Τελευταία Νέα
Διεθνή

Γιατί τα κριτήρια του Μάαστριχτ δεν ήταν ποτέ καλό εργαλείο - Αλλαγές πρέπει να γίνουν, αλλά προς ποια κατεύθυνση;

Γιατί τα κριτήρια του Μάαστριχτ δεν ήταν ποτέ καλό εργαλείο - Αλλαγές πρέπει να γίνουν, αλλά προς ποια κατεύθυνση;
Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των κυβερνήσεων επηρεάζει τη νομισματική πολιτική…
Σχετικά Άρθρα

Τον τελευταίο καιρό πολλή συζήτηση γίνεται για την αλλαγή των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αποκορύφωμα το κοινό άρθρο Macron - Draghi, διά του οποίου ζητούν αλλαγές…
«Με τον ίδιο τρόπο που αυτοί οι κανόνες δεν περιόρισαν την απόκρισή μας στην πανδημία, δεν πρέπει στο εξής να μας εμποδίσουν να υλοποιήσουμε όλες τις απαραίτητες επενδύσεις», δήλωσαν οι ηγέτες της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Το σκεπτικό πίσω από τα δημοσιονομικά κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ ήταν να αποτραπούν οι υπερβολικές δαπάνες εκ μέρους των κρατών μελών της ΕΕ ως απάντηση σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Διότι τυχόν υπερβάσεις θα ασκούσαν πιέσεις στις αγορές, που θα μπορούσαν να θέσουν εν συνεχεία σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης.
Στην πραγματικότητα, όμως, μέχρι τώρα έχουν συμβεί τα εξής: η δημοσιονομική πολιτική είναι πολύ χαλαρή κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής άνθησης, ενώ θα έπρεπε να είχε ως στόχο τη δημιουργία αποθεμάτων ασφαλείας, και πολύ περιοριστική κατά τη διάρκεια των υφέσεων, όταν πρέπει να μετριάζονται οι κραδασμοί και να αμβλύνονται οι πιέσεις.
Ως εκ τούτου, η δημοσιονομική πολιτική στη ζώνη του ευρώ είναι κατά μέσο όρο προκυκλική.
Σε αυτό το κλίμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ασκώντας τη νομισματική πολιτική, καλείται κάθε φορά να κάνει πολλά περισσότερα από αυτά που της αναλογούν για να αντισταθμίσει τη δημοσιονομική αδράνεια.
Με τα επιτόκια στο 0%, πλέον, έχει πολύ μικρό περιθώριο ελιγμών χρησιμοποιώντας συμβατικά εργαλεία.
Ως αποτέλεσμα, καταφεύγει σε μη ορθολογικά μέσα, προβαίνοντας σε άνευ προηγουμένου επεκτάσεις σε ό,τι αφορά τον ισολογισμό της.

Συνέπειες

Εν προκειμένω, εμείς πρέπει να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό για την πραγματική οικονομία, την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Bruegel, η προκυκλική φύση της δημοσιονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ και η επακόλουθη κατάχρηση της νομισματικής πολιτικής αποτελούν αποτυχία του δημοσιονομικού πλαισίου να αναγνωρίσει (έστω και ακούσια) ότι υπάρχουν στρατηγικές αλληλεπιδράσεις που, εάν δεν ληφθούν υπόψη, οδηγούν σε τέτοιου είδους αποτελέσματα.
Έτσι, μια ένωση κρατών που είχε στόχο να αποτρέψει τα αρνητικά spillovers διαμόρφωσε ένα περιβάλλον όπου ενόψει μπροστά σε ένα αρνητικό σοκ οι πολιτικές γίνονται πιο περιοριστικές από ό,τι πρέπει, επιτείνοντας την ύφεση, με την ΕΚΤ, την ίδια στιγμή, να χάνει την ανεξαρτησία της.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η συνεργασία των εθνικών δημοσιονομικών αρχών είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Οι κυβερνήσεις πρέπει διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην αντιμετώπιση των κραδασμών, χωρίς να αγνοούν τις αρνητικές εξωτερικές επιδράσεις.
Τότε, η νομισματική πολιτική δεν θα είναι τόσο ενεργή και η μακροοικονομική διαχείριση θα επιτυγχάνει καλύτερα αποτελέσματα.
Τα κριτήρια του Μάαστριχτ δεν ήταν ποτέ καλό εργαλείο για δημοσιονομικό συντονισμό.
Σκεφτείτε ένα παίγνιο δημοσιονομικής πολιτικής μεταξύ δύο χωρών σε μια νομισματική ένωση, μίας με υψηλά επίπεδα χρέους (χώρα Α) και μίας με χαμηλά επίπεδα χρέους (χώρα Β), που αντιμετωπίζουν ένα κοινό αρνητικό σοκ.
Εάν η χώρα με το υψηλό χρέος χρησιμοποιήσει τη δημοσιονομική πολιτική για να αντιμετωπίσει το σοκ, θα προκαλέσει αύξηση των spread, κάτι που θα βλάψει όχι μόνο την ίδια, αλλά και την άλλη χώρα.
Αυτός είναι ο «φόβος» πίσω από τα κριτήρια του Μάαστριχτ.
Από την άλλη, αν η χώρα με τα χαμηλά επίπεδα χρέους χρησιμοποιήσει τη δημοσιονομική πολιτική για να αντιμετωπίσει το σοκ, θα ωφελήσει τόσο την ίδια όσο και την άλλη χώρα.
Επομένως, η χώρα με υψηλό χρέος επιβάλλει μια αρνητική εξωτερικότητα στην Ένωση όταν χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική της πολιτική, ενώ η χώρα με χαμηλό χρέος επιβάλλει μια θετική.
Η απουσία σαφούς δημοσιονομικού συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών οδηγεί σε μια πολύ λιγότερο επεκτατική απάντηση από ό,τι θα απαιτούνταν και μάλιστα προκυκλική για την υψηλού χρέους χώρα.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάθε χώρα να χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική πολιτική ανεξάρτητα μεν, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο όπου υπάρχουν αλληλεξαρτήσεις.

Νομισματική πολιτική

Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των κυβερνήσεων επηρεάζει τη νομισματική πολιτική.
Το μη βέλτιστο αποτέλεσμα δημοσιονομικής πολιτικής εξαρτάται από τη νομισματική πολιτική, για ένα δεδομένο επίπεδο επιτοκίου.
Εφόσον το επιτόκιο είναι υψηλότερο, τα υπουργεία Οικονομικών της ΕΕ θα επιθυμούσαν να έχουν επεκτατική δημοσιονομική θέση για να εξουδετερώσουν τη συσταλτική επίδραση της νομισματικής πολιτικής.
Για οποιαδήποτε δημοσιονομική επέκταση, λοιπόν, η ΕΚΤ θα πρέπει να αυξήσει το επιτόκιο και ομοίως η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι τόσο επεκτατική όσο πιο συσταλτική είναι η νομισματική πολιτική.
Αντί των παραπάνω, όμως, η δημοσιονομική πολιτική υποχρησιμοποιείται ως απάντηση στα πιθανά σοκ, με τη νομισματική πολιτική να επεκτείνεται σε πρωτοφανή επίπεδα, μη εκπληρώνοντας τον σκοπό της.
Ωστόσο, η ΕΚΤ θα πρέπει να έχει μικρότερο ρόλο.
Επομένως, για να μπορέσει η νομισματική πολιτική να «κάνει λιγότερα», πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των χωρών – ίσως μια δημοσιονομική ένωση.
Αυτές είναι οι αστοχίες τις οποίες οι συζητήσεις για το δημοσιονομικό πλαίσιο θα πρέπει να στοχεύσουν και να διορθώσουν.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης