Από την απαρχή του το Κτήμα Τατοΐου και το ανάκτορό του είχαν έναν σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα από τα Ανάκτορα που ανήκαν στην κρατική περιουσία: αποτελούσαν ιδιωτική περιουσία της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας, διακριτή από την περιουσία που συνδεόταν θεσμικά με το Στέμμα
Η ιστορία του Τατοΐου δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς ως η ιστορία ενός «βασιλικού ανακτόρου» που πέρασε κάποτε στην κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου.
Πίσω από το κτήμα, το ανάκτορο, τους κήπους και τα κτίσματά του υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή, αλλά και μια ουσιώδης διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής περιουσίας.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για την ιστορική αποκατάσταση των γεγονότων, αλλά και για την κατανόηση των νομικών εξελίξεων που ακολούθησαν.
Το Τατόι αποκτήθηκε, διαμορφώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως οικογενειακό κτήμα της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας σε διαφορετική βάση από εκείνη των ανακτόρων που συνδέονταν με την κρατική περιουσία και την άσκηση των θεσμικών καθηκόντων του εκάστοτε Βασιλέα.
Για τον λόγο αυτό, η ιστορία του Τατοΐου απαιτεί μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική περιουσία της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας και στην περιουσία του Ελληνικού Κράτους.
Μια διάκριση που δεν εξαρτάται από πολιτικές ή ιδεολογικές τοποθετήσεις, αλλά προκύπτει από τα ίδια τα ιστορικά και νομικά δεδομένα.
Το Τατόι δεν ήταν ποτέ κρατική περιουσία
Από την απαρχή του το Κτήμα Τατοΐου και το ανάκτορό του είχαν έναν σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα από τα Ανάκτορα που ανήκαν στην κρατική περιουσία: αποτελούσαν ιδιωτική περιουσία της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας, διακριτή από την περιουσία που συνδεόταν θεσμικά με το Στέμμα.
Η ιστορία του Τατοΐου συνδέεται άρρηκτα με τον Βασιλέα Γεώργιο Α΄ και τη Βασίλισσα Όλγα, οι οποίοι απέκτησαν την έκταση ως ιδιωτική κτήση, με προσωπική τους περιουσία προερχόμενη από τη Δανία και τη Ρωσία τον Μάιο του 1872, και τη διαμόρφωσαν σταδιακά σε οικογενειακό κτήμα και τόπο θερινής διαμονής.
Δεν επρόκειτο για ανάκτορο που αποκτήθηκε για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους, ούτε για περιουσία που ανήκε στον εκάστοτε Βασιλέα αποκλειστικά και μόνο λόγω του αξιώματός του.
Ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία.
Και αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ιστορίας του Τατοΐου.
Άλλο η κρατική περιουσία που προοριζόταν για την άσκηση των θεσμικών καθηκόντων του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα και άλλο η προσωπική και οικογενειακή περιουσία των μελών της Βασιλικής Οικογένειας.
Υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στην ιδιωτική περιουσία της Βασιλικής Οικογένειας και στην κρατική περιουσία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας ήταν τα Νέα Ανάκτορα των Αθηνών, το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο, τα οποία αποτελούσαν κρατική περιουσία, ανεγέρθηκαν μεταξύ 1891 και 1897 ως κατοικία του Διαδόχου, με χρήματα του ελληνικού κράτους και συνδέονταν με την επίσημη λειτουργία του θεσμού.
Το Τατόι είχε διαφορετικό νομικό και ιστορικό χαρακτήρα: ήταν το ιδιωτικό οικογενειακό κτήμα της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας.
Γι’ αυτό και η μεταγενέστερη αυθαίρετη μεταβίβαση της περιουσίας στο Ελληνικό Δημόσιο το 1994 δεν αποτέλεσε απλώς μια αλλαγή διαχείρισης, μια διοικητική μεταβολή ενός κρατικού ακινήτου.
Αφορούσε ιδιωτική περιουσία της Βασιλικής Οικογένειας και αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Η υπόθεση δεν αφορούσε την κυριότητα του κράτους πάνω σε μια δήθεν «κρατική βασιλική περιουσία», αλλά την απαλλοτρίωση ιδιωτικής περιουσίας.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε τον Νοέμβριο του 2000 την υπόθεση υπό το πρίσμα της προστασίας του δικαιώματος στην ιδιωτική ιδιοκτησία και δύο χρόνια αργότερα επιδίκασε αποζημίωση.
Έτσι, πίσω από το σημερινό ανάκτορο και τους κήπους του Τατοΐου δεν βρίσκεται απλώς η ιστορία ενός «πρώην βασιλικού ανακτόρου».
Βρίσκεται η ιστορία ενός ιδιωτικού οικογενειακού κτήματος, που δημιουργήθηκε, κατοικήθηκε και διατηρήθηκε επί γενεές από την Ελληνική Βασιλική Οικογένεια.
Το Τατόι υπήρξε οικογενειακός τόπος, ιδιωτική περιουσία και ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας και ο χαρακτήρας αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με την κρατική περιουσία ούτε με τα Ανάκτορα που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς ιστορική, είναι και νομική, και η σημασία της είναι θεμελιώδης για την ορθή κατανόηση της ιστορίας του Τατοΐου, πέρα και πάνω από κάθε ιδεολογική ή πολιτική τοποθέτηση.
Ανδρέας Μέγκος
www.bankingnews.gr
Πίσω από το κτήμα, το ανάκτορο, τους κήπους και τα κτίσματά του υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή, αλλά και μια ουσιώδης διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής περιουσίας.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για την ιστορική αποκατάσταση των γεγονότων, αλλά και για την κατανόηση των νομικών εξελίξεων που ακολούθησαν.
Το Τατόι αποκτήθηκε, διαμορφώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως οικογενειακό κτήμα της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας σε διαφορετική βάση από εκείνη των ανακτόρων που συνδέονταν με την κρατική περιουσία και την άσκηση των θεσμικών καθηκόντων του εκάστοτε Βασιλέα.
Για τον λόγο αυτό, η ιστορία του Τατοΐου απαιτεί μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική περιουσία της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας και στην περιουσία του Ελληνικού Κράτους.
Μια διάκριση που δεν εξαρτάται από πολιτικές ή ιδεολογικές τοποθετήσεις, αλλά προκύπτει από τα ίδια τα ιστορικά και νομικά δεδομένα.
Το Τατόι δεν ήταν ποτέ κρατική περιουσία
Από την απαρχή του το Κτήμα Τατοΐου και το ανάκτορό του είχαν έναν σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα από τα Ανάκτορα που ανήκαν στην κρατική περιουσία: αποτελούσαν ιδιωτική περιουσία της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας, διακριτή από την περιουσία που συνδεόταν θεσμικά με το Στέμμα.
Η ιστορία του Τατοΐου συνδέεται άρρηκτα με τον Βασιλέα Γεώργιο Α΄ και τη Βασίλισσα Όλγα, οι οποίοι απέκτησαν την έκταση ως ιδιωτική κτήση, με προσωπική τους περιουσία προερχόμενη από τη Δανία και τη Ρωσία τον Μάιο του 1872, και τη διαμόρφωσαν σταδιακά σε οικογενειακό κτήμα και τόπο θερινής διαμονής.
Δεν επρόκειτο για ανάκτορο που αποκτήθηκε για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους, ούτε για περιουσία που ανήκε στον εκάστοτε Βασιλέα αποκλειστικά και μόνο λόγω του αξιώματός του.
Ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία.
Και αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ιστορίας του Τατοΐου.
Άλλο η κρατική περιουσία που προοριζόταν για την άσκηση των θεσμικών καθηκόντων του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα και άλλο η προσωπική και οικογενειακή περιουσία των μελών της Βασιλικής Οικογένειας.
Υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στην ιδιωτική περιουσία της Βασιλικής Οικογένειας και στην κρατική περιουσία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας ήταν τα Νέα Ανάκτορα των Αθηνών, το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο, τα οποία αποτελούσαν κρατική περιουσία, ανεγέρθηκαν μεταξύ 1891 και 1897 ως κατοικία του Διαδόχου, με χρήματα του ελληνικού κράτους και συνδέονταν με την επίσημη λειτουργία του θεσμού.
Το Τατόι είχε διαφορετικό νομικό και ιστορικό χαρακτήρα: ήταν το ιδιωτικό οικογενειακό κτήμα της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας.
Γι’ αυτό και η μεταγενέστερη αυθαίρετη μεταβίβαση της περιουσίας στο Ελληνικό Δημόσιο το 1994 δεν αποτέλεσε απλώς μια αλλαγή διαχείρισης, μια διοικητική μεταβολή ενός κρατικού ακινήτου.
Αφορούσε ιδιωτική περιουσία της Βασιλικής Οικογένειας και αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Η υπόθεση δεν αφορούσε την κυριότητα του κράτους πάνω σε μια δήθεν «κρατική βασιλική περιουσία», αλλά την απαλλοτρίωση ιδιωτικής περιουσίας.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε τον Νοέμβριο του 2000 την υπόθεση υπό το πρίσμα της προστασίας του δικαιώματος στην ιδιωτική ιδιοκτησία και δύο χρόνια αργότερα επιδίκασε αποζημίωση.
Έτσι, πίσω από το σημερινό ανάκτορο και τους κήπους του Τατοΐου δεν βρίσκεται απλώς η ιστορία ενός «πρώην βασιλικού ανακτόρου».
Βρίσκεται η ιστορία ενός ιδιωτικού οικογενειακού κτήματος, που δημιουργήθηκε, κατοικήθηκε και διατηρήθηκε επί γενεές από την Ελληνική Βασιλική Οικογένεια.
Το Τατόι υπήρξε οικογενειακός τόπος, ιδιωτική περιουσία και ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας και ο χαρακτήρας αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με την κρατική περιουσία ούτε με τα Ανάκτορα που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς ιστορική, είναι και νομική, και η σημασία της είναι θεμελιώδης για την ορθή κατανόηση της ιστορίας του Τατοΐου, πέρα και πάνω από κάθε ιδεολογική ή πολιτική τοποθέτηση.
Ανδρέας Μέγκος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών