Πετρέλαιο, καύσιμα και LNG εκτόξευσαν το κόστος για τους εισαγωγείς – Η Ευρώπη υπέστη το μεγαλύτερο πλήγμα, με επιβάρυνση 78 δισ. δολαρίων
Ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν έχει αυξήσει κατά περίπου 330 δισ. δολάρια το παγκόσμιο κόστος εισαγωγών πετρελαίου, καυσίμων και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) κατά το εξάμηνο από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 2026.
Η εκτίμηση αφορά το επιπλέον ποσό που κατέβαλαν οι χώρες και οι περιοχές που εισάγουν ενέργεια, σε σύγκριση με τις τιμές που αναμένονταν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Παρά το γεγονός ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ήταν μικρότερη από τις αρχικές, πιο απαισιόδοξες προβλέψεις, το συνολικό οικονομικό κόστος παραμένει τεράστιο.
Και το σημαντικότερο: ο λογαριασμός ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς ο πόλεμος δεν έχει ακόμη τελειώσει και σε περίπτωση σημαντικής παρατασής του αναμένεται να προκληθεί ενεργειακό σοκ με την αυξηση της ζήτησης το χειμώνα.
Τα στοιχεία προέρχονται από το φινλανδικό ερευνητικό ινστιτούτο Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), το οποίο υπολόγισε το κόστος της διαταραχής στις αγορές ενέργειας του Περσικού Κόλπου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, πρόκειται για τη σημαντικότερη αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές από τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990.
Το πετρέλαιο «σήκωσε» σχεδόν το μισό κόστος
Το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης επιβάρυνσης προήλθε από το αργό πετρέλαιο.
Συγκεκριμένα, το αργό αντιστοιχεί σε περίπου 164,1 δισ. δολάρια από το συνολικό επιπλέον κόστος των 330 δισ. δολαρίων.
Ακολούθησαν:
• Ντίζελ: 73,8 δισ. δολάρια
• Βενζίνη: 35,7 δισ. δολάρια
• LNG: 38 δισ. δολάρια
• Αεροπορικά καύσιμα: 20 δισ. δολάρια
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το εύρος των επιπτώσεων.
Δεν αυξήθηκε μόνο η τιμή του αργού.
Η ενεργειακή αναστάτωση μεταφέρθηκε σε ολόκληρη την αλυσίδα: από τα διυλιστήρια και τα καύσιμα κίνησης έως το LNG και τις αερομεταφορές.
Η Ευρώπη ο μεγαλύτερος χαμένος
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέστη τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση.
Σύμφωνα με το CREA, ο λογαριασμός εισαγωγών ενέργειας της ΕΕ αυξήθηκε κατά περίπου 78 δισ. δολάρια κατά το εξάμηνο Μαρτίου–Αυγούστου, σε σχέση με το επίπεδο τιμών που αναμενόταν πριν από τον πόλεμο.
Η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενη ενέργεια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος του πλήγματος.
Μετά τη ρήξη με τη Ρωσία και την επιβολή κυρώσεων στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, η Ευρώπη έχει στραφεί σε άλλους προμηθευτές, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νορβηγία.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το LNG.
Η Ευρώπη έχει αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ, προκειμένου να καλύψει το κενό που άφησε η υποχώρηση των ρωσικών προμηθειών.
Ωστόσο, η Νορβηγία, ο σημαντικότερος περιφερειακός προμηθευτής της Ευρώπης, δεν έχει τη δυνατότητα να αυξήσει απεριόριστα τις εξαγωγές της.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Η Κίνα πλήρωσε 35 δισ. δολάρια επιπλέον
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Κίνα.
Η μεγαλύτερη χώρα εισαγωγής αργού στον κόσμο και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος εισαγωγέας LNG κατέβαλε περίπου 35 δισ. δολάρια επιπλέον για τις ενεργειακές της εισαγωγές κατά το εξεταζόμενο εξάμηνο.
Ωστόσο, η Κίνα αντέδρασε στην εκτόξευση των τιμών περιορίζοντας σημαντικά τις εισαγωγές της και αξιοποιώντας τα τεράστια στρατηγικά αποθέματά της.
Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο η Κίνα συνέβαλε στην αποτροπή μιας ακόμη μεγαλύτερης πετρελαϊκής κρίσης.
Στις αρχές του 2026, τα κινεζικά αποθέματα πετρελαίου εκτιμάται ότι βρίσκονταν μεταξύ 1 και 1,4 δισ. βαρελιών.
Η απόφαση του Πεκίνου να χρησιμοποιήσει μέρος αυτών των αποθεμάτων και να περιορίσει τις αγορές του περιόρισε τη ζήτηση στην παγκόσμια αγορά και, κατ' επέκταση, την περαιτέρω ανοδική πίεση στις τιμές.
Η Κίνα, επομένως, πλήρωσε ακριβότερα για την ενέργεια που εισήγαγε, αλλά τα στρατηγικά της αποθέματα λειτούργησαν ως ένα σημαντικό «μαξιλάρι».
Η Ινδία δέχθηκε το τρίτο μεγαλύτερο πλήγμα
Η Ινδία ήταν η τρίτη χώρα που υπέστη τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση, πληρώνοντας περίπου 22 δισ. δολάρια επιπλέον για τις εισαγωγές ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί έκπληξη.
Η Ινδία εξαρτάται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ σημαντικό μέρος των ενεργειακών της αναγκών καλύπτεται από προμηθευτές της Μέσης Ανατολής.
Η γεωγραφική της θέση την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διαταραχές του Περσικού Κόλπου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά το κλείσιμο των Στενών του Hormuz από το Ιράν ως αντίδραση στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες στον κόσμο, καθώς από αυτά διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG.
Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη λειτουργία τους έχει συνεπώς άμεσες επιπτώσεις στις τιμές και στο κόστος μεταφοράς ενέργειας.
Η Ασία παραμένει στο στόχαστρο
Δεν ήταν μόνο η Κίνα και η Ινδία που επηρεάστηκαν.
Άλλες ασιατικές οικονομίες χρειάστηκε επίσης να πληρώσουν δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον για πετρέλαιο, LNG και καύσιμα.
Η άνοδος των τιμών, παράλληλα, περιόρισε τη ζήτηση.
Το CREA επισημαίνει ότι οι υπολογισμοί του βασίζονται στις πραγματικές ποσότητες ενέργειας που αγόρασαν οι εισαγωγικές χώρες και περιοχές.
Αυτό είναι σημαντικό, καθώς σε περίπτωση που ο πόλεμος δεν είχε ξεσπάσει, η ζήτηση πιθανότατα θα ήταν υψηλότερη.
Επομένως, τα 330 δισ. δολάρια δεν αποτελούν εκτίμηση για το συνολικό ποσό που θα δαπανούσαν οι χώρες για ενέργεια, αλλά για το επιπλέον κόστος που προκάλεσαν οι υψηλότερες τιμές και οι διαταραχές στην αγορά.
Το LNG μπορεί να κρατήσει ψηλά τις τιμές
Το ενεργειακό σοκ δεν αναμένεται να εξαφανιστεί αμέσως με το τέλος των εχθροπραξιών.
Κατά το εξάμηνο έως τον Αύγουστο, η τιμή του LNG στην Ασία ήταν κατά μέσο όρο περίπου 75% υψηλότερη από αυτή που αναμενόταν πριν από τον πόλεμο.
Στην Ευρώπη, η τιμή του LNG ήταν περίπου 60% υψηλότερη από τις προπολεμικές εκτιμήσεις.
Οι τιμές αυτές μπορεί να παραμείνουν υψηλές, καθώς οι χώρες του βόρειου ημισφαιρίου πρέπει να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους ενόψει του χειμώνα.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο ελλείψεων φυσικού αερίου εάν δεν επιταχύνει τις αγορές της, ενώ οι ασιατικές χώρες έχουν επίσης ανάγκη να ενισχύσουν τα αποθέματά τους.
Αυτό σημαίνει ότι η ζήτηση για LNG μπορεί να παραμείνει ισχυρή ακόμη και μετά τη λήξη του πολέμου.
Το πρόβλημα των διυλιστηρίων
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η κατάσταση στην αγορά των καυσίμων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), έως και το 20% της δυναμικότητας διύλισης στη Μέση Ανατολή, περίπου 9,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έχει επηρεαστεί από τις εχθροπραξίες.
Παράλληλα, ζημιές σε ρωσικά διυλιστήρια από ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν περιορίσει περαιτέρω την παγκόσμια δυναμικότητα διύλισης.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση.
Ακόμη και αν το αργό πετρέλαιο γίνει φθηνότερο, η περιορισμένη δυναμικότητα διύλισης μπορεί να κρατήσει ψηλά τις τιμές της βενζίνης, του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων.
Έτσι, η ενεργειακή κρίση μπορεί να έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τον ίδιο τον πόλεμο.
Η αγορά δεν χρειάζεται μόνο πετρέλαιο. Χρειάζεται και επαρκή δυναμικότητα για να μετατρέψει το αργό σε καύσιμα.
Ο λογαριασμός μπορεί να αυξηθεί
Το συνολικό ποσό των 330 δισ. δολαρίων δεν αποτελεί, επομένως, απαραίτητα το τελικό κόστος.
Εάν οι εχθροπραξίες συνεχιστούν, εάν παραμείνουν κλειστά ή περιορισμένα τα Στενά του Hormuz ή εάν υπάρξουν νέες ζημιές σε υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι τιμές μπορούν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Ακόμη και σε περίπτωση γρήγορης αποκλιμάκωσης, η αποκατάσταση της παραγωγής, της διύλισης και των αποθεμάτων δεν θα είναι άμεση.
Αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις του πολέμου μπορεί να συνεχιστούν για μήνες μετά το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ένας πόλεμος με παγκόσμιο ενεργειακό λογαριασμό
Ο πόλεμος Ιράν – ΗΠΑ – Ισραήλ δεν περιορίζεται, επομένως, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή στις χώρες που βρίσκονται άμεσα στην περιοχή.
Έχει δημιουργήσει έναν παγκόσμιο ενεργειακό λογαριασμό εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η Ευρώπη πληρώνει το υψηλότερο τίμημα λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενη ενέργεια. Η
Κίνα χρησιμοποιεί τα τεράστια αποθέματά της για να περιορίσει την έκθεσή της.
Η Ινδία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από τις εισαγωγές πετρελαίου.
Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας κρίσιμος παράγοντας: η παγκόσμια ενεργειακή αγορά δεν χρειάζεται μόνο αρκετό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Χρειάζεται επίσης ασφαλείς θαλάσσιες οδούς, διυλιστήρια, αποθήκες και υποδομές LNG.
Ο πόλεμος έχει πλήξει αρκετούς από αυτούς τους κρίκους ταυτόχρονα.
Γι' αυτό και το οικονομικό του αποτύπωμα μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από την άμεση άνοδο της τιμής του πετρελαίου.
Τα 330 δισ. δολάρια είναι μέχρι στιγμής ο λογαριασμός της ενεργειακής κρίσης.
Το τελικό ποσό, όμως, θα εξαρτηθεί από το πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος και —κυρίως— από το πόσο γρήγορα θα μπορέσει η παγκόσμια αγορά να αποκαταστήσει την ενεργειακή της εφοδιαστική αλυσίδα.
www.bankingnews.gr
Η εκτίμηση αφορά το επιπλέον ποσό που κατέβαλαν οι χώρες και οι περιοχές που εισάγουν ενέργεια, σε σύγκριση με τις τιμές που αναμένονταν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Παρά το γεγονός ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ήταν μικρότερη από τις αρχικές, πιο απαισιόδοξες προβλέψεις, το συνολικό οικονομικό κόστος παραμένει τεράστιο.
Και το σημαντικότερο: ο λογαριασμός ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς ο πόλεμος δεν έχει ακόμη τελειώσει και σε περίπτωση σημαντικής παρατασής του αναμένεται να προκληθεί ενεργειακό σοκ με την αυξηση της ζήτησης το χειμώνα.
Τα στοιχεία προέρχονται από το φινλανδικό ερευνητικό ινστιτούτο Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), το οποίο υπολόγισε το κόστος της διαταραχής στις αγορές ενέργειας του Περσικού Κόλπου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, πρόκειται για τη σημαντικότερη αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές από τον Πόλεμο του Κόλπου το 1990.
Το πετρέλαιο «σήκωσε» σχεδόν το μισό κόστος
Το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης επιβάρυνσης προήλθε από το αργό πετρέλαιο.
Συγκεκριμένα, το αργό αντιστοιχεί σε περίπου 164,1 δισ. δολάρια από το συνολικό επιπλέον κόστος των 330 δισ. δολαρίων.
Ακολούθησαν:
• Ντίζελ: 73,8 δισ. δολάρια
• Βενζίνη: 35,7 δισ. δολάρια
• LNG: 38 δισ. δολάρια
• Αεροπορικά καύσιμα: 20 δισ. δολάρια
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το εύρος των επιπτώσεων.
Δεν αυξήθηκε μόνο η τιμή του αργού.
Η ενεργειακή αναστάτωση μεταφέρθηκε σε ολόκληρη την αλυσίδα: από τα διυλιστήρια και τα καύσιμα κίνησης έως το LNG και τις αερομεταφορές.
Η Ευρώπη ο μεγαλύτερος χαμένος
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέστη τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση.
Σύμφωνα με το CREA, ο λογαριασμός εισαγωγών ενέργειας της ΕΕ αυξήθηκε κατά περίπου 78 δισ. δολάρια κατά το εξάμηνο Μαρτίου–Αυγούστου, σε σχέση με το επίπεδο τιμών που αναμενόταν πριν από τον πόλεμο.
Η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενη ενέργεια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος του πλήγματος.
Μετά τη ρήξη με τη Ρωσία και την επιβολή κυρώσεων στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, η Ευρώπη έχει στραφεί σε άλλους προμηθευτές, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νορβηγία.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το LNG.
Η Ευρώπη έχει αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ, προκειμένου να καλύψει το κενό που άφησε η υποχώρηση των ρωσικών προμηθειών.
Ωστόσο, η Νορβηγία, ο σημαντικότερος περιφερειακός προμηθευτής της Ευρώπης, δεν έχει τη δυνατότητα να αυξήσει απεριόριστα τις εξαγωγές της.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Η Κίνα πλήρωσε 35 δισ. δολάρια επιπλέον
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Κίνα.
Η μεγαλύτερη χώρα εισαγωγής αργού στον κόσμο και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος εισαγωγέας LNG κατέβαλε περίπου 35 δισ. δολάρια επιπλέον για τις ενεργειακές της εισαγωγές κατά το εξεταζόμενο εξάμηνο.
Ωστόσο, η Κίνα αντέδρασε στην εκτόξευση των τιμών περιορίζοντας σημαντικά τις εισαγωγές της και αξιοποιώντας τα τεράστια στρατηγικά αποθέματά της.
Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο η Κίνα συνέβαλε στην αποτροπή μιας ακόμη μεγαλύτερης πετρελαϊκής κρίσης.
Στις αρχές του 2026, τα κινεζικά αποθέματα πετρελαίου εκτιμάται ότι βρίσκονταν μεταξύ 1 και 1,4 δισ. βαρελιών.
Η απόφαση του Πεκίνου να χρησιμοποιήσει μέρος αυτών των αποθεμάτων και να περιορίσει τις αγορές του περιόρισε τη ζήτηση στην παγκόσμια αγορά και, κατ' επέκταση, την περαιτέρω ανοδική πίεση στις τιμές.
Η Κίνα, επομένως, πλήρωσε ακριβότερα για την ενέργεια που εισήγαγε, αλλά τα στρατηγικά της αποθέματα λειτούργησαν ως ένα σημαντικό «μαξιλάρι».
Η Ινδία δέχθηκε το τρίτο μεγαλύτερο πλήγμα
Η Ινδία ήταν η τρίτη χώρα που υπέστη τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση, πληρώνοντας περίπου 22 δισ. δολάρια επιπλέον για τις εισαγωγές ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί έκπληξη.
Η Ινδία εξαρτάται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ σημαντικό μέρος των ενεργειακών της αναγκών καλύπτεται από προμηθευτές της Μέσης Ανατολής.
Η γεωγραφική της θέση την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διαταραχές του Περσικού Κόλπου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά το κλείσιμο των Στενών του Hormuz από το Ιράν ως αντίδραση στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες στον κόσμο, καθώς από αυτά διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG.
Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη λειτουργία τους έχει συνεπώς άμεσες επιπτώσεις στις τιμές και στο κόστος μεταφοράς ενέργειας.
Η Ασία παραμένει στο στόχαστρο
Δεν ήταν μόνο η Κίνα και η Ινδία που επηρεάστηκαν.
Άλλες ασιατικές οικονομίες χρειάστηκε επίσης να πληρώσουν δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον για πετρέλαιο, LNG και καύσιμα.
Η άνοδος των τιμών, παράλληλα, περιόρισε τη ζήτηση.
Το CREA επισημαίνει ότι οι υπολογισμοί του βασίζονται στις πραγματικές ποσότητες ενέργειας που αγόρασαν οι εισαγωγικές χώρες και περιοχές.
Αυτό είναι σημαντικό, καθώς σε περίπτωση που ο πόλεμος δεν είχε ξεσπάσει, η ζήτηση πιθανότατα θα ήταν υψηλότερη.
Επομένως, τα 330 δισ. δολάρια δεν αποτελούν εκτίμηση για το συνολικό ποσό που θα δαπανούσαν οι χώρες για ενέργεια, αλλά για το επιπλέον κόστος που προκάλεσαν οι υψηλότερες τιμές και οι διαταραχές στην αγορά.
Το LNG μπορεί να κρατήσει ψηλά τις τιμές
Το ενεργειακό σοκ δεν αναμένεται να εξαφανιστεί αμέσως με το τέλος των εχθροπραξιών.
Κατά το εξάμηνο έως τον Αύγουστο, η τιμή του LNG στην Ασία ήταν κατά μέσο όρο περίπου 75% υψηλότερη από αυτή που αναμενόταν πριν από τον πόλεμο.
Στην Ευρώπη, η τιμή του LNG ήταν περίπου 60% υψηλότερη από τις προπολεμικές εκτιμήσεις.
Οι τιμές αυτές μπορεί να παραμείνουν υψηλές, καθώς οι χώρες του βόρειου ημισφαιρίου πρέπει να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους ενόψει του χειμώνα.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο ελλείψεων φυσικού αερίου εάν δεν επιταχύνει τις αγορές της, ενώ οι ασιατικές χώρες έχουν επίσης ανάγκη να ενισχύσουν τα αποθέματά τους.
Αυτό σημαίνει ότι η ζήτηση για LNG μπορεί να παραμείνει ισχυρή ακόμη και μετά τη λήξη του πολέμου.
Το πρόβλημα των διυλιστηρίων
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η κατάσταση στην αγορά των καυσίμων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), έως και το 20% της δυναμικότητας διύλισης στη Μέση Ανατολή, περίπου 9,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έχει επηρεαστεί από τις εχθροπραξίες.
Παράλληλα, ζημιές σε ρωσικά διυλιστήρια από ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν περιορίσει περαιτέρω την παγκόσμια δυναμικότητα διύλισης.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση.
Ακόμη και αν το αργό πετρέλαιο γίνει φθηνότερο, η περιορισμένη δυναμικότητα διύλισης μπορεί να κρατήσει ψηλά τις τιμές της βενζίνης, του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων.
Έτσι, η ενεργειακή κρίση μπορεί να έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τον ίδιο τον πόλεμο.
Η αγορά δεν χρειάζεται μόνο πετρέλαιο. Χρειάζεται και επαρκή δυναμικότητα για να μετατρέψει το αργό σε καύσιμα.
Ο λογαριασμός μπορεί να αυξηθεί
Το συνολικό ποσό των 330 δισ. δολαρίων δεν αποτελεί, επομένως, απαραίτητα το τελικό κόστος.
Εάν οι εχθροπραξίες συνεχιστούν, εάν παραμείνουν κλειστά ή περιορισμένα τα Στενά του Hormuz ή εάν υπάρξουν νέες ζημιές σε υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι τιμές μπορούν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Ακόμη και σε περίπτωση γρήγορης αποκλιμάκωσης, η αποκατάσταση της παραγωγής, της διύλισης και των αποθεμάτων δεν θα είναι άμεση.
Αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις του πολέμου μπορεί να συνεχιστούν για μήνες μετά το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ένας πόλεμος με παγκόσμιο ενεργειακό λογαριασμό
Ο πόλεμος Ιράν – ΗΠΑ – Ισραήλ δεν περιορίζεται, επομένως, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή στις χώρες που βρίσκονται άμεσα στην περιοχή.
Έχει δημιουργήσει έναν παγκόσμιο ενεργειακό λογαριασμό εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η Ευρώπη πληρώνει το υψηλότερο τίμημα λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενη ενέργεια. Η
Κίνα χρησιμοποιεί τα τεράστια αποθέματά της για να περιορίσει την έκθεσή της.
Η Ινδία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από τις εισαγωγές πετρελαίου.
Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας κρίσιμος παράγοντας: η παγκόσμια ενεργειακή αγορά δεν χρειάζεται μόνο αρκετό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Χρειάζεται επίσης ασφαλείς θαλάσσιες οδούς, διυλιστήρια, αποθήκες και υποδομές LNG.
Ο πόλεμος έχει πλήξει αρκετούς από αυτούς τους κρίκους ταυτόχρονα.
Γι' αυτό και το οικονομικό του αποτύπωμα μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από την άμεση άνοδο της τιμής του πετρελαίου.
Τα 330 δισ. δολάρια είναι μέχρι στιγμής ο λογαριασμός της ενεργειακής κρίσης.
Το τελικό ποσό, όμως, θα εξαρτηθεί από το πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος και —κυρίως— από το πόσο γρήγορα θα μπορέσει η παγκόσμια αγορά να αποκαταστήσει την ενεργειακή της εφοδιαστική αλυσίδα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών