Μια πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπορεί να μοιάζει γεωγραφικά... μακρινή, οι οικονομικές της συνέπειες όμως φτάνουν πολύ γρήγορα μέχρι την Ευρώπη — και τελικά μέχρι το πορτοφόλι κάθε νοικοκυριού.
Η ένταση στα Στενά του Hormuz, η άνοδος του πετρελαίου και του κόστους μεταφορών, οι νέες πληθωριστικές πιέσεις και τα υψηλότερα επιτόκια σχηματίζουν μια αλυσίδα που συνδέει άμεσα τη γεωπολιτική με την καθημερινή οικονομία.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί στο BankingNews, ο Γιάννης Ξανθόπουλος* εξηγεί πώς ένας πόλεμος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί να επηρεάσει την τιμή των τροφίμων, τις δόσεις ενός δανείου, τις επενδύσεις μιας επιχείρησης και τελικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, αλλά και γιατί οι εξελίξεις στο Hormuz παραμένουν καθοριστικές για τις διεθνείς αγορές.
|
* Ο Γιάννης Ξανθόπουλος είναι νεαρός Έλληνας επιχειρηματίας και επενδυτής, με δραστηριότητα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Είναι Πολιτικός Μηχανικός και κάτοχος MBA από το University of Illinois Urbana-Champaign, όπου κατατάχθηκε στο κορυφαίο 1% της τάξης του. Έχει διαχειριστεί χαρτοφυλάκιο άνω των 80 εκατ. δολαρίων και έχει διακριθεί σε διεθνείς ακαδημαϊκούς διαγωνισμούς μαθηματικών και οικονομετρίας σε Ιαπωνία, Μεξικό και Κολομβία. |
Κύριε Ξανθόπουλε, πώς μετατρέπεται σήμερα η γεωπολιτική σύγκρουση σε πραγματική οικονομική πίεση;
Η σύγκρουση Ιράν–Ισραήλ–Ηνωμένων Πολιτειών έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί αποκλειστικά μια στρατιωτική ιστορία της Μέσης Ανατολής. Σήμερα είναι ταυτόχρονα ενεργειακή, χρηματοπιστωτική και κοινωνική κρίση.Η ουσία βρίσκεται σε μία απλή διαπίστωση: ένας Ευρωπαίος δεν χρειάζεται να βρίσκεται κοντά στην Τεχεράνη ή στο Τελ Αβίβ για να υποστεί τις οικονομικές συνέπειες ενός πολέμου. Αρκεί να αυξηθεί το κόστος της ενέργειας, να διαταραχθούν οι θαλάσσιες μεταφορές και να αλλάξουν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Από εκεί και πέρα, η μετάδοση είναι σχεδόν μηχανική. Ο πόλεμος περνά στο πετρέλαιο. Το πετρέλαιο στις μεταφορές και στην παραγωγή. Το υψηλότερο κόστος στις τιμές. Οι τιμές στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών. Και τα υψηλότερα επιτόκια στα δάνεια, στις επενδύσεις, στην αγορά κατοικίας και στο διαθέσιμο εισόδημα των οικογενειών.

Πώς φτάσαμε από τη γεωπολιτική αντιπαράθεση στην ανοικτή σύγκρουση;
Η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ έχει ιστορία δεκαετιών, όμως το 2026 πέρασε σε νέα φάση μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν και την ιρανική στρατιωτική απάντηση.
Επτά μήνες αργότερα, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι η σύγκρουση δεν έχει οδηγηθεί ούτε σε καθαρή στρατιωτική κατάληξη ούτε σε σταθερή διπλωματική λύση.
Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, το Κατάρ εξακολουθούσε να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η ιρανική πλευρά παρέλαβε αμερικανική απάντηση σε πρόταση επταήμερης οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με βασικό αντικείμενο την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τη σταδιακή αποκλιμάκωση. Σημαντικό μέρος της διαφωνίας αφορά πλέον τη σειρά με την οποία θα πραγματοποιηθούν οι παραχωρήσεις των δύο πλευρών.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι στη γεωπολιτική δεν έχει σημασία μόνο τι συμφωνείται αλλά και ποιος υποχωρεί πρώτος. Για το Ιράν, το Ορμούζ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές διαπραγματευτικής ισχύος. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι κυρώσεις και η στρατιωτική πίεση αποτελούν αντίστοιχα εργαλεία. Για το Ισραήλ, το βασικό ζήτημα παραμένει η μακροχρόνια στρατηγική απειλή που αποδίδει στο ιρανικό πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα.
Αυτό εξηγεί γιατί μία συμφωνία δεν είναι εύκολη: οι τρεις πλευρές δεν επιδιώκουν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα.
Γιατί τα Στενά του Ορμούζ είναι τόσο κρίσιμα για την παγκόσμια οικονομία;
Για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, το κέντρο της κρίσης δεν βρίσκεται μόνο στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Βρίσκεται στο Στενό του Ορμούζ.
Το πέρασμα αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αρτηρίες της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Οι παρατεταμένες διαταραχές στις ροές από τον Περσικό Κόλπο έχουν περιορίσει σημαντικά την προσφορά και έχουν αυξήσει το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης.
Στις 30 Σεπτεμβρίου το Brent έκλεισε στα 103,50 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο περίπου 14% μέσα σε έναν μήνα. Η αγορά επηρεάζεται πλέον όχι μόνο από την πραγματική προσφορά αλλά και από κάθε ένδειξη προόδου ή αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία όμως έχει το diesel. Η International Energy Agency ανέφερε τον Σεπτέμβριο ότι οι εξαγωγές diesel/gasoil από τον Κόλπο είχαν πέσει μόλις πάνω από το ένα τέταρτο των προπολεμικών επιπέδων, ενώ οι αμερικανικές τιμές είχαν προσωρινά ξεπεράσει το ισοδύναμο των 200 δολαρίων ανά βαρέλι.
Γιατί μας ενδιαφέρει περισσότερο το diesel από όσο ίσως νομίζουμε; Επειδή βρίσκεται πίσω από την καθημερινή λειτουργία τεράστιου μέρους της πραγματικής οικονομίας: φορτηγά, γεωργία, κατασκευές, βιομηχανία, logistics. Άρα η αύξησή του δεν μένει στο πρατήριο. Περνά στο ψωμί, στα φρούτα, στα οικοδομικά υλικά, στη μεταφορά ενός container, στην τιμή μιας παράδοσης.
Είναι ένας πληθωρισμός που ταξιδεύει.

Τι εννοείτε όταν λέτε ότι η γεωπολιτική λειτουργεί σαν ένας «αόρατος φόρος»;
Ο πόλεμος δημιουργεί ουσιαστικά έναν πρόσθετο φόρο στην παγκόσμια οικονομία. Όχι μέσω κάποιας κυβέρνησης, αλλά μέσω του κόστους κινδύνου.
Ένας εφοπλιστής ζητά μεγαλύτερη αποζημίωση για να στείλει πλοίο σε επικίνδυνη περιοχή. Η ασφαλιστική αυξάνει τα war-risk premiums. Ο παραγωγός ζητά υψηλότερη τιμή. Ο μεταφορέας αυξάνει το κόστος. Ο έμπορος μεταφέρει μέρος της επιβάρυνσης στον καταναλωτή.
Έτσι μία γεωπολιτική σύγκρουση που ξεκινά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά καταλήγει να λειτουργεί περίπου όπως ένας πρόσθετος φόρος πάνω στην κατανάλωση. Και μάλιστα ένας ιδιαίτερα άνισος φόρος.
Για ένα νοικοκυριό υψηλού εισοδήματος, μία αύξηση 100 ευρώ στα μηνιαία έξοδα μπορεί να απορροφηθεί σχετικά εύκολα. Για μια οικογένεια όμως που ήδη διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της σε τρόφιμα, στέγαση και μετακινήσεις, η ίδια αύξηση μπορεί να σημαίνει ουσιαστική μείωση του βιοτικού επιπέδου.
Ελένη Τσιάβου: Πώς περνά η άνοδος του πετρελαίου στις αποφάσεις της ΕΚΤ και τελικά στα δάνεια των πολιτών;
Το επόμενο στάδιο είναι ακόμη σημαντικότερο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε στις 10 Σεπτεμβρίου το βασικό επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%, καθώς η ενεργειακή κρίση ενίσχυσε ξανά τις πληθωριστικές πιέσεις. Η ΕΚΤ προβλέπει πλέον μέσο πληθωρισμό περίπου 3% για το 2026, πάνω από τον στόχο του 2%.
Εδώ ο πόλεμος αρχίζει να επηρεάζει ακόμη και κάποιον που δεν έχει αυτοκίνητο. Γιατί τα επιτόκια επηρεάζουν το κόστος στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, τις πιστωτικές κάρτες, τις επενδύσεις και την αξία πολλών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
Η αλυσίδα είναι απλή: Πόλεμος → πετρέλαιο → πληθωρισμός → υψηλότερα επιτόκια → ακριβότερο χρήμα.
Αν μία επιχείρηση σχεδίαζε να δανειστεί για να ανοίξει δεύτερο εργοστάσιο, ένα υψηλότερο επιτόκιο μπορεί να καταστήσει την επένδυση μη βιώσιμη. Εάν δεν γίνει η επένδυση, δεν αγοράζονται μηχανήματα. Δεν προσλαμβάνονται νέοι εργαζόμενοι. Δεν δημιουργείται νέα παραγωγική δυναμικότητα.
Άρα το σημερινό ενεργειακό σοκ μπορεί να περιορίσει και την αυριανή ανάπτυξη.

Γιατί θεωρείτε ότι η αγορά ομολόγων στέλνει ίσως πιο σημαντικό μήνυμα από τη Wall Street;
Εδώ εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν μέχρι σήμερα δείξει μεγαλύτερη αντοχή από ό,τι θα περίμενε κάποιος παρακολουθώντας μόνο τις γεωπολιτικές ειδήσεις.
Όμως η αγορά κρατικών ομολόγων στέλνει διαφορετικό μήνυμα. Τον Σεπτέμβριο οι μεγαλύτερες αγορές κρατικών ομολόγων του κόσμου κατέγραφαν μία από τις χειρότερες μηνιαίες επιδόσεις των τελευταίων ετών, καθώς οι επενδυτές επανατιμολογούσαν έναν κόσμο στον οποίο ο πληθωρισμός μπορεί να είναι υψηλότερος και τα επιτόκια να παραμείνουν υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς Treasury έφτασε μάλιστα τον Σεπτέμβριο στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007.
Για τον επενδυτή αυτό έχει διπλή σημασία. Πρώτον, αυξάνεται το risk-free rate, δηλαδή η απόδοση που μπορεί θεωρητικά να λάβει χωρίς να αναλάβει εταιρικό κίνδυνο. Δεύτερον, όταν αυξάνεται το επιτόκιο προεξόφλησης, η σημερινή αξία των μελλοντικών κερδών μιας εταιρείας μειώνεται.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για εταιρείες υψηλών αποτιμήσεων των οποίων μεγάλο μέρος της σημερινής αξίας βασίζεται σε κέρδη που αναμένονται πολλά χρόνια στο μέλλον.
Αφού οι πιέσεις είναι τόσο μεγάλες, γιατί οι μετοχές δεν έχουν καταρρεύσει;
Επειδή το χρηματιστήριο και η πραγματική οικονομία δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Οι μεγάλοι χρηματιστηριακοί δείκτες έχουν υψηλή συγκέντρωση σε τεχνολογικές επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν να έχουν πολύ διαφορετική έκθεση στις τιμές της ενέργειας από μία μεταφορική ή βιομηχανική εταιρεία. Παράλληλα, ορισμένοι κλάδοι επωφελούνται από το συγκεκριμένο περιβάλλον: ενέργεια, άμυνα και ορισμένες πρώτες ύλες.
Στις 30 Σεπτεμβρίου ο Nasdaq έκλεισε υψηλότερα και μαζί με τον S&P 500 ολοκλήρωσε δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο κερδών, παρά τη γεωπολιτική και ενεργειακή πίεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικονομία δεν επηρεάζεται. Σημαίνει ότι ένας χρηματιστηριακός δείκτης δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της καθημερινότητας μιας οικογένειας.
Η Wall Street μπορεί να βλέπει ισχυρά εταιρικά κέρδη την ίδια στιγμή που ένα νοικοκυριό βλέπει ότι ο ίδιος μισθός αγοράζει λιγότερα προϊόντα.
Πού καταλήγει τελικά το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για τον μέσο πολίτη;
Για τον μέσο πολίτη η γεωπολιτική δεν έχει σημασία ως αφηρημένη έννοια. Έχει σημασία όταν επηρεάζει τέσσερα πράγματα: την ενέργεια, τα τρόφιμα, τη στέγαση και την εργασία.
Ακριβότερα καύσιμα αυξάνουν τις μετακινήσεις. Ακριβότερες μεταφορές αυξάνουν τις τιμές των αγαθών. Υψηλότερος πληθωρισμός δυσκολεύει τις κεντρικές τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια. Υψηλότερα επιτόκια πιέζουν δανειολήπτες και επιχειρήσεις.
Και όταν οι επιχειρήσεις πιέζονται ταυτόχρονα από ενέργεια και χρηματοδότηση, αρχίζουν να περιορίζουν κόστος, επενδύσεις και προσλήψεις.
Αυτός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η γεωπολιτική μετατρέπεται τελικά σε κοινωνική πίεση.

Τι πρέπει να παρακολουθούν οι αγορές από εδώ και πέρα;
Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς εάν θα ανακοινωθεί μία εκεχειρία. Οι αγορές θα κοιτάξουν αν μπορούν πραγματικά να αποκατασταθούν οι εμπορικές ροές.
Αυτό σημαίνει ασφαλής ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ, χαμηλότερα ασφάλιστρα, ομαλότερες εξαγωγές από τον Κόλπο και σταδιακή αναπλήρωση των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Η IEA εκτιμά ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου το 2026 θα διαμορφωθεί χαμηλότερα κατά περίπου 5,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σχέση με το 2025, ενώ μεταθέτει την πλήρη ανάκαμψη της παραγωγής των χωρών της Μέσης Ανατολής στο 2027.
Άρα το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα σταματήσει ο πόλεμος. Είναι πόσο γρήγορα μπορεί να ομαλοποιηθεί η οικονομία μετά τον πόλεμο.
Ποιο είναι, τελικά, το βασικό συμπέρασμα που πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την κρίση;
Η σημερινή κρίση αποδεικνύει ότι στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη οικονομία η απόσταση έχει πολύ μικρότερη σημασία από όσο νομίζουμε.
Ο επενδυτής βλέπει το Brent στα 103,50 δολάρια. Ο trader βλέπει τις αποδόσεις των ομολόγων. Η ΕΚΤ βλέπει τον πληθωρισμό. Η επιχείρηση βλέπει το κόστος χρηματοδότησης. Ο πολίτης όμως βλέπει βενζίνη, supermarket, λογαριασμούς και δόσεις.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη οικονομική διάσταση της σύγκρουσης Ιράν–Ισραήλ–ΗΠΑ:
Ένας πόλεμος δεν χρειάζεται να περάσει τα σύνορά σου για να μειώσει το βιοτικό σου επίπεδο. Αρκεί να περάσει μέσα από την ενέργεια, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και το κόστος του χρήματος.
Στις 1 Οκτωβρίου 2026, οι διπλωματικές προσπάθειες παραμένουν ενεργές, αλλά η αγορά εξακολουθεί να τιμολογεί σημαντικό γεωπολιτικό κίνδυνο. Το Brent παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια και οι αναλυτές έχουν αναθεωρήσει προς τα πάνω τις εκτιμήσεις τους για τις τιμές του πετρελαίου εξαιτίας της παρατεταμένης διαταραχής στον Κόλπο.
Για αυτό, η επόμενη μεγάλη κίνηση στις αγορές ενδέχεται να μην προέλθει από μία κεντρική τράπεζα ή από τα αποτελέσματα μιας τεχνολογικής εταιρείας. Μπορεί να προέλθει από ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα με πλάτος λίγων δεκάδων χιλιομέτρων, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές αρτηρίες ολόκληρου του πλανήτη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών