Το επίτευγμα μιας χώρας που βγήκε κατεστραμμένη από το Ανατολικό Μπλοκ και ο ελληνικός εγκλωβισμός σε ένα οικονομικό μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας
Ας θέσουμε ένα αιρετικό πλέον ερώτημα: Πόσο ωφέλησε την Ελλάδα το ευρώ;
Αυτό είναι εύκολο να απαντηθεί εάν αναλογιστούμε το θρίαμβο μιας οικονομίας που κατέστη πρότυπο διατηρώντας το τοπικό της νόμισμα: Πρόκειται για το οικονομικό θαύμα της Πολωνίας.
Η οικονομία της Πολωνίας ξεπέρασε το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια πέρυσι, επισφραγίζοντας δεκαετίες δυναμικής ανάπτυξης, η οποία αντιπαραβάλλεται έντονα με τις ευάλωτες οικονομίες των πολύ μεγαλύτερων ευρωπαϊκών γειτόνων της, όπως η Γερμανία ή η Γαλλία ενώ αναδεικνύει πώς η υιοθέτηση του ευρώ για χώρες όπως η Ελλάδα υπήρξε καταστροφική όσον αφορά το ελληνικό παραγωνικό μοντέλο.
Η οικονομία μας παρεμένει μια οικονομία που στηριίζεται στην κατανάλωση.
Και τούτο γιατί την εγκλώβισε σε ένα οικονομικό υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας.
Το ορόσημο αυτό, επιβεβαιωμένο από τα στοιχεία που δημοσίευσε την Παρασκευή (30 Ιανουαρίου) η στατιστική υπηρεσία της χώρας, πιθανότατα ανέβασε την Πολωνία στις 20 κορυφαίες οικονομίες του κόσμου για το 2025.
Η διατήρηση του τοπικού νομίσματος του ζλότι αποτέλεσε το όχημα για το οικονομικό θαύμα: την εκτόξευση των άμεσων ή έμμεσων ξένων επενδύσεων (κυρίως από τη Γερμανία), τη διατήρηση εμπορικών πλεονασμάτων και την αύξηση της παραγωγικότητας σε μια οικονομία με καθημαγμένο εργατικό δυναμικό – όλοι θυμόμαστε το φόβητρο του «Πολωνού υδραυλικού», της φθηνής εργασίας που θα κατέκλυσε τις αναπτυγμένες οικονομίες από το τέλος της δεκαετίας της 1990.
Αναμένεται να ξεπεράσει την Ελβετία, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει τα στοιχεία της για το τέλος της χρονιάς.
Η Πολωνία βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω από τη 19η οικονομία του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με ΑΕΠ 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αυξήθηκε 3,6% πέρυσι, σε σύγκριση με 3,0% το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε την Παρασκευή (30/1) η εγχώρια στατιστική υπηρεσία.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η οικονομική παραγωγή αυξάνεται με μέσο ρυθμό περίπου 4% ετησίως, καθιστώντας την Πολωνία μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρώπης.
Πώς έγινε το πολωνικό θαύμα
Ο κινητήριος μοχλός αυτής της μεταμόρφωσης είναι ο συνδυασμός ισχυρής ιδιωτικής κατανάλωσης και σταθερών δημόσιων επενδύσεων.
Τα εισοδήματα αυξάνονται σταθερά, στηριζόμενα σε μια ισχυρή αγορά εργασίας.
Παράλληλα, οι δημόσιες δαπάνες — μερικώς χρηματοδοτούμενες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας — έχουν βοηθήσει στην εκσυγχρονισμό της πολωνικής βιομηχανίας και στην ανάπτυξη ενός ολοένα και πιο ψηφιοποιημένου τομέα υπηρεσιών.
H διάρθρωση της Πολωνικής οικονομίας


Το ελληνικό αντι- παράδειγμα και η «οικονομία των cafes»
Όσον αφορά την Ελλάδα – χωρίς να μπορεί να γίνει ευθεία σύγκριση των δύο οικονομιών για λόγους διαρθωσης και μεγέθους - οι μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από τα τρία μνημόνια το 2010, το 2012 και το 2015 όχι μόνο δεν εκσυγχρόνισαν την ελληνική οικονομία, αλλά την εγκλώβισαν σε ένα υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας που συνδέεται με ό,τι αποκαλείται «οικονομία των cafés», όπως επισημαίνουν σε μελέτη τους οι οικονομολόγοι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μίσσος, Χρήστος Πιέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης, στο πλαίσιο των working papers του LSE.
Αυτή η «οικονομία των cafes» αποτελεί το ορατό μέρος μιας ευρύτερης μεταβολής της ελληνικής οικονομίας κατά την ίδια περίοδο προς τις «Δραστηριότητες Διαμονής και Εστίασης» (ΔΔΕ, υπηρεσίες ψυχαγωγίας/φιλοξενίας), όπως είναι η επίσημη ονομασία του τομέα, η οποία περιλαμβάνει επίσης εστιατόρια, μπαρ, ξενοδοχεία και άλλες δραστηριότητες συναφείς με τον τουρισμό.
Μετά το 2009 καταγράφεται απότομη αύξηση του μεριδίου αυτού του τομέα στην προστιθέμενη αξία και ιδίως στην απασχόληση.
Αυτή η δομική μεταβολή είναι προβληματική, επειδή οι εν λόγω δραστηριότητες είναι ένας τομέας χαμηλής παραγωγικότητας.
Στην Ελλάδα η παραγωγικότητά του ήταν μία από τις χαμηλότερες μεταξύ των διαφορετικών τομέων της οικονομίας πριν από την κρίση, αλλά έχει επίσης μειωθεί περίπου κατά 40% από το 2009, επιτρέποντας στον εν λόγω τομέα να απορροφήσει μεγάλος μέρος της απασχόλησης.
Το 2024, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ήταν 16% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2009 —χαμηλότερη σε σύγκριση με το επίπεδο κατά το βάθος της κρίσης το 2015.
Η μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα αντικατοπτρίζει τη συρρίκνωση της παραγωγής που προκλήθηκε από τα μέτρα λιτότητας, καθώς και την κατάρρευση των πραγματικών μισθών λόγω της εκτόξευσης της ανεργίας και της απελευθέρωσης των αγορών εργασίας.
Η Ελλάδα αποτελεί έτσι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μελέτης για το πώς μια τυφλή οριζόντια εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων—χωρίς επαρκή προσοχή στο θεσμικό πλαίσιο, την ικανότητα εφαρμογής και τις δυναμικές των τομέων—μπορεί να οδηγήσει σε αντιπαραγωγικά αποτελέσματα.
Οι αλλαγές στην απασχόληση - Παροχή υπηρεσιών

Η αποτυχία των μνημονίων
Τα «διπλά ελλείμματα» και η παρουσία πολλών δομικών ακαμψιών αναγνωρίστηκαν ως οι κύριοι υπεύθυνοι για την κρίση.
Ως αποτέλεσμα, και τα τρία προγράμματα είχαν δύο κύριες διαστάσεις.
Από τη μία πλευρά, θα υπήρχε μια έντονη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία θα μείωνε το έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης και, κατά συνέπεια, και το εξωτερικό έλλειμμα.
Από την άλλη πλευρά, μια σειρά δομικών μεταρρυθμίσεων που θα επέλυσαν τις δομικές ακαμψίες, θα βελτίωναν την κατανομή των πόρων, θα αύξαναν την ανταγωνιστικότητα και θα προωθούσαν την παραγωγή και την ανάπτυξη της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η μείωση της παραγωγικότητας καταστρέφει τον αναπτυξιακό προσανατολισμό
Πώς αυτό το πείραμα απύτυχε; Ένα ζήτημα στο οποίο δεν έχει δοθεί αρκετή προσοχή στη βιβλιογραφία που έχει αναλύσει τις επιπτώσεις των προγραμμάτων προσαρμογής είναι η παραγωγικότητα, επισημαίνουν οι οικονομολόγοι.
Η παραγωγή μειώθηκε πολύ περισσότερο σε σχέση με την απασχόληση κατά τη διάρκεια της κρίσης, ενώ η απασχόληση ανακάμπτει πολύ ταχύτερα από την παραγωγή μετά το 2016 .
Αυτή η απόκλιση οδήγησε σε σημαντική πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά τη διάρκεια της κρίσης — περίπου 20% κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα.
Σε αντίθεση με την παραγωγή, η οποία έχει παρουσιάσει κάποια, έστω αργή, ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα έχει παραμείνει στάσιμη ναρκοθετώντας τις αναπτυξιακές προοπτικές.
Το 2023, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στο ίδιο επίπεδο που βρισκόταν επτά χρόνια νωρίτερα, στην αρχή της ανάκαμψης.
Η αύξηση της παραγωγικότητας - αυτό δηλαδή που πέτυχε η Πολωνία - αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης κάθε οικονομίας και, για αυτόν τον λόγο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν ο κύριος στόχος της φιλόδοξης ατζέντας μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκε στα τρία προγράμματα προσαρμογής.

Η διπλή οικονομία και η απο-ανάπτυξη
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η ελληνική οικονομία έχει βιώσει μια διαδικασία «αποανάπτυξης» και δυαδικοποίησης (dualization) σύμφωνα με τα πλαίσια ενός συμβατικού μοντέλου διπλής οικονομίας. Όταν η οικονομία αναπτύσσεται, ο σύγχρονος καπιταλιστικός τομέας αναπτύσσεται και αντλεί εργατικά αποθέματα από τον παραδοσιακό τομέα. Όταν η οικονομία συρρικνώνεται, ο καπιταλιστικός τομέας συρρικνώνεται και το πλεονάζον εργατικό δυναμικό απορροφάται από τον παραδοσιακό τομέα.
Σημαντικό είναι ότι η παραγωγή του παραδοσιακού τομέα είναι σχεδόν σταθερή (quasi-fixed), πράγμα που σημαίνει ότι οι αλλαγές στην απασχόληση αντιμετωπίζονται κυρίως μέσω αλλαγών στην παραγωγικότητα.
Οι παραλληλισμοί με την ελληνική εμπειρία είναι σαφείς.
Η κρίση οδήγησε σε απότομη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης.
Ο τομέας ΔΔΕ λειτούργησε ως ο παραδοσιακός τομέας σε ένα μοντέλο διπλής οικονομίας, απορροφώντας μεγάλο μέρος του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού μέσω σημαντικών προσαρμογών στην παραγωγικότητα.
Αυτή η διαδικασία συνοδεύτηκε επίσης από μείωση των μισθών, αύξηση της μερικής απασχόλησης και μεγαλύτερη επισφάλεια των θέσεων εργασίας.
Μετά το 2010, η έναρξη της κρίσης και η εφαρμογή μέτρων λιτότητας στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής άσκησαν σημαντική καθοδική πίεση τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική δαπάνη.
Παρά το γεγονός ότι οι καθαρές εξαγωγές βελτιώθηκαν κατά την περίοδο αυτή, αυτό οφείλεται κυρίως στη δραστική συρρίκνωση των εισαγωγών λόγω της εγχώριας ύφεσης, με την αύξηση των εξαγωγών να παίζει πιο περιορισμένο ρόλο.

Το ευάλωτο τουριστικό προϊόν
Ο τομέας ψυχαγωγίας/διασκέδασης ήταν ένας από τους λίγους τομείς που σε μεγάλο βαθμό διέφυγε της ευρείας κατάρρευσης της ζήτησης κατά την περίοδο της κρίσης. Αυτή η ανθεκτικότητα μπορεί να αποδοθεί σε δομικά χαρακτηριστικά τόσο της ελληνικής όσο και της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Ελλάδα παρέμεινε σημαντικός διεθνής τουριστικός προορισμός, επωφελούμενη από τη συνεχιζόμενη παγκόσμια ανάπτυξη του τουριστικού τομέα. Επιπλέον, η εγχώρια ζήτηση για υπηρεσίες όπως ο καφές παρέμεινε σχετικά ανελαστική, αντανακλώντας τη βαθιά πολιτιστική σημασία της
Η ανάπτυξη μιας οικονομίας, όπως έχει γίνει εμφανής στην Ελλάδα και σε άλλους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς τα τελευταία χρόνια, συνοδεύεται από ορισμένες προκλήσεις. Αρχικά, μια επέκταση του τουρισμού είναι αναπόφευκτο ότι θα συναντήσει, νωρίτερα ή αργότερα, σημαντικές φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το φυσικό και πολιτιστικό «κεφάλαιο» πάνω στο οποίο βασίζεται ο τουρισμός είναι σχεδόν σταθερό και δεν μπορεί να επεκταθεί.
Βλέπουμε ότι η επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πριν από την κρίση οφειλόταν σε αύξηση του ελλείμματος στο εμπόριο αγαθών καθώς και σε επιδείνωση του ελλείμματος εισοδημάτων. Κατά την ίδια περίοδο, το ισοζύγιο υπηρεσιών παρέμεινε σταθερό, ενώ το ισοζύγιο ταξιδιών (υποκατηγορία του ισοζυγίου υπηρεσιών) μειώθηκε ελαφρά καθώς η οικονομία αναπτυσσόταν ταχύτερα από τον διεθνή τουρισμό.
Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει αυτό το θεμελιώδες δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, αυτές οι δραστηριότητες χαρακτηρίζονται από χαμηλή (και μειούμενη) παραγωγικότητα και δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως μακροχρόνιος μοχλός ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα επιφέρουν σειρά άλλων προβλημάτων (πολιτιστική και περιβαλλοντική υποβάθμιση, επιδείνωση της κρίσης κόστους διαβίωσης κ.ά.).
Από την άλλη πλευρά, η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτές ως πηγή δημιουργίας συνολικής ζήτησης και εισοδήματος από το εξωτερικό.
Οι προκλήσεις για την Πολωνία
«Πρόκειται για μια ιστορία ανείπωτης οικονομικής επιτυχίας», δήλωσε ο Marcin Piatkowski, καθηγητής Οικονομικών στο Kozminski University της Βαρσοβίας. «Η Πολωνία θα έπρεπε να είναι το πρότυπο της ευρωπαϊκής μηχανής σύγκλισης», πρόσθεσε, αναφερόμενος στις προσπάθειες της ΕΕ να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες οικονομίες να φτάσουν στα επίπεδα των πιο πλούσιων χωρών.
Μετά την πτώση του κομμουνισμού, η χώρα ανέπτυξε γρήγορα έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα, καθώς και έναν ιδιαίτερα διαφοροποιημένο βιομηχανικό και εξαγωγικό τομέα, σημείωσε.
Αυτό κατέστησε την Πολωνία ιδιαίτερα ευέλικτη σε οικονομικά σοκ. Με εξαίρεση την πανδημία Covid-19, η Πολωνία είναι η μόνη οικονομία στην ΕΕ που απέφυγε την ύφεση από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
«Δεν πρόκειται πραγματικά για τα κονδύλια της ΕΕ. Πρόκειται για ανοιχτές αγορές, για θεσμούς, για τους κανόνες του παιχνιδιού που η Πολωνία έχει απορροφήσει και έχει μετατρέψει σε βιώσιμη ανάπτυξη», δήλωσε ο Piatkowski.
Το μήνυμα αυτό έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για τους αξιωματούχους της ΕΕ.
Εν μέσω της διάσπασης της παγκόσμιας οικονομικής τάξης και της στασιμότητας στην ανάπτυξη σε ολόκληρο τον μπλοκ, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ζητούν βαθύτερη ενοποίηση και αυξημένες επενδύσεις —πολιτικές που προωθήθηκαν σε μια έκθεση του Mario Draghi, πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η άνοδος της Πολωνίας —που πλέον εισάγει περισσότερα αγαθά από τη Γερμανία παρά από την Κίνα— προσφέρει απόδειξη για το μοντέλο αυτό.
Ωστόσο, μετά από δεκαετίες «εκπαιδευτικής» ανάπτυξης, η Πολωνία πρέπει πλέον να προσαρμοστεί στη ζωή στις «μεγάλες κατηγορίες». Τα επόμενα χρόνια, η οικονομία της θα πρέπει να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος εργασίας, χαμηλότερες αποδόσεις επενδύσεων και μειωμένη χρηματοδότηση από την ΕΕ, σύμφωνα με τον Matthias Schupeta, οικονομολόγο στην DZ Bank.
Η Πολωνία πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει την αύξηση του δημόσιου χρέους.
Με περίπου 6,8% του ΑΕΠ το 2025, το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας είναι σημαντικά υψηλότερο από το όριο 3% για τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD), η πολωνική κυβέρνηση θα χρειαστεί να περιορίσει τις δαπάνες και να αυξήσει τους φόρους για να μειώσει τα χρέη τα επόμενα χρόνια.
Εκτός από τη μειωμένη χρηματοδότηση από την ΕΕ —που αναμένεται να κορυφωθεί το 2026— τέτοια μέτρα πιθανότατα θα επιβραδύνουν την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.
Παρά ταύτα, το χρέος του ιδιωτικού τομέα στην Πολωνία παραμένει χαμηλό κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, περιορίζοντας τους κινδύνους ισολογισμού και την ευπάθεια σε οικονομικά σοκ —ενώ αυξάνει τις δυνατότητες ιδιωτικών επενδύσεων, σημείωσε ο Piatkowski.
«Όταν συνδυάζεις δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, η Πολωνία είναι σχετικά υποχρεωμένη», είπε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Πολωνίας θα μειωθεί στο 6,3% του ΑΕΠ το 2026.
Η Πολωνία αντιμετωπίζει επίσης βαθιές δημογραφικές αλλαγές. Όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, έχει ταχέως γηράσκοντα πληθυσμό, επιβαρυμένο από τη μακροχρόνια φυγή εγκεφάλων, καθώς πολλοί πολίτες παραγωγικής ηλικίας έχουν φύγει στο εξωτερικό για ευκαιρίες εργασίας.
«Το ποιοτικό και φθηνό εργατικό δυναμικό της Πολωνίας εξαντλείται σταδιακά», δήλωσε ο Adam Antoniak, ανώτερος οικονομολόγος για την Πολωνία στην ING.
Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα είναι καθοριστική για την επίτευξη του επόμενου μεγάλου στόχου της Πολωνίας: την ένταξη στην ομάδα των G20. Η χώρα έχει προσκληθεί ως προσκεκλημένη στη μελλοντική σύνοδο κορυφής των G20 τον Δεκέμβριο, αλλά η μόνιμη συμμετοχή θα της έδινε ισχυρότερη φωνή στο διεθνές επίπεδο.
Οι προκλήσεις για την Ελλάδα - Χωρίς βάθος ανάπτυξη
Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύθηκε από τον αναλυτή Mathias Gnevoch στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου, οι αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρώπης έχουν σε μεγάλο βαθμό επανενοποιηθεί από το 2019, μετά από χρόνια κατακερματισμού που ακολούθησαν την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε σαφή βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης.
Το εκπληκτικό με αυτές της αναλύσεις – που «ταΐζουν» το κυβερνητικό αφήγημα περί ισχυρής οικονομίας είναι ότι αγνοούν το ζήτημα της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, βιώσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα και σταθερή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ από το 2021.
Τον Μάιο του 2025, το spread του ελληνικού 10ετούς κρατικού ομολόγου έναντι του γερμανικού Bund υποχώρησε κάτω από τις 80 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από το 2007. Τα επίπεδα αυτά παραπέμπουν στην προ κρίσης περίοδο, όταν τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης θεωρούνταν από τις αγορές σχεδόν ισοδύναμα.
Παράλληλα με το χαμηλότερο κόστος δανεισμού, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια δεύτερη σημαντική εξέλιξη, την ένταξή της στην κατηγορία των Ανεπτυγμένων Αγορών.
Ενα εξαρτημένο παραγωγικό μοντέλο - Ισοζύγιο πληρωμών

Νέοι κίνδυνοι σε ένα πιο «ενοποιημένο» περιβάλλον - Ποια κανονικότητα
Ωστόσο, τόσο ο αναλυτής του ESM όσο και άλλοι θεσμοί επισημαίνουν ότι η επανένταξη στον ευρωπαϊκό οικονομικό «κορμό» δεν συνεπάγεται μόνο οφέλη. Οι πιο ενοποιημένες αγορές σημαίνουν επίσης ισχυρότερες διασυνοριακές επιδράσεις μεταξύ των χωρών.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων επηρεάζονται πλέον πολύ περισσότερο από τις εξελίξεις στις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα, μια σημαντική δημοσιονομική επέκταση που ανακοινώθηκε στη Γερμανία τον Μάρτιο του 2025 οδήγησε σε αύξηση περίπου 35 μονάδων βάσης στην απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου, με τις ελληνικές αποδόσεις να ακολουθούν σχεδόν την ίδια πορεία.
Αν και αυτή η συσχέτιση αποτελεί ένδειξη επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, αυξάνει παράλληλα την έκθεση της Ελλάδας σε εξωτερικούς κινδύνους που δεν σχετίζονται άμεσα με την εγχώρια οικονομική επίδοση.

Συνεπώς αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα η ελληνική οικονομία παρεμένει αθωράκιστη.
Ο αναλυτής του ESM προειδοποιεί ότι, παρά τη σημαντική συρρίκνωση των spreads, ο κίνδυνος εκ νέου διεύρυνσής τους παραμένει, ιδιαίτερα αν επιδεινωθούν οι οικονομικές συνθήκες στην ευρωζώνη ή προκύψουν απρόβλεπτες διεθνείς εξελίξεις. Εμπορικές εντάσεις ή απροσδόκητες δημοσιονομικές αποφάσεις σε μεγάλες οικονομίες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα το κόστος δανεισμού της Ελλάδας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόοδος που έχει επιτευχθεί είναι σημαντική, αλλά δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, η περαιτέρω μείωση του χρέους και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας παραμένουν κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε τα οφέλη της επιστροφής στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» να έχουν διάρκεια.
Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν προοιωνίζεται πάντως θετικές εξελίξεις για την ελληνική οικονομία εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων.
www.bankingnews.gr
Αυτό είναι εύκολο να απαντηθεί εάν αναλογιστούμε το θρίαμβο μιας οικονομίας που κατέστη πρότυπο διατηρώντας το τοπικό της νόμισμα: Πρόκειται για το οικονομικό θαύμα της Πολωνίας.
Η οικονομία της Πολωνίας ξεπέρασε το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια πέρυσι, επισφραγίζοντας δεκαετίες δυναμικής ανάπτυξης, η οποία αντιπαραβάλλεται έντονα με τις ευάλωτες οικονομίες των πολύ μεγαλύτερων ευρωπαϊκών γειτόνων της, όπως η Γερμανία ή η Γαλλία ενώ αναδεικνύει πώς η υιοθέτηση του ευρώ για χώρες όπως η Ελλάδα υπήρξε καταστροφική όσον αφορά το ελληνικό παραγωνικό μοντέλο.
Η οικονομία μας παρεμένει μια οικονομία που στηριίζεται στην κατανάλωση.
Και τούτο γιατί την εγκλώβισε σε ένα οικονομικό υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας.
Το ορόσημο αυτό, επιβεβαιωμένο από τα στοιχεία που δημοσίευσε την Παρασκευή (30 Ιανουαρίου) η στατιστική υπηρεσία της χώρας, πιθανότατα ανέβασε την Πολωνία στις 20 κορυφαίες οικονομίες του κόσμου για το 2025.
Η διατήρηση του τοπικού νομίσματος του ζλότι αποτέλεσε το όχημα για το οικονομικό θαύμα: την εκτόξευση των άμεσων ή έμμεσων ξένων επενδύσεων (κυρίως από τη Γερμανία), τη διατήρηση εμπορικών πλεονασμάτων και την αύξηση της παραγωγικότητας σε μια οικονομία με καθημαγμένο εργατικό δυναμικό – όλοι θυμόμαστε το φόβητρο του «Πολωνού υδραυλικού», της φθηνής εργασίας που θα κατέκλυσε τις αναπτυγμένες οικονομίες από το τέλος της δεκαετίας της 1990.
Αναμένεται να ξεπεράσει την Ελβετία, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει τα στοιχεία της για το τέλος της χρονιάς.
Η Πολωνία βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω από τη 19η οικονομία του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με ΑΕΠ 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αυξήθηκε 3,6% πέρυσι, σε σύγκριση με 3,0% το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε την Παρασκευή (30/1) η εγχώρια στατιστική υπηρεσία.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η οικονομική παραγωγή αυξάνεται με μέσο ρυθμό περίπου 4% ετησίως, καθιστώντας την Πολωνία μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρώπης.
Πώς έγινε το πολωνικό θαύμα
Ο κινητήριος μοχλός αυτής της μεταμόρφωσης είναι ο συνδυασμός ισχυρής ιδιωτικής κατανάλωσης και σταθερών δημόσιων επενδύσεων.
Τα εισοδήματα αυξάνονται σταθερά, στηριζόμενα σε μια ισχυρή αγορά εργασίας.
Παράλληλα, οι δημόσιες δαπάνες — μερικώς χρηματοδοτούμενες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας — έχουν βοηθήσει στην εκσυγχρονισμό της πολωνικής βιομηχανίας και στην ανάπτυξη ενός ολοένα και πιο ψηφιοποιημένου τομέα υπηρεσιών.
H διάρθρωση της Πολωνικής οικονομίας


Το ελληνικό αντι- παράδειγμα και η «οικονομία των cafes»
Όσον αφορά την Ελλάδα – χωρίς να μπορεί να γίνει ευθεία σύγκριση των δύο οικονομιών για λόγους διαρθωσης και μεγέθους - οι μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από τα τρία μνημόνια το 2010, το 2012 και το 2015 όχι μόνο δεν εκσυγχρόνισαν την ελληνική οικονομία, αλλά την εγκλώβισαν σε ένα υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας που συνδέεται με ό,τι αποκαλείται «οικονομία των cafés», όπως επισημαίνουν σε μελέτη τους οι οικονομολόγοι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μίσσος, Χρήστος Πιέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης, στο πλαίσιο των working papers του LSE.
Αυτή η «οικονομία των cafes» αποτελεί το ορατό μέρος μιας ευρύτερης μεταβολής της ελληνικής οικονομίας κατά την ίδια περίοδο προς τις «Δραστηριότητες Διαμονής και Εστίασης» (ΔΔΕ, υπηρεσίες ψυχαγωγίας/φιλοξενίας), όπως είναι η επίσημη ονομασία του τομέα, η οποία περιλαμβάνει επίσης εστιατόρια, μπαρ, ξενοδοχεία και άλλες δραστηριότητες συναφείς με τον τουρισμό.
Μετά το 2009 καταγράφεται απότομη αύξηση του μεριδίου αυτού του τομέα στην προστιθέμενη αξία και ιδίως στην απασχόληση.
Αυτή η δομική μεταβολή είναι προβληματική, επειδή οι εν λόγω δραστηριότητες είναι ένας τομέας χαμηλής παραγωγικότητας.
Στην Ελλάδα η παραγωγικότητά του ήταν μία από τις χαμηλότερες μεταξύ των διαφορετικών τομέων της οικονομίας πριν από την κρίση, αλλά έχει επίσης μειωθεί περίπου κατά 40% από το 2009, επιτρέποντας στον εν λόγω τομέα να απορροφήσει μεγάλος μέρος της απασχόλησης.
Το 2024, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ήταν 16% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2009 —χαμηλότερη σε σύγκριση με το επίπεδο κατά το βάθος της κρίσης το 2015.
Η μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα αντικατοπτρίζει τη συρρίκνωση της παραγωγής που προκλήθηκε από τα μέτρα λιτότητας, καθώς και την κατάρρευση των πραγματικών μισθών λόγω της εκτόξευσης της ανεργίας και της απελευθέρωσης των αγορών εργασίας.
Η Ελλάδα αποτελεί έτσι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μελέτης για το πώς μια τυφλή οριζόντια εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων—χωρίς επαρκή προσοχή στο θεσμικό πλαίσιο, την ικανότητα εφαρμογής και τις δυναμικές των τομέων—μπορεί να οδηγήσει σε αντιπαραγωγικά αποτελέσματα.
Οι αλλαγές στην απασχόληση - Παροχή υπηρεσιών

Η αποτυχία των μνημονίων
Τα «διπλά ελλείμματα» και η παρουσία πολλών δομικών ακαμψιών αναγνωρίστηκαν ως οι κύριοι υπεύθυνοι για την κρίση.
Ως αποτέλεσμα, και τα τρία προγράμματα είχαν δύο κύριες διαστάσεις.
Από τη μία πλευρά, θα υπήρχε μια έντονη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία θα μείωνε το έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης και, κατά συνέπεια, και το εξωτερικό έλλειμμα.
Από την άλλη πλευρά, μια σειρά δομικών μεταρρυθμίσεων που θα επέλυσαν τις δομικές ακαμψίες, θα βελτίωναν την κατανομή των πόρων, θα αύξαναν την ανταγωνιστικότητα και θα προωθούσαν την παραγωγή και την ανάπτυξη της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η μείωση της παραγωγικότητας καταστρέφει τον αναπτυξιακό προσανατολισμό
Πώς αυτό το πείραμα απύτυχε; Ένα ζήτημα στο οποίο δεν έχει δοθεί αρκετή προσοχή στη βιβλιογραφία που έχει αναλύσει τις επιπτώσεις των προγραμμάτων προσαρμογής είναι η παραγωγικότητα, επισημαίνουν οι οικονομολόγοι.
Η παραγωγή μειώθηκε πολύ περισσότερο σε σχέση με την απασχόληση κατά τη διάρκεια της κρίσης, ενώ η απασχόληση ανακάμπτει πολύ ταχύτερα από την παραγωγή μετά το 2016 .
Αυτή η απόκλιση οδήγησε σε σημαντική πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά τη διάρκεια της κρίσης — περίπου 20% κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα.
Σε αντίθεση με την παραγωγή, η οποία έχει παρουσιάσει κάποια, έστω αργή, ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα έχει παραμείνει στάσιμη ναρκοθετώντας τις αναπτυξιακές προοπτικές.
Το 2023, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στο ίδιο επίπεδο που βρισκόταν επτά χρόνια νωρίτερα, στην αρχή της ανάκαμψης.
Η αύξηση της παραγωγικότητας - αυτό δηλαδή που πέτυχε η Πολωνία - αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης κάθε οικονομίας και, για αυτόν τον λόγο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν ο κύριος στόχος της φιλόδοξης ατζέντας μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκε στα τρία προγράμματα προσαρμογής.

Η διπλή οικονομία και η απο-ανάπτυξη
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η ελληνική οικονομία έχει βιώσει μια διαδικασία «αποανάπτυξης» και δυαδικοποίησης (dualization) σύμφωνα με τα πλαίσια ενός συμβατικού μοντέλου διπλής οικονομίας. Όταν η οικονομία αναπτύσσεται, ο σύγχρονος καπιταλιστικός τομέας αναπτύσσεται και αντλεί εργατικά αποθέματα από τον παραδοσιακό τομέα. Όταν η οικονομία συρρικνώνεται, ο καπιταλιστικός τομέας συρρικνώνεται και το πλεονάζον εργατικό δυναμικό απορροφάται από τον παραδοσιακό τομέα.
Σημαντικό είναι ότι η παραγωγή του παραδοσιακού τομέα είναι σχεδόν σταθερή (quasi-fixed), πράγμα που σημαίνει ότι οι αλλαγές στην απασχόληση αντιμετωπίζονται κυρίως μέσω αλλαγών στην παραγωγικότητα.
Οι παραλληλισμοί με την ελληνική εμπειρία είναι σαφείς.
Η κρίση οδήγησε σε απότομη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης.
Ο τομέας ΔΔΕ λειτούργησε ως ο παραδοσιακός τομέας σε ένα μοντέλο διπλής οικονομίας, απορροφώντας μεγάλο μέρος του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού μέσω σημαντικών προσαρμογών στην παραγωγικότητα.
Αυτή η διαδικασία συνοδεύτηκε επίσης από μείωση των μισθών, αύξηση της μερικής απασχόλησης και μεγαλύτερη επισφάλεια των θέσεων εργασίας.
Μετά το 2010, η έναρξη της κρίσης και η εφαρμογή μέτρων λιτότητας στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής άσκησαν σημαντική καθοδική πίεση τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική δαπάνη.
Παρά το γεγονός ότι οι καθαρές εξαγωγές βελτιώθηκαν κατά την περίοδο αυτή, αυτό οφείλεται κυρίως στη δραστική συρρίκνωση των εισαγωγών λόγω της εγχώριας ύφεσης, με την αύξηση των εξαγωγών να παίζει πιο περιορισμένο ρόλο.

Το ευάλωτο τουριστικό προϊόν
Ο τομέας ψυχαγωγίας/διασκέδασης ήταν ένας από τους λίγους τομείς που σε μεγάλο βαθμό διέφυγε της ευρείας κατάρρευσης της ζήτησης κατά την περίοδο της κρίσης. Αυτή η ανθεκτικότητα μπορεί να αποδοθεί σε δομικά χαρακτηριστικά τόσο της ελληνικής όσο και της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Ελλάδα παρέμεινε σημαντικός διεθνής τουριστικός προορισμός, επωφελούμενη από τη συνεχιζόμενη παγκόσμια ανάπτυξη του τουριστικού τομέα. Επιπλέον, η εγχώρια ζήτηση για υπηρεσίες όπως ο καφές παρέμεινε σχετικά ανελαστική, αντανακλώντας τη βαθιά πολιτιστική σημασία της
Η ανάπτυξη μιας οικονομίας, όπως έχει γίνει εμφανής στην Ελλάδα και σε άλλους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς τα τελευταία χρόνια, συνοδεύεται από ορισμένες προκλήσεις. Αρχικά, μια επέκταση του τουρισμού είναι αναπόφευκτο ότι θα συναντήσει, νωρίτερα ή αργότερα, σημαντικές φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το φυσικό και πολιτιστικό «κεφάλαιο» πάνω στο οποίο βασίζεται ο τουρισμός είναι σχεδόν σταθερό και δεν μπορεί να επεκταθεί.
Βλέπουμε ότι η επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πριν από την κρίση οφειλόταν σε αύξηση του ελλείμματος στο εμπόριο αγαθών καθώς και σε επιδείνωση του ελλείμματος εισοδημάτων. Κατά την ίδια περίοδο, το ισοζύγιο υπηρεσιών παρέμεινε σταθερό, ενώ το ισοζύγιο ταξιδιών (υποκατηγορία του ισοζυγίου υπηρεσιών) μειώθηκε ελαφρά καθώς η οικονομία αναπτυσσόταν ταχύτερα από τον διεθνή τουρισμό.
Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει αυτό το θεμελιώδες δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, αυτές οι δραστηριότητες χαρακτηρίζονται από χαμηλή (και μειούμενη) παραγωγικότητα και δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως μακροχρόνιος μοχλός ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα επιφέρουν σειρά άλλων προβλημάτων (πολιτιστική και περιβαλλοντική υποβάθμιση, επιδείνωση της κρίσης κόστους διαβίωσης κ.ά.).
Από την άλλη πλευρά, η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτές ως πηγή δημιουργίας συνολικής ζήτησης και εισοδήματος από το εξωτερικό.
Οι προκλήσεις για την Πολωνία
«Πρόκειται για μια ιστορία ανείπωτης οικονομικής επιτυχίας», δήλωσε ο Marcin Piatkowski, καθηγητής Οικονομικών στο Kozminski University της Βαρσοβίας. «Η Πολωνία θα έπρεπε να είναι το πρότυπο της ευρωπαϊκής μηχανής σύγκλισης», πρόσθεσε, αναφερόμενος στις προσπάθειες της ΕΕ να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες οικονομίες να φτάσουν στα επίπεδα των πιο πλούσιων χωρών.
Μετά την πτώση του κομμουνισμού, η χώρα ανέπτυξε γρήγορα έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα, καθώς και έναν ιδιαίτερα διαφοροποιημένο βιομηχανικό και εξαγωγικό τομέα, σημείωσε.
Αυτό κατέστησε την Πολωνία ιδιαίτερα ευέλικτη σε οικονομικά σοκ. Με εξαίρεση την πανδημία Covid-19, η Πολωνία είναι η μόνη οικονομία στην ΕΕ που απέφυγε την ύφεση από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
«Δεν πρόκειται πραγματικά για τα κονδύλια της ΕΕ. Πρόκειται για ανοιχτές αγορές, για θεσμούς, για τους κανόνες του παιχνιδιού που η Πολωνία έχει απορροφήσει και έχει μετατρέψει σε βιώσιμη ανάπτυξη», δήλωσε ο Piatkowski.
Το μήνυμα αυτό έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για τους αξιωματούχους της ΕΕ.
Εν μέσω της διάσπασης της παγκόσμιας οικονομικής τάξης και της στασιμότητας στην ανάπτυξη σε ολόκληρο τον μπλοκ, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ζητούν βαθύτερη ενοποίηση και αυξημένες επενδύσεις —πολιτικές που προωθήθηκαν σε μια έκθεση του Mario Draghi, πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η άνοδος της Πολωνίας —που πλέον εισάγει περισσότερα αγαθά από τη Γερμανία παρά από την Κίνα— προσφέρει απόδειξη για το μοντέλο αυτό.
Ωστόσο, μετά από δεκαετίες «εκπαιδευτικής» ανάπτυξης, η Πολωνία πρέπει πλέον να προσαρμοστεί στη ζωή στις «μεγάλες κατηγορίες». Τα επόμενα χρόνια, η οικονομία της θα πρέπει να αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος εργασίας, χαμηλότερες αποδόσεις επενδύσεων και μειωμένη χρηματοδότηση από την ΕΕ, σύμφωνα με τον Matthias Schupeta, οικονομολόγο στην DZ Bank.
Η Πολωνία πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει την αύξηση του δημόσιου χρέους.
Με περίπου 6,8% του ΑΕΠ το 2025, το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας είναι σημαντικά υψηλότερο από το όριο 3% για τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD), η πολωνική κυβέρνηση θα χρειαστεί να περιορίσει τις δαπάνες και να αυξήσει τους φόρους για να μειώσει τα χρέη τα επόμενα χρόνια.
Εκτός από τη μειωμένη χρηματοδότηση από την ΕΕ —που αναμένεται να κορυφωθεί το 2026— τέτοια μέτρα πιθανότατα θα επιβραδύνουν την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.
Παρά ταύτα, το χρέος του ιδιωτικού τομέα στην Πολωνία παραμένει χαμηλό κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, περιορίζοντας τους κινδύνους ισολογισμού και την ευπάθεια σε οικονομικά σοκ —ενώ αυξάνει τις δυνατότητες ιδιωτικών επενδύσεων, σημείωσε ο Piatkowski.
«Όταν συνδυάζεις δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, η Πολωνία είναι σχετικά υποχρεωμένη», είπε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Πολωνίας θα μειωθεί στο 6,3% του ΑΕΠ το 2026.
Η Πολωνία αντιμετωπίζει επίσης βαθιές δημογραφικές αλλαγές. Όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, έχει ταχέως γηράσκοντα πληθυσμό, επιβαρυμένο από τη μακροχρόνια φυγή εγκεφάλων, καθώς πολλοί πολίτες παραγωγικής ηλικίας έχουν φύγει στο εξωτερικό για ευκαιρίες εργασίας.
«Το ποιοτικό και φθηνό εργατικό δυναμικό της Πολωνίας εξαντλείται σταδιακά», δήλωσε ο Adam Antoniak, ανώτερος οικονομολόγος για την Πολωνία στην ING.
Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα είναι καθοριστική για την επίτευξη του επόμενου μεγάλου στόχου της Πολωνίας: την ένταξη στην ομάδα των G20. Η χώρα έχει προσκληθεί ως προσκεκλημένη στη μελλοντική σύνοδο κορυφής των G20 τον Δεκέμβριο, αλλά η μόνιμη συμμετοχή θα της έδινε ισχυρότερη φωνή στο διεθνές επίπεδο.
Οι προκλήσεις για την Ελλάδα - Χωρίς βάθος ανάπτυξη
Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύθηκε από τον αναλυτή Mathias Gnevoch στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου, οι αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρώπης έχουν σε μεγάλο βαθμό επανενοποιηθεί από το 2019, μετά από χρόνια κατακερματισμού που ακολούθησαν την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε σαφή βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης.
Το εκπληκτικό με αυτές της αναλύσεις – που «ταΐζουν» το κυβερνητικό αφήγημα περί ισχυρής οικονομίας είναι ότι αγνοούν το ζήτημα της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, βιώσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα και σταθερή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ από το 2021.
Τον Μάιο του 2025, το spread του ελληνικού 10ετούς κρατικού ομολόγου έναντι του γερμανικού Bund υποχώρησε κάτω από τις 80 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από το 2007. Τα επίπεδα αυτά παραπέμπουν στην προ κρίσης περίοδο, όταν τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης θεωρούνταν από τις αγορές σχεδόν ισοδύναμα.
Παράλληλα με το χαμηλότερο κόστος δανεισμού, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια δεύτερη σημαντική εξέλιξη, την ένταξή της στην κατηγορία των Ανεπτυγμένων Αγορών.
Ενα εξαρτημένο παραγωγικό μοντέλο - Ισοζύγιο πληρωμών

Νέοι κίνδυνοι σε ένα πιο «ενοποιημένο» περιβάλλον - Ποια κανονικότητα
Ωστόσο, τόσο ο αναλυτής του ESM όσο και άλλοι θεσμοί επισημαίνουν ότι η επανένταξη στον ευρωπαϊκό οικονομικό «κορμό» δεν συνεπάγεται μόνο οφέλη. Οι πιο ενοποιημένες αγορές σημαίνουν επίσης ισχυρότερες διασυνοριακές επιδράσεις μεταξύ των χωρών.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων επηρεάζονται πλέον πολύ περισσότερο από τις εξελίξεις στις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα, μια σημαντική δημοσιονομική επέκταση που ανακοινώθηκε στη Γερμανία τον Μάρτιο του 2025 οδήγησε σε αύξηση περίπου 35 μονάδων βάσης στην απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου, με τις ελληνικές αποδόσεις να ακολουθούν σχεδόν την ίδια πορεία.
Αν και αυτή η συσχέτιση αποτελεί ένδειξη επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, αυξάνει παράλληλα την έκθεση της Ελλάδας σε εξωτερικούς κινδύνους που δεν σχετίζονται άμεσα με την εγχώρια οικονομική επίδοση.

Συνεπώς αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα η ελληνική οικονομία παρεμένει αθωράκιστη.
Ο αναλυτής του ESM προειδοποιεί ότι, παρά τη σημαντική συρρίκνωση των spreads, ο κίνδυνος εκ νέου διεύρυνσής τους παραμένει, ιδιαίτερα αν επιδεινωθούν οι οικονομικές συνθήκες στην ευρωζώνη ή προκύψουν απρόβλεπτες διεθνείς εξελίξεις. Εμπορικές εντάσεις ή απροσδόκητες δημοσιονομικές αποφάσεις σε μεγάλες οικονομίες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα το κόστος δανεισμού της Ελλάδας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόοδος που έχει επιτευχθεί είναι σημαντική, αλλά δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, η περαιτέρω μείωση του χρέους και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας παραμένουν κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε τα οφέλη της επιστροφής στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» να έχουν διάρκεια.
Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν προοιωνίζεται πάντως θετικές εξελίξεις για την ελληνική οικονομία εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών