοτικοί κίνδυνοι

Η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και το ισχυρό προφίλ ρευστότητας της Ελλάδας περιορίζουν τους κινδύνους που απορρέουν από το ιδιαίτερα υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους.
Το ελληνικό Δημόσιο επωφελείται από τη μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, η οποία ανέρχεται στα 19 έτη, από το υψηλό ποσοστό δανεισμού με ευνοϊκούς και σταθερούς όρους επιτοκίου, αλλά και από το σημαντικό ταμειακό απόθεμα, το οποίο εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Παράλληλα, το μέσο έμμεσο επιτόκιο του δημόσιου χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, επίπεδο χαμηλότερο από την αναμενόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία εκτιμάται κοντά στο 4%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την περιορισμένη επίδραση των επιτοκίων της αγοράς στο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, καθώς και την αντιστάθμιση του επιτοκιακού κινδύνου σε μέρος του επίσημου δανεισμού.
Τα χαρακτηριστικά αυτά περιορίζουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, διασφαλίζουν την πρόσβαση της χώρας στις αγορές και ενισχύουν την ανθεκτικότητά της απέναντι στις διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Ισχυρά δημοσιονομικά πλεονάσματα

Η αξιολόγηση της Ελλάδας ενισχύεται επίσης από τις ιδιαίτερα ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της σε σύγκριση με άλλες χώρες της ίδιας πιστοληπτικής βαθμίδας.
Η Fitch προβλέπει ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα εμφανίσει πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ το 2026, την ώρα που το αντίστοιχο διάμεσο μέγεθος για τις χώρες με αξιολόγηση «BBB» εκτιμάται ότι θα καταγράψει έλλειμμα 3,1%. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας αναμένεται, σύμφωνα με τον οίκο, να ανέλθει στο 3,6% του ΑΕΠ.
Οι προβλέψεις αυτές λαμβάνουν ήδη υπόψη τα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, συνολικής αξίας περίπου 0,8% του ΑΕΠ. Τα μέτρα αφορούν κυρίως φορολογικές ελαφρύνσεις και στοχευμένες παρεμβάσεις στις δαπάνες, ενώ συνυπολογίζονται και η προσωρινή ενεργειακή στήριξη και η αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Επιπλέον, τα δημόσια έσοδα εξακολουθούν να αυξάνονται ταχύτερα από τις δαπάνες, εξέλιξη που στηρίζεται στις ισχυρές φορολογικές εισπράξεις, στις κοινωνικές εισφορές και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.

Συνετή δημοσιονομική πολιτική

Η προσήλωση της Ελλάδας στη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών έχει εξελιχθεί σε ένα πιο σταθερό και διαχρονικό πλεονέκτημα για την πιστοληπτική της αξιολόγηση.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της περιόδου μετά την πανδημία καταδεικνύουν τη διαμόρφωση ενός ισχυρού ιστορικού δημοσιονομικής πειθαρχίας, το οποίο υποστηρίζεται από την ευρεία πολιτική και κοινωνική αποδοχή μιας συντηρητικής οικονομικής πολιτικής.
Η εικόνα αυτή ενισχύεται και από θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, όπως ο εγχώριος δημοσιονομικός κανόνας του 2025, ο οποίος προβλέπει την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, καθώς και το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά την εκτίμηση της Fitch, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε χαλάρωση της δημοσιονομικής στάσης θα παραμείνει περιορισμένη. Ως εκ τούτου, η ηπιότερη δημοσιονομική πολιτική που αναμένεται το 2027 ερμηνεύεται ως προσαρμογή έπειτα από τις καλύτερες των αναμενομένων επιδόσεις και όχι ως ένδειξη υποχώρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Ανάπτυξη με βασικό μοχλό τις επενδύσεις

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να επιδεικνύει ανθεκτικότητα, παρά την επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και την αυξημένη αβεβαιότητα.
Η Fitch εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2% την περίοδο 2026-2028, γεγονός που υποδηλώνει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να υπεραποδίδει σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Κύριοι μοχλοί της ανάπτυξης αναμένεται να παραμείνουν η εγχώρια ζήτηση, με αιχμή τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση. Παράλληλα, τα έργα που συνδέονται με το πρόγραμμα NextGenerationEU, οι δημόσιες επενδύσεις και η περαιτέρω ευρωπαϊκή χρηματοδότηση εκτιμάται ότι θα εξακολουθήσουν να ενισχύουν τον σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική.
Παρά τις θετικές προοπτικές, ο οίκος επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν καθοδικοί κίνδυνοι, οι οποίοι συνδέονται κυρίως με τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και με πιθανές δυσκολίες στην υλοποίηση των εγχώριων επενδυτικών σχεδίων, δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι επενδύσεις στο βασικό σενάριο των προβλέψεών του.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν την οικονομία

Το βελτιωμένο αναπτυξιακό προφίλ της Ελλάδας εξακολουθεί να αντισταθμίζεται από διαρθρωτικές αδυναμίες που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άλυτες.
Η αύξηση των επενδύσεων συμβάλλει στην ανασυγκρότηση του παραγωγικού κεφαλαίου, έπειτα από μια μακρά περίοδο υποεπενδύσεων, και δημιουργεί προϋποθέσεις για τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση της οικονομίας. Ωστόσο, εξακολουθούν να είναι εμφανή τα σημάδια που άφησε πίσω της η κρίση δημόσιου χρέους.
Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από το υψηλότερο επίπεδο που είχε καταγράψει πριν από την κρίση, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σημαντική βελτίωση καταγράφεται στην αγορά εργασίας, με την ανεργία να συνεχίζει την πτωτική της πορεία. Παρ' όλα αυτά, οι ελλείψεις εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια εξακολουθούν να περιορίζουν την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας.

Αδύναμη η εξωτερική χρηματοοικονομική θέση

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη περιορίζει τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική χρηματοδότηση. Ωστόσο, η εξωτερική θέση της χώρας εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές αδυναμίες της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Η Fitch προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διαμορφωθεί στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026, ενώ η αποκλιμάκωσή του αναμένεται να είναι σταδιακή τα επόμενα χρόνια.
Τα υψηλά εξωτερικά ελλείμματα αποδίδονται, μεταξύ άλλων, στο διαρθρωτικά χαμηλό επίπεδο εγχώριων αποταμιεύσεων. Επιπλέον, οι επενδύσεις που απαιτούν σημαντικές εισαγωγές εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Τα αυξημένα έσοδα από τον τουρισμό, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι άμεσες ξένες επενδύσεις συμβάλλουν στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών, χωρίς ωστόσο να αναμένεται ότι θα βελτιώσουν ουσιαστικά τους εξωτερικούς δείκτες.
Παράλληλα, η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των τιμών των εισαγόμενων ενεργειακών προϊόντων, συμβάλλοντας στη διατήρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το 2026.

Ισχυρότερος και ανθεκτικότερος ο τραπεζικός τομέας

Σύμφωνα με τη Fitch, οι κίνδυνοι που θα μπορούσε να μεταφέρει ο τραπεζικός τομέας στο Δημόσιο παραμένουν περιορισμένοι, καθώς οι τράπεζες εμφανίζονται πλέον σαφώς ισχυρότερες και ανθεκτικότερες σε σύγκριση με το παρελθόν.
Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή τους επάρκεια εξακολουθούν να βρίσκονται σε ικανοποιητικά επίπεδα, περιορίζοντας την πιθανότητα να χρειαστούν κρατική στήριξη.
Η ποιότητα του ενεργητικού έχει παρουσιάσει μόνο οριακή επιδείνωση, εξαιτίας της αναδιάρθρωσης παλαιών ανοιγμάτων λιανικής, ενώ οι τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρή χρηματοδοτική βάση και πρόσβαση στις αγορές.
Επιπλέον, τα μακροπροληπτικά πλαίσια και τα μέτρα που βασίζονται στα χαρακτηριστικά των δανειοληπτών συμβάλλουν στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένες διαρθρωτικές ευπάθειες, όπως η σημαντική εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις, καθώς και η έκθεση των τραπεζών σε εξωτερικούς κραδασμούς και σε ενδεχόμενες ανατιμολογήσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

ESG – Διακυβέρνηση

Η Ελλάδα καταγράφει επίδοση στο 63,2ο εκατοστημόριο των Δεικτών Παγκόσμιας Διακυβέρνησης (WBGI). Η συγκεκριμένη κατάταξη αντανακλά το πρόσφατο ιστορικό ειρηνικών πολιτικών μεταβάσεων, τον μέτριο βαθμό συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική διαδικασία, τη μέτρια θεσμική ικανότητα, το εδραιωμένο κράτος δικαίου και το μέτριο επίπεδο διαφθοράς.

Ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση

Η Fitch προσδιορίζει συγκεκριμένους παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, να οδηγήσουν σε αρνητική αξιολόγηση της Ελλάδας ή σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής της βαθμίδας.

- Δημόσια οικονομικά: Αδυναμία διατήρησης της πτωτικής πορείας του λόγου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ, για παράδειγμα εξαιτίας μιας διαρθρωτικής χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής ή της υλοποίησης σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων.
- Μακροοικονομικό περιβάλλον και εξωτερική θέση: Ένα δυσμενές οικονομικό σοκ που θα περιόριζε τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας ή θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες της.

Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβάθμιση

Αντίστοιχα, ο οίκος περιγράφει και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να προχωρήσει σε θετική αξιολόγηση ή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.

- Δημόσια οικονομικά: Ενίσχυση της εμπιστοσύνης ότι ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να υποχωρεί με ταχύ ρυθμό μεσοπρόθεσμα, χάρη στα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και στη διατήρηση της ανθεκτικής οικονομικής ανάπτυξης.
- Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Βελτίωση των θεμελιωδών διαρθρωτικών παραμέτρων που καθορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα, για παράδειγμα μέσω της αύξησης της παραγωγικής δυναμικότητας και της περαιτέρω ενίσχυσης των επιδόσεων στην αγορά εργασίας.

Το μοντέλο αξιολόγησης κρατικού χρέους και η ποιοτική προσαρμογή

Το ιδιόκτητο Μοντέλο Αξιολόγησης Κρατικού Χρέους (SRM) της Fitch αποδίδει στην Ελλάδα βαθμολογία που αντιστοιχεί στη βαθμίδα «BBB» στην κλίμακα μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης σε ξένο νόμισμα (LTFC IDR).
Η επιτροπή αξιολόγησης κρατικού χρέους του οίκου δεν προχώρησε σε προσαρμογή του αποτελέσματος του SRM κατά τον καθορισμό της τελικής μακροπρόθεσμης αξιολόγησης σε ξένο νόμισμα.
Ειδικότερα, η Fitch αφαίρεσε τη θετική ποιοτική προσαρμογή που ίσχυε προηγουμένως για τα δημόσια οικονομικά, καθώς το μοντέλο SRM αποτυπώνει πλέον τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η οποία στο παρελθόν είχε δικαιολογήσει την πρόσθετη ενίσχυση της αξιολόγησης.
Το SRM αποτελεί το ιδιόκτητο μοντέλο πολλαπλής παλινδρόμησης της Fitch και χρησιμοποιεί 18 μεταβλητές, βασισμένες σε κυλιόμενους μέσους όρους τριετίας, στους οποίους περιλαμβάνεται και ένα έτος προβλέψεων. Με βάση αυτές τις μεταβλητές, παράγει μια βαθμολογία αντίστοιχη με τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση σε ξένο νόμισμα (LTFC IDR).

Από την πλευρά του, το πλαίσιο ποιοτικής προσαρμογής (QO) επιτρέπει στον οίκο να προσαρμόζει το αποτέλεσμα του SRM κατά τον καθορισμό της τελικής αξιολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες που περιλαμβάνονται στα κριτήριά του, αλλά δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν πλήρως ή δεν αποτυπώνονται επαρκώς στο μοντέλο.

Αξιολόγηση χρεωστικών τίτλων

Αξιολόγηση ανώτερου μη εξασφαλισμένου χρέους: Οι αξιολογήσεις του ανώτερου μη εξασφαλισμένου μακροπρόθεσμου χρέους ευθυγραμμίζονται με την ισχύουσα μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση (IDR). Αυτό συμβαίνει επειδή η Fitch εκτιμά ότι το ποσοστό ανάκτησης θα είναι «μέσο» όταν η μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του κράτους βρίσκεται στη βαθμίδα «BB-» ή υψηλότερα.
Αντίστοιχα, οι αξιολογήσεις του ανώτερου μη εξασφαλισμένου βραχυπρόθεσμου χρέους ευθυγραμμίζονται με την ισχύουσα βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση.

Το ανώτατο όριο χώρας

Το ανώτατο όριο χώρας (Country Ceiling) για την Ελλάδα διατηρείται στη βαθμίδα «AA», δηλαδή έξι βαθμίδες υψηλότερα από τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση σε ξένο νόμισμα (IDR LTFC).
Η συγκεκριμένη αξιολόγηση αντανακλά την ύπαρξη πολύ ισχυρών περιορισμών και αντικινήτρων, σε σχέση με την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, για την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων ή στο συνάλλαγμα. Τέτοιοι περιορισμοί θα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να δυσχεράνουν σημαντικά τη δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να μετατρέπει το εγχώριο νόμισμα σε ξένο και να μεταφέρει κεφάλαια σε πιστωτές που δεν είναι κάτοικοι της χώρας, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι υποχρεώσεις χρέους.
Το μοντέλο της Fitch για το ανώτατο όριο χώρας έδωσε αρχικά προσαύξηση μίας βαθμίδας πάνω από την πιστοληπτική αξιολόγηση. Στη συνέχεια, η επιτροπή αξιολόγησης του οίκου πρόσθεσε πέντε ακόμη βαθμίδες, στο πλαίσιο του πυλώνα των Μακροπρόθεσμων Θεσμικών Χαρακτηριστικών, λαμβάνοντας υπόψη τη συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ένωση της Ευρωζώνης και το καθεστώς αποθεματικού νομίσματος που συνδέεται με αυτήν.
Η Fitch θεωρεί ότι ο κίνδυνος επιβολής ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων ή στο συνάλλαγμα εντός της Ευρωζώνης είναι εξαιρετικά χαμηλός, χωρίς ωστόσο να μπορεί να θεωρηθεί μηδενικός.


www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης