Τα τέσσερα εμπόδια που καλούνται να ξεπεράσουν ΗΠΑ και EE στις επερχόμενες εμπορικές συνομιλίες

Τα τέσσερα εμπόδια που καλούνται να ξεπεράσουν ΗΠΑ και EE στις επερχόμενες εμπορικές συνομιλίες
Οι δύο πλευρές έχουν αρκετά ανοιχτά «μέτωπα» τα οποία καλούνται να κλείσουν το επόμενο διάστημα
Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ημερών, το ζήτημα των εμπορικών εντάσεων βρέθηκε για μία ακόμα φορά στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, μέσω τριών διαφορετικών περιπτώσεων, οι οποίες ωστόσο σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους.
Το πρώτο περιστατικό αφορά την έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, όπου το ΔΝΤ προχώρησε σε υποβάθμιση των εκτιμήσεών για την παγκόσμια ανάπτυξη το 2019.
Ειδικότερα, το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας θα διαμορφωθεί στο 3,3% για το τρέχον έτος, έναντι 3,5% τον αρχικών εκτιμήσεων που είχαν λάβει χώρα τον περασμένο Ιανουάριο.
Σύμφωνα με την έκθεση, ένας σημαντικός παράγοντας για αυτή την υποβάθμιση είναι η εμπορική διαμάχη που έχει ξεκινήσει τους τελευταίους μήνες ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, και η οποία σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παγκόσμιες εμπορικές τριβές θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας.
«Το παγκόσμιο εμπόριο, οι επενδύσεις και η παραγωγή παραμένουν υπό την απειλή των συνεχιζόμενων εμπορικών εντάσεων», αναφέρει στην έκθεσή του το ΔΝΤ, επισημαίνοντας ωστόσο πως η πρόσφατη μετρίαση των εντάσεων αποτελούν ένα βήμα «προς τη σωστή κατεύθυνση».
«Η αποτυχία επίλυσης των διαφορών και η αύξηση των εμπορικών φραγμών πέρα από αυτά που έχουν συμπεριληφθεί στις προβλέψεις θα οδηγούσαν σε υψηλότερο κόστος εισαγόμενων ενδιάμεσα και κεφαλαιουχικών αγαθών και σε υψηλότερες τιμές τελικών αγαθών για τους καταναλωτές», ανέφερε μεταξύ άλλων η έκθεση, προσθέτοντας μάλιστα ότι μία τέτοιο εξέλιξη «θα περιορίσει τις επιχειρηματικές επενδύσεις, θα διαταράξει τις αλυσίδες εφοδιασμού και θα επιβραδύνει την αύξηση της παραγωγικότητας».
Μάλιστα, το ΔΝΤ κάλεσε όλες τις χώρες που εμπλέκονται σε εμπορικές διαφορές να προχωρήσουν στην επίλυσή τους, ώστε να αποφύγουν περαιτέρω ζημίες στην παγκόσμια οικονομία, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «η κύρια προτεραιότητα είναι οι χώρες να επιλύσουν τις εμπορικές διαφωνίες, χωρίς να δημιουργούν φραγμούς οι οποίοι θα αποσταθεροποιούσαν περαιτέρω μία επιβραδυνόμενη παγκόσμια οικονομία».
Την ίδια στιγμή που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχωράει σε αυτές τις εκτιμήσεις, η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο δείχνουν να βρίσκονται όλο και πιο κοντά στην επίτευξη μίας συμφωνίας, η οποία θα αμβλύνει σημαντικά τις περισσότερες ανησυχίες που αφορούν την παγκόσμια ανάπτυξη και θα δώσει ένα τέλος σε αυτή τη διαμάχη η οποία έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου έναν χρόνο.
Ωστόσο, η εμπορική συμφωνία ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου θα αποτελέσει απλά την επίλυση ενός εκ των ζητημάτων που έχουν προκύψει σε αυτό το ευρύ φάσμα των εμπορικών διαφορών.
Ο επόμενος που αναμένεται να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έχοντας απέναντί του τις ΗΠΑ, δεν είναι άλλος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις δύο πλευρές να έχουν αρκετά ανοιχτά μέτωπα τα οποία καλούνται να κλείσουν.
Πριν από μερικές ημέρες, η Εμπορική Αντιπροσωπεία των ΗΠΑ εξέδωσε ανακοίνωση, μέσω της οποία αναφέρει ότι «ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου διαπίστωσε επανειλημμένα ότι οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Airbus προκάλεσαν δυσμενείς επιπτώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες».
«Σήμερα, το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκινάει τη διαδικασία για τον προσδιορισμό των προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία μπορούν να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί μέχρι η ΕΕ να αφαιρέσει αυτές τις επιδοτήσεις», αναφέρει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση, εκτιμώντας παράλληλα ότι «η ζημιά από τις επιδοτήσεις της ΕΕ είναι 11 δισεκατομμύρια δολάρια σε εμπορικές συναλλαγές κάθε χρόνο».
«Αυτή η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 14 χρόνια, και ήρθε η ώρα να δράσουμε», δήλωσε ο Αμερικανός Εμπορικός Αντιπρόσωπος Robert Lighthizer, προσθέτοντας ότι «η κυβέρνηση ετοιμάζεται να απαντήσει άμεσα, όταν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εκδώσει τη διαπίστωσή του σχετικά με την αξία των αντίμετρων των ΗΠΑ».
«Ο απώτερος στόχος μας είναι να καταλήξουμε σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση για να τερματίσουμε όλες τις επιδοτήσεις σε μεγάλα πολιτικά αεροσκάφη οι οποίες είναι ασυνεπείς με τον ΠΟΕ», υπογράμμισε ο κ . Lighthizer, τονίζοντας πως «όταν η ΕΕ σταματήσει αυτές τις επιζήμιες επιδοτήσεις, οι επιπρόσθετοι δασμοί των ΗΠΑ που επιβάλλονται ως απάντηση μπορούν να αρθούν».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump δήλωσε ότι «ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου βρίσκε ότι οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Airbus έχουν επηρεάσει δυσμενώς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες θα επιβάλλουν τώρα δασμούς σε προϊόντα της ΕΕ 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων», προσθέτοντας ότι «η ΕΕ έχει επωφεληθεί από τις ΗΠΑ στο εμπόριο εδώ και πολλά χρόνια, αυτό θα σταματήσει σύντομα».
Η παραπάνω ανακοίνωση ωστόσο δείχνει ότι οι νέοι δασμοί που ανακοινώθηκαν από την αμερικανική κυβέρνηση δεν αποτελούν συνέχεια των μέτρων προστατευτισμού που έχουν λάβει κατά καιρούς οι ΗΠΑ τους τελευταίους μήνες, αλλά έρχονται ως αποτέλεσμα μίας διαδικασίας η οποία έχει ξεκινήσει από το 2004.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταθέσει ένσταση για το ποσό που ανακοίνωσε η Ουάσιγκτον, γεγονός που σημαίνει ότι αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να επεκταθεί για ακόμα δύο χρόνια.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες έχουν δηλώσει ότι θα επιβάλλουν αντίμετρα απέναντι στους δασμούς των ΗΠΑ, γεγονός που σε συνδυασμό με την ενδεχόμενη επιβολή δασμών στις εισαγωγές οχημάτων, δημιουργεί ιδιαίτερα πολύπλοκες συνθήκες, κάτω από τις οποίες θα πραγματοποιηθούν οι εμπορικές συνομιλίες ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ήδη δώσει το «πράσινο φως» ώστε να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι η Γαλλία έχει ταχθεί κατά των διαπραγματεύσεων, αντιδρώντας με αυτόν τον τρόπο στην απόφαση των ΗΠΑ να αποχωρήσουν από τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή.
«Η Γαλλία εκφράζει την αντίθεσή της απέναντι στην έναρξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν αποτελούν μέλος της Συμφωνίας του Παρισιού», δήλωσε ο Γάλλος πρόεδρος, προσθέτοντας ότι το Παρίσι «πρέπει να κάνει τη φωνή του να ακουστεί όταν θα διακυβεύεται το μακροπρόθεσμο ευρωπαϊκό σχέδιο».
Παρά το γεγονός ότι η Γαλλία δε μπορεί να αποτρέψει την έναρξη των εμπορικών συνομιλιών με τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να «μπλοκάρει» οποιαδήποτε συμφωνία και αν επιτευχθεί, καθώς προκειμένου να επικυρωθούν οι συμφωνίες της ΕΕ, πρέπει να έχουν την έγκριση όλων των κρατών-μελών.
Τα προαναφερθέντα γεγονότα σημαίνουν ότι οι εμπορικές συνομιλίες ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες είναι ήδη αντιμέτωπες με δύο σημαντικά εμπόδια, πριν ακόμα ξεκινήσουν.
Επιπλέον, ένα τρίτο «αγκάθι» για τις διαπραγματεύσεις αναμένεται να είναι και ο γεωργικός τομέας, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστήσει σαφές ότι το σχετικό ζήτημα δεν πρόκειται να βρεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον επιθυμεί πλήρη πρόσβαση των γεωργικών προϊόντων της στην ευρωπαϊκή αγορά, τονίζοντας μάλιστα κατά το παρελθόν ότι εάν η Ευρώπη επιθυμεί να υπάρξει μία συμφωνία, θα πρέπει να συμπεριλάβει τον γεωργικό τομέα στις συνομιλίες.
«Εργαζόμαστε σε άλλους τομείς με την συνειδητοποίηση ότι δεν πρόκειται να υπάρξει καμία συμφωνία χωρίς τη γεωργία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Robert Lighthizer πριν από μερικές εβδομάδες, την ίδια στιγμή που οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επιμένουν ότι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα διαπραγματεύσεων για αυτόν τον τομέα.
Παράλληλα, μέχρι τα μέσα Μαΐου, η αμερικανική κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα προχωρήσει με την επιβολή δασμών μέχρι και 25% στις εισαγωγές οχημάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα θέμα που επίσης απασχολεί ιδιαίτερα τις Βρυξέλλες.
Εφόσον λοιπόν οι δύο πλευρές επιθυμούν να προχωρήσουν σε μία συμφωνία, γεγονός που σίγουρα αποτελεί στόχο και αρκετών άλλων χωρών παγκοσμίως, θα πρέπει να ξεπεράσουν τα παραπάνω εμπόδια, σε μία διαδικασία η οποία σίγουρα δε θα είναι ούτε απλή αλλά ούτε και σύντομη.
Μενέλαος Μπέλλος
www.bankingnews.gr

Μενέλαος Μπέλλος

BREAKING NEWS